Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΧΕΛΩΝΑ ΚΑΙ Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ



Γυρνούσε από το απογευματινό ματσάκι μέσα από το πάρκο όταν την είδε. Διέσχιζε το δρομάκι με υπομονή και σοβαρότητα και ήταν τεράστια. Ο Κυριάκος δεν το πολυσκέφτηκε. Την πήρε παραμάσχαλα κάτω από το μπουφάν και συνέχισε το δρόμο του. Θα ήταν το κατοικίδιό του. Αυτό που δεν του επέτρεπαν να έχει, παρά τα παρακάλια του. Εξ αιτίας του Στρατηγού.

Αντιλήφτηκε έγκαιρα το Στρατηγό κι έκανε κύκλο να τον αποφύγει. Αν τον έβλεπε αυτός, τέρμα η χελώνα. Τι κουβαλάς εκεί, αλητάκο; από το αυτί και στους δικούς του. Δεν αστειευόταν ο στρατόκαυλος, αν και συνταξιούχος πέντε χρόνια. Δεύτερη φύση του είχε γίνει η πειθαρχία. Οι άτεκνοι τρέφουν συνήθως αγάπη για τα παιδιά, αυτουνού του είχε γυρίσει σε κακία και φθόνο. Εξ αιτίας του δεν παίζαν πια στο δρόμο, έτρεχαν στο πάρκο και στα άχτιστα οικόπεδα μακρυά από τη γειτονιά τους. Τους μάζευε τις μπάλες, τα πατίνια και τα τσέρκια, μέχρι και την αστυνομία είχε φωνάξει γιατί τον ενοχλούσαν οι φωνές τους. Περιπολούσε πάνω κάτω συνεχώς, αυτόκλητος φρουρός της τάξεως και της ευπρέπειας. Στην πολυκατοικία τους απαγόρεψε τα ζώα. Στο καφενείο αγόρευε για τη δικτατορία και τον κίνδυνο από τους αναρχοκομμουνιστάς.

Την πήγε κατευθείαν στο δωμάτιό του. Την ακούμπησε στο πάτωμα κι αυτή χώθηκε κάτω από το κρεβάτι. Πήρε κρυφά δυο μαρουλόφυλλα από το ψυγείο και τα άφησε μπροστά της. Ξεπρόβαλε δειλά μετά από ώρα και τα μασούλησε.
Θα σε λέω Φειδιππίδη, της δήλωσε σοβαρά. Το είχε πρόσφατο από το σχολείο.
Για δυο τρεις μέρες πέρναγαν ωραία. Έστηνε πάνω της τα στρατιωτάκια να τα πάει βόλτα, την έβαζε να τρακάρει με το κουρδιστό τανκ που έβγαζε σπίθες, της κόλλαγε αυτοκόλλητα και πλαστελίνες. Όταν πήγαινε σχολείο την έχωνε σε μια μεγάλη κούτα που της είχε ανοίξει τρύπες και την έκρυβε πίσω από άλλες κούτες. Κι έψαχνε τρόπους να βρει κι ένα λαγό, έστω κουνέλι, να στήνει αγώνες δρόμου. Ύστερα τα μαρούλια τέλειωσαν.
Την κοίταζε να κόβει βόλτες στο μπαλκόνι πεινασμένη όταν του ήρθε η ιδέα. Κοίταξε κάτω στον ακάλυπτο κι έκανε τους υπολογισμούς του. Ήτανε μεσημέρι, η πολυκατοικία βουβή. Πήρε το σπάγγο του χαρταετού και την έδεσε γερά από το καβούκι. Την κρέμασε από το μπαλκόνι, κρεμάστηκε κι αυτός στα κάγκελα με τεντωμένο χέρι κι ύστερα κουνώντας επιδέξια τον καρπό του την έκανε να ταλαντώνεται μπρος πίσω, όλο και πιο μεγάλο τόξο διέγραφε, ώσπου την κατάλληλη στιγμή αμόλησε καλούμπα και η χελώνα προσγειώθηκε άτσαλα στον ακάλυπτο, δίπλα στη μάντρα, εκεί ακριβώς όπου φύτρωναν άφθονα χορταράκια. Την άφησε εκεί να βοσκήσει κι όταν έκρινε πως είχε χορτάσει την τράβηξε πάλι πάνω στον τρίτο.

Την άλλη μέρα ξύπνησε νωρίς, αν και ήταν Κυριακή. Έδεσε πάλι τη χελώνα, την κρέμασε από το μπαλκόνι και άρχισε τους χειρισμούς του. Στις 7:14:23 το περίεργο εκκρεμές διέγραφε τη μέγιστη τροχιά του. Εκείνη τη στιγμή ακριβώς, στον πρώτο όροφο έβγαινε ο Στρατηγός με τον καφέ του στο μπαλκόνι. Η χελώνα του ήρθε κατακέφαλα. Σωριάστηκε κάτω, του 'πεσαν οι καφέδες και τα κουλουράκια. Η κυρία Στρατηγού που άκουσε το σαματά βγήκε τρέχοντας και τον βρήκε καθισμένο κάτω να κρατάει το κεφάλι του.
Τι έπαθες; τον ρώτησε.
Αν σου πω ότι με χτύπησε χελώνα, θα με πιστέψεις;
Δεν τον πίστεψε. Ούτε ο γιατρός τον πίστεψε. Το καρούμπαλο, είπε, θα έγινε στο πέσιμο. Τον έστειλε σε ένα ψυχίατρο κι αυτός του έγραψε ηρεμιστικά και του συνέστησε ησυχία κι ανάπαυση.

Ο Κυριάκος είχε τραβήξει αμέσως άρον άρον τη χελώνα. Το ίδιο πρωί την ξαναγύρισε εκεί που την είχε βρει και την αποχαιρέτησε συγκινημένος. Φειδιππίδης, έχει γραμμένο με μαρκαδόρο στο καύκαλο, αν ποτέ τη δείτε θα την αναγνωρίσετε.
Ο Στρατηγός δεν ξαναβγήκε έκτοτε στο δρόμο. Κι όταν άρχισε να ξανακάθεται στο μπαλκόνι του, φορούσε πάντοτε το κράνος που είχε κρατήσει αναμνηστικό από τον εμφύλιο, κι όλο έριχνε κρυφές ματιές στον ουρανό. Τα παιδιά άρχισαν να μαζεύονται ξανά στο δρόμο για να παίξουν. Μετά από λίγο καιρό ο Κυριάκος απόκτησε σκυλάκι.

Αν υπήρχε θεός και είχε χιούμορ θα είχε δώσει τώρα στον Κυριάκο, εκεί ψηλά που βρίσκεται, ένα ωραίο άσπρο σύννεφο, όλο δικό του, στον τρίτο όροφο του ουρανού. Να κάθεται εκεί και να μας εποπτεύει και να καταχελωνιάζει αλύπητα όλους όσοι τολμούν να μας στερούν τις μπάλες, τα πατίνια και τα τσέρκια μας. Και τις χελώνες μας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου