Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

ΤΟ ΚΥΜΑ


Κουκουλωμένοι με κουβέρτες και υπνόσακους, κοιμόντουσαν οι επιβάτες στο κατάστρωμα. Το πλοίο έγερνε από τη μια μεριά στην άλλη κι η θάλασσα, κατάμαυρη, είχε σμίξει με τον ουρανό. Σηκώθηκε και προχώρησε με δυσκολία ως τα κάγκελα. Μόνο κάποια αστέρια φαίνονταν, οι αφροί στην πλώρη και οι ανταύγειες από τα φώτα του πλοίου, που έπλεαν στα κύματα σαν δελφίνια φτιαγμένα από πυγολαμπίδες. Έμεινε εκεί υπνωτισμένος κι αφουγκράστηκε. Όχι, δεν είχε κάνει λάθος. Πάνω από το θόρυβο των μηχανών και τον παφλασμό της θάλασσας στην πλώρη, ξεχώριζε έναν άλλο ήχο, ένα απόκοσμο μουρμουρητό, που όλο και πλησίαζε. Τα αστέρια χάνονταν μπροστά του ένα-ένα λες και τα κατάπινε η θάλασσα. Τότε, σαν να άνοιξε σε μια στιγμή η πόρτα της αβύσσου, διέκρινε καθαρά το κύμα, πιο μαύρο από τη θάλασσα και τον ουρανό, ένα πανύψηλο τοίχο από υγρό σκοτάδι που ερχόταν καταπάνω τους. Το κοίταζε με δέος και δεν μπορούσε να σαλέψει. Ψηλό ως πενήντα μέτρα, εκτείνονταν δεξιά κι αριστερά ως εκεί που έφτανε το μάτι του. Ερχότανε και μόνο αυτός από όλο το καράβι το έβλεπε.

Είχε αρχίσει να χαράζει. Στα ανατολικά ο ουρανός, εκεί που άγγιζε τη θάλασσα, ήταν ήδη πρασινογάλαζος. Κάποια αστέρια τρεμόσβηναν αναποφάσιστα. Σηκώθηκε ζαλισμένος και τύλιξε τον υπνόσακό του. Οι επιβάτες μαζεύονταν στο κατάστρωμα. Κρεμασμένοι από τα κάγκελα έψαχναν τον ορίζοντα. Έπρεπε εδώ και μια ώρα να είχε φανεί η στεριά, έλεγαν μεταξύ τους. Όμως, όπου και να κοιτούσες, έβλεπες μόνο θάλασσα.
Η Αριάδνη δίπλα του κοιμόταν ακόμα. Πιο κει μια μονόφθαλμη γύφτισσα, τυλιγμένη με κουβέρτες, βύζαινε ένα μωρό και τον κοιτούσε επίμονα καπνίζοντας το τσιγάρο της.

Άφηναν τις καμπίνες τους και στριμώχνονταν στην πλώρη. Ανήσυχοι, χτένιζαν με τα μάτια τον ορίζοντα μήπως διακρίνουν κάτι. Όταν έβρισκαν κάποιον από το πλήρωμα έπεφταν πάνω του για να ρωτήσουν. Όμως κανείς τους δεν είχε κάποια πληροφορία να τους δώσει. Μόνο ότι το στίγμα τους ήταν σωστό, η Χώρα έπρεπε να είχε φανεί μπροστά τους από ώρα. 
Τότε ακούστηκε από τα μεγάφωνα η ανακοίνωση του καπετάνιου. 
“Κυρίες και κύριοι επιβάτες. Σας ομιλεί ο καπετάνιος του πλοίου. Παρακαλώ, κρατήστε την ψυχραιμία σας, δεν υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας. Η ρότα μας είναι κανονική. Η ταχύτητα είναι αυτή που πρέπει. Εντός ολίγου θα φθάσουμε στον προορισμό μας. Ακολουθείστε τις οδηγίες του πληρώματος”.

Το πλήρωμα δεν είχε οδηγίες για να δώσει. Οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να ησυχάσουν. Η Χώρα δεν φαινόταν.

Σκούντηξε την Αριάδνη.
- Ξύπνα, της είπε. Κάτι συμβαίνει. 
Έβγαλε το κεφάλι από τον υπνόσακο και τον κοίταξε με νυσταγμένα μάτια.
- Δεν φαίνεται να φτάνουμε.
- Δεν εξαρτάται από μένα, του απάντησε. Εγώ κοιμάμαι.
Την άφησε και προχώρησε μέσα στο πλήθος. Η ανησυχία γινόταν πανικός. Ένα ενοχλητικό βουητό ηχούσε μέσα στο κεφάλι του. Μπροστά στην πλώρη, ανεβασμένος σε ένα πάγκο, ένας ψηλός άντρας μιλούσε στον κόσμο που είχε συγκεντρωθεί μπροστά του. Έφτασε με κόπο, σπρώχνοντας με τους αγκώνες, μέχρι την κουπαστή. Είδε την απέραντη θάλασσα κι ένοιωσε ξαφνικά τόσο ανίσχυρος μπροστά της που έπεσε στα γόνατα. Κανείς δεν του έδωσε σημασία. Τα μάτια τους ήταν στυλωμένα στον ορίζοντα. Ξέρασε αλμυρό νερό κι όταν συνήλθε κάπως γύρισε εκεί που ο άντρας μιλούσε ακόμα στο κοινό του.

- Ο καπετάνιος και το πλήρωμά του είναι ανίκανοι. Πρέπει να μας εξηγήσουν που μας πάνε κι όχι να κρύβονται στις καμπίνες τους. Αν συνεχίσουν να μας λένε ψέματα, αν συνεχίσουν το κρυφτό τους, θα πάμε εμείς να τους βρούμε.
Ο κόσμος συμφώνησε με φωνές και χειροκρότησε. Τότε ένας τους έδειξε κάποιον από το πλήρωμα που είχε χωθεί ανάμεσά τους. Τον περικύκλωσαν απειλητικά. Αυτός προσπάθησε να ξεφύγει, τον άρπαξαν όμως και τον έσυραν μπροστά στον ομιλητή που μάλλον είχαν χρίσει αρχηγό τους.
- Πού είναι η Χώρα; τον ρώτησε αυτός.
Και καθώς δεν έπαιρνε απάντηση, τον ξαναρώτησε.
- Ποιο είναι το σχέδιο; 
Αυτή τη φορά ο αρχηγός δεν περίμενε απάντηση. Τον έπιασε από το γιακά και τον έσπρωξε μπροστά του. Ο κόσμος έκανε ένα διάδρομο και ανάμεσα σε βρισιές και κατάρες ο άτυχος ναύτης, που τώρα έκλαιγε και παρακαλούσε, σύρθηκε ως την κουπαστή. Δυο τρεις έσπευσαν να βοηθήσουν, τον σήκωσαν στα χέρια και τον πέταξαν στη θάλασσα. Μερικές γυναίκες στρίγγλισαν και τα παιδιά κοιτούσαν με ορθάνοιχτα τα μάτια και το στόμα και τα πιο μικρά έβαλαν τα κλάματα και κρύφτηκαν στην αγκαλιά των γονιών τους. Οι περισσότεροι όμως επιδοκίμασαν.

Κοίταξε γύρω του. Ήθελε να τους μιλήσει μα δεν ήξερε πώς. Τα μάτια τους γυάλιζαν. Η αδρεναλίνη συσπούσε τα πρόσωπα κι έσφιγγε τις γροθιές, βλέμματα στρέφονταν ολόγυρα ψάχνοντας στόχο να ξεσπάσουν. Απελπισία.
Γύρισε πίσω σπρώχνοντας τον κόσμο να βρει την Αριάδνη. Δεν ήτανε στη θέση της. Η γύφτισσα τον κοίταζε με το ένα μάτι της.
- Να σου πω τη μοίρα σου;
Της έτεινε το χέρι δίχως δισταγμό. Αυτή το έπιασε, το χάιδεψε απαλά και ύστερα το έστρεψε προς τη μεριά του απότομα. Η παλάμη του ήταν λεία, χωρίς γραμμές.

