Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Η ΤΙΓΡΗ



Την αγαπούσα στα κρυφά, την ήθελα. Όμως, τίποτα δεν της είχα πει, τίποτα δεν της είχα δείξει. Αυτή, περνούσε δίπλα μου σαν να μην με έβλεπε. Έκανα κι εγώ πως δεν την βλέπω. Μα η καρδιά μου σπαρταρούσε, καθώς περνώντας με άγγιζε η φούστα της και με μεθούσε το άρωμά της και η μυρωδιά του σώματός της. Και φανταζόμουνα συχνά το σώμα αυτό -λεπτό κι αέρινο ήταν- να αφήνεται στην αγκαλιά μου, να της σηκώνω λέει τη φούστα εκείνη αργά χαϊδεύοντάς την ως επάνω, να έχω το στήθος της στο στήθος μου, να τη φιλώ στα χείλη κι αυτή να αναστενάζει, να κλείνει τα μάτια και να με σφίγγει πάνω της. Τέτοια και άλλα φανταζόμουνα, ερήμην της.

Εκείνες τις Απόκριες, εγώ κι ο φιλαράκος μου, είπαμε να μασκαρευτούμε. Με ένα σεντόνι τυλιγμένοι, μια άσπρη μάσκα με πανί που έκρυβε εντελώς το πρόσωπο, τίποτε άλλο. Και πήγαμε στο πάρτυ της αδελφής της και δεν μιλούσαμε καθόλου, μη μας καταλάβουν. Καθόμασταν σε μια γωνιά και χαζεύαμε τις μασκαράτες, και κάθε τόσο γυρνούσαμε από την άλλη, σηκώναμε ελαφρά τη μάσκα κι αδειάζαμε το ποτηράκι το κρασί.
Αυτή ήταν ντυμένη τίγρη. Ολόσωμη εφαρμοστή στολή με ουρά και νύχια, μια μαύρη μάσκα για τα μάτια. Την είδα κάποτε που μπήκε στην κουζίνα κι έτρεξα πίσω της, δήθεν να πιω νερό. Γύρισε και με κοίταξε.
"Για να σε δω καλά, ρε φάντασμα", μου κάνει.
Και έφερε το πρόσωπό της φάτσα στο δικό μου. Με κοίταξε στα μάτια, τα χείλη της ήρθαν κοντά στα χείλη μου, μύρισα τη ζεστή ανάσα της, με κοίταξε λοιπόν στα μάτια και είπε "ωραία μάτια έχεις εσύ", μ' έπιασε από τον ώμο κι ήρθε ακόμα πιο κοντά ώσπου ακούμπησε το στήθος της στο στήθος μου, κι ύστερα "κάπου τα ξέρω αυτά τα μάτια" και γέλασε "τώρα κατάλαβα ποιος είσαι" και έκλεισε τα μάτια της, "μη φοβάσαι, δε θα σε κοιτάξω, καλύτερα έτσι", κι ύστερα σήκωσε το πανί της μάσκας ίσα που να αποκαλυφθεί το στόμα και με φίλησε "πάντα μου άρεσες, δεν το είχες καταλάβει;" και με έσφιξε κοντά της και τα χέρια της βρήκαν το άνοιγμα στο σεντόνι και με χάιδευαν παντού, και τα δικά μου χέρια που είχαν παραλύσει σηκώθηκαν κι αυτά κι έπιασαν πρώτα την ουρά της και ξαφνιάστηκα, κι ύστερα κίνησαν το ένα κάτω της, το άλλο πιο πάνω, και τότε άκουσα να τη φωνάζουν κι ώσπου να συνέλθω με είχε παρατήσει, ήταν φευγάτη κιόλας, είδα την άκρη της ουράς στην πόρτα κι άκουσα μόνο τη φωνή της "θα τα πούμε αύριο".
Ούτε νερό ήπια, ούτε τίποτα. Σηκώθηκα κι έφυγα, πήρα τους δρόμους κι έτρεχα με το σεντόνι να ανεμίζει σαν σημαία θριάμβου, γελούσε η νύχτα, χόρευαν ψηλά τα αστέρια. Κι ούτε κοιμήθηκα καθόλου, είχα ορθάνοιχτα τα μάτια κι έβλεπα οπτασίες στο σκοτάδι μέχρι που ξημέρωσε.

