Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΛΑΛΟΝ ΥΔΩΡ



Η πλάτη του σπιτιού ακουμπάει στο βράχο. Στις μπόρες του χειμώνα κατέβαιναν τα νερά από το βουνό κι έτρεχαν σαν τη βρύση από τον τοίχο. Κυλούσανε στα πόδια μας και φεύγαν έξω. Ύστερα τσιμεντώσαμε ένα αυλάκι στη μέση του σπιτιού. Κελάρυζε όμορφα όταν έβρεχε. Ένα μικρό εξημερωμένο κατοικίδιο ρυάκι.

Τα σαμιαμίθια κάθε βράδυ έρχονταν στην λάμπα. Περίμεναν εκεί τις νυχτοπεταλούδες. Έρχονταν ξέγνοιαστες αυτές να φαγωθούν.
Στα ξύλα για το τζάκι φώλιαζαν σκορπιοί. Έπεφταν τσιτσιρίζοντας στις φλόγες και καρβούνιαζαν. Δεν τσίμπησαν κανένα μας, ήταν καλοί σκορπιοί. Κι οι νυχτοπεταλούδες και τα σαμιαμίθια, όλα καλά ήταν. Κι ο γρύλος κάτω από το κρεβάτι κι οι αράχνες πίσω από τα κάδρα κι η σκλώπα κι ο άρκαλος και τα λιακόνια και οι βιτσίλες. Κι οι άνθρωποι, καλοί ήταν κι αυτοί.

Μια αγριοτριανταφυλλιά σκάλωνε στον τοίχο του. Κάποτε ένα σπουργίτι, αγορασμένο ένα πενηνταράκι από κάτι αλάνια, ξέφυγε από τη χούφτα ενός παιδιού και τρύπωσε στα αγκάθια της. Χάθηκε εκεί για πάντα. Το ρούφηξε ο χρόνος.
Μετά έφυγε η τριανταφυλλιά. Φύτεψαν μια κληματαριά στη θέση της. Μαύρα γλυκά σταφύλια, πικρά κουκούτσια. Σκαρφάλωσε ως την ταράτσα, πιάστηκε από τα κάγκελα. Πιασμένη εκεί κοιτούσε την πεδιάδα.
Η συκιά, η καρυδιά, η πορτοκαλιά. Το σπίτι. Τα βουνά. Όλα κοιτούσαν την πεδιάδα.

Η πεδιάδα ξαπλωμένη ανάσκελα κοιτάει τον ουρανό. Σκεπασμένη ελιές κι αμπέλια βλέπει τις μέρες και τις νύχτες να διαβαίνουν. Πάνω της οι άνθρωποι τη σκάβουν και την ξεχερσώνουν κι ύστερα ξαφνικά γερνάνε.

Η χαρουπιά κοιτάει το παιδί στα πόδια της. Η γριά μέσα από τα κλειστά της μάτια κοιτάει το ταβάνι. Οι σοβάδες έχουν πέσει, τα σίδερα σκουριάσανε, οι τοίχοι είναι υγροί. Σαπίσανε τα έπιπλα, μυρίζουν μούχλα τα τραπεζομάντηλα και οι κουβέρτες στην κασέλα.

Ο λύχνος πολεμάει το σκοτάδι. Οι σκιές πισωπατούν για λίγο, ύστερα ορμούν να αρπάξουν το μικρό παιδί. Ο λύχνος θα σβήσει, θα ανάψουν οι λάμπες, θα φύγουν τα σκοτάδια. Οι σκιές θα μείνουν.

Τώρα το φτιάξανε το σπίτι, στέγνωσαν και σοβάντισαν καλά τις πέτρες. Πάει, στέρεψε, κυλάει διωγμένο αλλού το κατοικίδιο ρυάκι.
Απέσβετο το λάλον ύδωρ. Κανένα κρυφό νόημα δεν έχουνε οι λέξεις. Aυτές οι ασυναρτησίες είναι απλά ασυναρτησίες.


2 σχόλια:

  1. Τα μικρά ρυάκια από την καρδιά μας φτιάχνουν το μυστικό ποτάμι που συναντιόμαστε. Trickle down effect. Να είσαι καλά quasar.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Να είμαστε καλά, να κολυμπάμε όμορφα. Μέχρι τη θάλασσα κι ακόμα παραπέρα

      Διαγραφή