Το κύμα ερχόταν αδυσώπητο, ίδια η μοίρα. Ένα αρχέγονο θηρίο που κοιμόταν χίλια χρόνια στο βυθό, με τα φύκια, τους αφρούς και τους πνιγμένους του. Ερχόταν με το στόμα ορθάνοιχτο, μουγκρίζοντας.

Στα αυτιά του ηχούσε ακόμα η ενοχλητική βουή. Από τα μεγάφωνα ακούστηκε ξανά η φωνή του καπετάνιου. Έτρεμε τώρα κι έσβηνε.
“Κυρίες και κύριοι επιβάτες. Θέλουμε να σας ενημερώσουμε για την κατάσταση. Ο προορισμός μας, όπως και εσείς γνωρίζετε, δεν φαίνεται πουθενά. Δυστυχώς δεν μπορούμε να εξηγήσουμε τι συμβαίνει. Κάθε επικοινωνία μας έχει χαθεί. Το πλήρωμα εξετάζει το πρόβλημα και θα βρει λύση. Παρακαλούμε μείνετε στις θέσεις σας και διατηρήστε την ψυχραιμία σας. Όποιος δεν υπακούσει στις οδηγίες του πληρώματος θα συλληφθεί”.

Ο κόσμος εξαγριώθηκε και άρχισε να ξεσπάει στο καράβι. Άρχισαν με τους πάγκους στο κατάστρωμα. Τους ξήλωσαν και τους πέταξαν στη θάλασσα. Ύστερα συνέχισαν με το εσωτερικό. Έπιπλα, τζάμια, κουκέτες κομματιάζονταν με μανία. Όσοι από το πλήρωμα δεν πρόλαβαν να κρυφτούν ρίχτηκαν κι αυτοί στα κύματα. Μια ομάδα ανέβηκε στη γέφυρα. Έπιασαν τον καπετάνιο μετά από μια σύντομη συμπλοκή κι ύστερα βάλθηκαν να καταστρέφουν τα όργανα του πλοίου με τσεκούρια από τις πυροσβεστικές εστίες. Οι μηχανές του πλοίου σταμάτησαν. Έδεσαν τον καπετάνιο στα κάγκελα, στο πιο ψηλό κατάστρωμα.

Ήτανε μεσημέρι πια. Κοίταξε το ρολόι του. Είχε σταματήσει στις πέντε και τέταρτο. Το καράβι ακυβέρνητο πήγαινε ό,που το έσπρωχναν τα κύματα. Ένοιωσε μια απέραντη κούραση.
Δεν έχει νόημα σκέφτηκε. Τίποτα από όλα αυτά δεν έχει νόημα.
Κόσμος δρασκελούσε το κιγκλίδωμα τώρα και βουτούσε στα νερά. Διέκρινε ανάμεσά τους την Αριάδνη κι έτρεξε προς το μέρος της. Είχε περάσει από την έξω μεριά και κρατιόταν από την κουπαστή. Το βλέμμα της ήταν θλιμμένο.
- Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, του είπε.
Άφησε τα χέρια της και έπεσε. Είδε το σώμα της να πέφτει στο νερό και να χάνεται. Κοίταξε τη θάλασσα. Παντού συντρίμμια. Σπασμένα έπιπλα, σανίδες, ρούχα, πλαστικά. Όλη η θάλασσα σπαρμένη ως πέρα με οτιδήποτε επιπλέει, τόσα που να μη βλέπεις το νερό. Είδε μια σκιά να ανεβαίνει με ταχύτητα από το βυθό κι ύστερα μια βάρκα εκτοξεύτηκε με ορμή πάνω από τα κύματα σαν να ήθελε να πετάξει κι έπειτα έπεσε ξανά με ένα δυνατό παφλασμό κι έμεινε να επιπλέει τουμπαρισμένη. Κι άλλα αντικείμενα, κάθε λογής, αναδύονταν συνέχεια από τα βάθη.

Γύρισε και είδε όλο τον κόσμο στραμμένο προς το μέρος του. Μπροστά ήταν ο αρχηγός, ο καπετάνιος και η γύφτισσα, και παραπίσω οι άλλοι. Όλοι τους ήτανε βρεγμένοι, μούσκεμα. Τα νερά έσταζαν από τα μαλλιά και τα ρούχα τους και σχημάτιζαν λίμνες στο κατάστρωμα. Κι ο ίδιος όμως ήτανε βρεγμένος κι έτρεμε.
- Δείξε τους την παλάμη σου, είπε η γύφτισσα.
Σήκωσε το χέρι του και τους το έδειξε. Τα μάτια τους δεν είχαν πια φόβο ούτε οργή, μόνο μελαγχολία και θλίψη. Υποψιάζονταν. Ήξεραν.
- Ποιο είναι το σχέδιο; ρώτησε ο αρχηγός τους.
Δεν υπήρχε σχέδιο. Ένα παιγνίδι του μυαλού, μια τελευταία ανάσα. Ύστερα πέφτει η αυλαία, σβήνουν τα φώτα, τέλος.
Μετά πήρε το λόγο ο καπετάνιος.
- Τα ρολόγια μας έχουνε σταματήσει ώρες πριν. Το ίδιο και τα όργανα του πλοίου. Και οι ψυχές μας έχουνε παγώσει. Ελευθέρωσέ μας.
Κατάλαβε τι του ζητούσαν.
- Βυθίστε το πλοίο, είπε. Πρέπει να βυθίσουμε το πλοίο.

Κατέβηκαν στο αμπάρι κατά ομάδες. Με ό,τι εργαλεία βρήκαν, τσεκούρια, λοστούς, σφυριά, οξυγόνο, χτυπούσαν τα πλευρά του πλοίου για να ανοίξουν τρύπες. Κατέβασαν τη μπουκαπόρτα κι άφησαν ανοιχτά όλα τα ανοίγματα που απομόνωναν τα στεγανά του πλοίου. Νερά έμπαιναν από παντού με ορμή.
Μαζεύτηκαν στο πάνω κατάστρωμα. Το πλοίο βούλιαζε σιγά- σιγά. Οι άνθρωποι αγκαλιασμένοι, μελαγχολικοί μα ήρεμοι, έβλεπαν τα νερά να ανεβαίνουν.

Το κύμα έσκασε στο πλοίο και το ρούφηξε με το τεράστιο στόμα του. 

Βρέθηκε στη θάλασσα. Το νερό χάιδευε το δέρμα του. Η θάλασσα, ζεστή σαν μήτρα, τον καλοδεχόταν. Κατευθυνόταν στο βυθό. Λίγο μόλις κάτω από την επιφάνεια μπόρεσε να διακρίνει τη Χώρα. Στην αρχή τους λόφους της και τα Τείχη, κι ύστερα τα σπίτια και τους δρόμους. Τα σπίτια φαίνονταν διαλυμένα, στους δρόμους τα αυτοκίνητα το ένα πάνω στο άλλο. Στο λιμάνι τα καράβια είχαν γείρει και ακουμπούσαν στο βυθό.
Γύρω του κολυμπούσαν τώρα και άλλοι. Όλοι τους κατευθύνονταν στη Χώρα. Είδε κοντά του την Αριάδνη και την έπιασε από το χέρι και κατέβαιναν μαζί. Γνώρισε την παλιά του γειτονιά. Κολύμπησε προς το πατρικό του κι ευχήθηκε να τον περίμενε η μάνα του, καθισμένη στο κατώφλι της εξώπορτας, όπως παλιά.

Άραγε, μπορεί να δακρύσει κανείς μέσα στη θάλασσα; αναρωτήθηκε.


Τρίτη, 20 Μαΐου 2014

Η ΣΚΛΩΠΑ


Γύρω από την ΠΥΡΚΑΛ ορθώνεται μια μάντρα. Πετρόχτιστη, ψηλή, με συρματόπλεγμα, σαν μάντρα φυλακής ή στρατοπέδου. Τα βράδια σπάνιο να διασταυρωθείς εκεί με κάποιον, εκτός από τα παιδιά που σχολάνε από τα φροντιστήρια ή κάποιον που έχει βγάλει βόλτα το σκυλί του. Υπάρχει πάντα διάχυτη μια μυρωδιά αμμωνίας, καθώς η ερημιά και το σκοτάδι διευκολύνουν τους ταξιτζήδες να αδειάζουνε την κύστη τους πίσω από τα παρκαρισμένα φορτηγά. Παραδίπλα, στη γωνία, κάποιοι άλλοι αδειάζουνε τα μπάζα τους. Αν τύχει και περάσεις από κει, πρέπει να ακροβατείς και να ελίσσεσαι ανάμεσα σε σακούλες, τζάμια, λεκάνες και νιπτήρες, πόρτες, ξεκοιλιασμένους καναπέδες, ξερριζωμένες γιούκες, κάτουρα και ακαθαρσίες σκύλων. Προσέχοντας συγχρόνως, οι γυναίκες, μήπως χάσουν την τσάντα τους από κάποιον εποχούμενο τσαντάκια.
Σ' αυτή τη διόλου ελκυστική για περίπατο μάντρα έσερνε συχνά κι εμένα ο σκύλος μου, ίσως γιατί εκεί μπορούσε να εξασκήσει αποτελεσματικά την όσφρησή του. Μέχρι εκείνη τη νύχτα.

Ήσυχη νύχτα, τα αυτοκίνητα λιγοστά, τα μπάζα μαζεμένα. Στον κάδο της ανακύκλωσης κάποιος, με ένα φακό στο ένα χέρι και έναν αυτοσχέδιο γάντζο στο άλλο, έψαχνε. Το σκυλί με πήγε ως εκεί που ήθελε κι ύστερα γύρισε μόνο του, όπως συνηθίζει, για να επιστρέψουμε. Τότε ακούστηκε. Είχα χρόνια να ακούσω αυτό τον ήχο και δεν περίμενα ποτέ πως θα τον άκουγα μέσα στην πόλη. Κάτι ανάμεσα σε λυγμό και σφύριγμα είναι. Σαν κόμπος στο λαιμό της νύχτας. Δεν κοίταξα να δω από που ήρθε, από κάποιο δέντρο ή από τις στέγες του εργοστάσιου. Τράβηξα το σκυλί να φύγουμε πιο γρήγορα. Γιατί θυμήθηκα μιαν άλλη νύχτα.

Πριν πολλά χρόνια, στο χωριό μου, έτυχε να συμπέσουν κάποιοι απρόσμενοι θάνατοι με την εμφάνιση μιας σκλώπας. Έτσι λένε τον γκιώνη εκεί. Kρίθηκε πως υπάρχει άμεση σχέση και πως η σκλώπα ήταν υπεύθυνη για τους θανάτους και ως εκ τούτου ομόφωνα καταδικάστηκε. Την ποινή ανέλαβαν να εκτελέσουν οι άντρες του χωριού. Μαζεύτηκαν στην πλατεία κι οργάνωσαν απόσπασμα.

Οι συμπτώσεις έχουν δύναμη πειθούς. Γιατί οι άνθρωποι χρειάζονται ένα γκιώνη. Έναν κακό μαντατοφόρο. Να ρίχνουνε σ' αυτόν το φταίξιμο για τα στραβά της ζωής τους και να ξορκίζουν το κακό. Εκείνο που φοβούνται να ερμηνεύσουν ή να αποδεχτούν. Τη μεγάλη εικόνα. Παρηγορούνται έτσι ότι έκαναν αυτό που πρέπει ώστε ανάλαφροι και με ήσυχη συνείδηση να αφεθούν μετά στα ήρεμα νερά του ποταμού που πάει και πάει δίχως όχθες. Να! δείτε με, επιπλέω! Ό,τι και να συμβεί στις εκβολές του, θα είναι πλέον πραγματικά αναπόφευκτο.

Το σπίτι μας είναι στην άκρη του χωριού. Καθόμουν στην αυλή όταν πέρασαν, δεν είχα ύπνο. Πίσα σκοτάδι κι αυτοί με τους πλακέ φακούς, τα λουξ και τα δίκαννα περάσανε το δρόμο βαρύθυμοι και βλοσυροί λες και πηγαίνανε στον πόλεμο. Η σκλώπα ήδη ακουγόταν στο βουνό από ώρα. Όμως μετά από λίγο, υποθέτω όταν φτάσανε οι κυνηγοί κοντά της, σώπασε. Ύστερα ακούστηκε ξανά στον κάμπο. Από τις φωνές που έφταναν ως εμένα από το απόσπασμα, κατάλαβα ότι χωρίστηκαν σε ομάδες.
Είχε περάσει ώρα αφότου έφυγαν. Καθόμουνα εκεί στα σκοτεινά και κοιταζόμουν με τα σαμιαμίθια. Στο απέναντι σπίτι άνοιξε η πόρτα. Βγήκε ο Μ. Κάθισε στην πεζούλα κι άναψε τσιγάρο. Στο φως της φλόγας είδα για μια στιγμή χλωμό το πρόσωπό του.
Δεν ακουγόταν πια η σκλώπα. Στην απόλυτη ησυχία της νύχτας έρχονταν μόνο από μακριά οι μιλιές αυτών που είχαν βγει να τη σκοτώσουν. Ο Μ. στράφηκε προς το μέρος μου. Ζάρωσα όσο μπορούσα πίσω από τις γλάστρες. Έσβησε το τσιγάρο κι άναψε άλλο. Στη χαρουπιά απέναντι, ένα κλαδί που έγερνε από πάνω του ταλαντεύτηκε ελαφρά και θρόισαν τα φύλλα. Ο Μ. σήκωσε το κεφάλι. Κοίταξα εκεί που κοίταζε κι είδα μια σκιά στο φύλλωμα ανάμεσα στις άλλες. Και τότε ακούστηκε η φωνή της. Ξανά και ξανά, σαν να έσταζε δάκρυα το σκοτάδι. Ο Μ. καθόταν από κάτω και την κοίταζε ακίνητος. Πέρασε ώρα έτσι. Ώσπου ακούστηκαν τα βήματα των κυνηγών που έρχονταν. Τότε η σκλώπα σώπασε, άνοιξε τα φτερά της, πέταξε μακρυά και δεν ξανάρθε στο χωριό. Ο Μ. μπήκε στο σπίτι κι έκλεισε την πόρτα. Το άλλο πρωί δεν ξύπνησε.

Δεν ξαναπήγα έκτοτε στη μάντρα. Τραβάω το σκύλο μου και πάω αντίθετα. Δεν μπορώ όμως να ησυχάσω. Νιώθω ότι ο γκιώνης με ακολούθησε. Ίσως τώρα κρυμμένος στις φυλλωσιές του ευκάλυπτου έξω από το παράθυρό μου με κοιτάζει και μια νύχτα θα χτυπήσει να του ανοίξω, σαν εκείνο το Κοράκι. Άλλες φορές νομίζω ότι έχει ήδη μπει μέσα στο σπίτι. Ότι λουφάζει στις πιο σκοτεινές γωνιές. Τον αισθάνομαι πίσω μου που ανοίγει τα φτερά του για να ξεμουδιάσει και στρέφει το κεφάλι του αργά και με κοιτάζει. Από ώρα σε ώρα περιμένω να ακούσω τη φωνή του. Σχεδόν αδημονώ.

Ακόμα χειρότερα, μερικές φορές νιώθω ότι εγώ είμαι ο γκιώνης. Που έχει γυρίσει τα μέσα έξω και τα φτερά του γαργαλούν τα σωθικά και το μυαλό μου, και τα νύχια του ακονίζονται στα νεύρα μου. Κι όταν μιλάω πάλλεται το στήθος του και η φωνή του αντηχεί μέσα στο κεφάλι μου. Ένας απόηχος που δεν πιάνει το ανθρώπινο αυτί γλιστράει τότε έξω και οι άνθρωποι φεύγουν μακριά μου ανήσυχοι και ανατριχιάζουν. Χωρίς όμως ποτέ να αντιλαμβάνονται το λόγο.

Σάββατο, 10 Μαΐου 2014

ΘΑΛΑΣΣΑ



Από το ένα χέρι τον κρατούσε η μάνα του κι από το άλλο ο πατέρας. Βάδισε έτσι αδέξια στην άμμο. Πρώτα ζεστή αυτή, ύστερα υγρή και κρύα. Κι έφτασαν στο νερό κι αυτό του έγλειψε τα πόδια και στην αρχή φοβήθηκε. Στον Πόρο ή στην Αλικαρνασσό. Κι η μάνα σήκωσε το φουστάνι μην το βρέξει και πήγαν λίγο πιο βαθιά. Τότε άφησε το χέρι του ο πατέρας του και χάθηκε. Κι αυτός τράβηξε και το άλλο χέρι, γιατί στο μεταξύ είχε μεγαλώσει. Μάνα, της είπε, άσε με, μπορώ. Κι αφέθηκε στην αγκαλιά της θάλασσας κι αυτή τον κράτησε και του ψιθύρισε να μη φοβάται. Τον λίκνισε όμορφα και τον κανάκεψε με τους αφρούς της και τον σήκωσε να τον δει ο ήλιος. Και την αγάπησε βαθιά. Έτσι άρχισε. Γύρισε να κοιτάξει πίσω κι είδε μόνο τους φίλους του. Στον Κούλε. Η μάνα του περίμενε στο δρόμο για να τον μαλώσει. Μαθητής του δημοτικού και κατηφόριζε μονάχος του να βρει τη θάλασσα. Έφηβος, Αμνισό και Φλώριδα. Ύστερα πιο μακριά. Φορτωμένος στην πλάτη ένα σακίδιο κι ένα υπνόσακο, με ωτοστόπ, ένας μικρούλης Τάλως. Φαλάσαρνα, Πλακιάς, Αγία Γαλήνη, Φραγκοκάστελλο, Άγιος Παύλος, Κερατόκαμπος, Βάι... Όχι για να φυλάξει τη στεριά αυτός αλλά για να χαρτογραφήσει τα όριά της. Για να γεμίσει με αρμυρό νερό τις φλέβες του, να έχει να ζήσει όταν φύγει.

Βράχια, άμμος, βότσαλα, κοχύλια, αρμυρίκια, κρινάκια, εκβολές, λιμάνια, κάστρα, μονοπάτια, μελτέμια, πηγές, φύκια, ήλιος. Νερά γαλάζια, πράσινα, θολά. Θάλασσα ήρεμη σαν λάδι, θάλασσα αγριεμένη, θάλασσα κυκλοθυμική. Έρωτας μέσα στα νερά της. Στα βράχια μιας θαλασσινής σπηλιάς. Σε υπνόσακο δίπλα στο κύμα.
Κι ο ήχος της. Τραγούδι φάλαινας και φλοίσβος. Ένα αόρατο κοχύλι μόνιμα στο αυτί του, να του διηγιέται ιστορίες. Μέχρι τώρα.

Κι έφευγε, όλο έφευγε, ώσπου έφυγε στ' αλήθεια.

Χώρια της δεν μπορούσε. Την αγαπούσε πάντα όπως πρώτα. Κι έπεφτε αχόρταγα στην αγκαλιά της κάθε καλοκαίρι.
Σπάνια πια επέστρεφε στο ίδιο μέρος. Ήθελε να γνωρίσει κάθε όψη της. Όπως ο εραστής που εξερευνά κι ανακαλύπτει συνεχώς νέα σημεία να λατρέψει στο ίδιο σώμα. Ίος, Πάρος, Φολέγανδρος, Αστυπάλαια, Ικαρία, Σχοινούσα, Κουφονήσια, Σίφνος, Σαμοθράκη, Κάρπαθος, Σκόπελος, Λέρος...Με χίλια ονόματα και χίλια πρόσωπα, η ίδια η πρώτη εκείνη θάλασσα. Τα κύτταρά του ποτισμένα. Λέπια στην ψυχή, αρμύρα στο μπλουζάκι. Φωτογραφίες σε κούτες, θαλασσόξυλα στο ράφι, βότσαλα σε βαζάκια. Άμμος στις βαλίτσες, στα σεντόνια, στα βιβλία, στα μάτια.

Άμμος που στάζει στη Μεγάλη Κλεψύδρα.

Πήρε κι αυτός τα παιδιά του απ' το χέρι κι έβρεξαν δειλά τα πόδια τους. Κι έκλαψαν όταν ήπιαν αρμυρό νερό, φοβήθηκαν και γέλασαν. Και άφησαν τα χέρια του, μπήκαν μωρά στη θάλασσα και την αγάπησαν, βαφτίστηκαν και βγήκαν άντρας και γυναίκα.

Σιγά και ανεπαίσθητα στην αρχή, κάτι άλλαζε. Ανάπτυξη το λέγανε κι ερχόταν όλο και πιο γρήγορα. Στο τέλος ίσα που προλάβαινε. Κάθε που έφευγε από κάπου, γύριζε το κεφάλι να κοιτάξει πίσω και την έβλεπε να ξεπροβάλλει, μορφάζοντας απαίσια και φτύνοντας γύρω σκουπίδια, να τρέχει στο κατόπι του με πελώριες δρασκελιές. Άνοιγε πίσω του η αμμουδιά κι από το βάραθρο ορθώνονταν ως τον ουρανό τσιμέντα, τούβλα κι αλουμίνια. Σύννεφο η σκόνη, κι έρχονταν μέσα από τον κουρνιαχτό τα φορτηγά και οι μπουλντόζες. Μάντρες ελίσσονταν σαν φίδια, κατέβαιναν από τους λόφους κι έφταναν στο κύμα. Ομπρέλες έπεφταν από ψηλά και μπήγονταν στην άμμο. Πήδαγε αλαφιασμένος στο καράβι και πίσω ορδές τσαλαπατούσαν τα κρινάκια, ισοπέδωναν τις αμμοθίνες, μπάζωναν τα ρέματα κι έφτιαχναν γήπεδα γκολφ κι ύστερα χόρευαν γύρω από τα μπαρ και τις πισίνες.
Έβλεπε από το κατάστρωμα τα μέρη που είχε κάποτε επισκεφτεί κι ήταν πια αγνώριστα. Κι η ίδια η θάλασσα φαινότανε θλιμμένη κι ανόρεχτα, με απέχθεια, άγγιζε τη στεριά και γύρναγε την πλάτη στους ανθρώπους. Μα αυτοί αδιάφοροι τσαλαβουτούσαν στα νερά της ξερνώντας μουσακά και ουίσκια και φωτογράφιζαν ο ένας τον άλλο ενώ από τα μπαλκόνια κάποιοι άλλοι ανέμιζαν θριαμβευτικά νομοσχέδια και μπίζνες πλανς.

Όλο και δυσκολότερο γίνεται πια να ξαναβρεί τη θάλασσα που ήξερε. Συχνά ανεβαίνει στην ταράτσα να δει ένα μικρό κομμάτι της που ασημίζει στο βάθος ανάμεσα στις πολυκατοικίες. Κι εύχεται να μπορούσε να τραντάξει τη γη και να σηκώσει ένα τσουνάμι. Να έρθει αυτό και να σαρώσει τις ακτές και να τις κάνει όπως πρώτα. Να σαρώσει όσα χρόνια πέρασαν και να βρεθεί ξανά εκεί στην πρώτη αμμουδιά, στο πρώτο κύμα.