Την άλλη μέρα που την αναζήτησα στο στέκι, την είδα να μιλά με μια παρέα. Πήγα προς το μέρος τους όλο χαμόγελο. Είχα πια φτάσει κοντά της μα αυτή πάλι δεν μου έδωσε σημασία, σαν να μη με είδε, όπως πάντα. Έστριψα τότε, πήγα παραπέρα, με το χαμόγελο να έχει παγώσει, "ίσως θέλει διακριτικότητα" σκέφτηκα όπως στεκόμουν εκεί αόρατος γι' αυτήν, λουσμένος ξανά το άρωμά της, μα καθώς με την άκρη του ματιού μου θαύμαζα το σώμα που είχα αγκαλιάσει χθες κι ένιωθα ξανά τα χάδια της, άκουσα τη φωνή της να λέει στο μάγκα που την κοιτούσε με απορία "τί εννοείς δεν ήσουνα εσύ χθες βράδυ;" κι εκείνον να της απαντάει "αφού σου λέω, ήμουνα άρρωστος στο κρεβάτι χθες" κι ύστερα "μην ανησυχείς, θα τον βρω τον πούστη και θα τον πατήσω κάτω".

Όρκισα το φιλαράκο μου ποτέ να μη μιλήσει σε κανένα για εκείνη μας τη μεταμφίεση. Και πια όχι μόνο δεν της μίλησα, ούτε που πέρασα ξανά κοντά της. Μα κάθε Απόκριες, αρκεί να κλείσω μια στιγμή τα μάτια και, ερήμην της, ερήμην μου, βρίσκεται ξανά στην αγκαλιά μου και νιώθω τα χάδια της να χαράζουν ίχνη ανεξίτηλα στο σώμα μου. Κι όταν η γυναίκα μου με ρωτάει τι είναι αυτά τα σημάδια στην πλάτη μου, της απαντάω "από τίγρη, αγάπη μου, στο ορκίζομαι".



Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

ΟΙ ΑΦΕΛΕΙΕΣ



Να σας κάνω ωφέλειες; την είχε ρωτήσει η κοπέλα στο κομμωτήριο. Μάλλον Αλβανή ήταν.
Ωφέλειες; Γέλασε από μέσα της. Ναι, καλό ακούγεται.
Χάζευε αφηρημένα στον καθρέφτη την αεικίνητη κοπελίτσα, τις άλλες πελάτισσες, τις προθήκες με τα σαμπουάν και τα καλλυντικά, τις αφίσες. Ύστερα κοίταξε μπροστά το πρόσωπο με τις αφέλειες.

Ο καθρέφτης άδειασε, το κομμωτήριο μέσα του έσβησε. Σαν να κοίταζε από ένα παράθυρο έξω στην ομίχλη, μια σχολική αίθουσα ξεπρόβαλλε σιγά σιγά. Είναι η μέρα της φωτογράφισης. Τα παιδιά μαζεμένα σε μιαν άκρη περιμένουν τη σειρά τους, ανυπόμονα. Έρχεται και η σειρά της. Τρέχει καμαρωτή, με την μπλε κορδέλα στα μαλλιά και το καινούργιο κούρεμα με τις αφέλειες. Η ποδιά της καθαρή, ο γιακάς κατάλευκος. Κάθεται στο θρανίο. Ο φωτογράφος της λέει να στήσει πιο όρθιο το κορμί της. Πιάνει το μολύβι και κάνει πως γράφει στο τετράδιο μπροστά της.

Τέλειωσε η φωτογράφιση, σηκώθηκε.
Πώς σας φαίνεται; ρώτησε η κοπέλα.

Η δασκάλα τους μοιράζει τις φωτογραφίες. Παίρνει τη δική της με λαχτάρα. Το κορίτσι κοιτάζει το φακό με τα μεγάλα μάτια του και χαμογελάει αχνά. Το χέρι της κρατάει χαλαρά το μολύβι. Είναι όμορφη. Οι αφέλειες της πηγαίνουν. Είναι ευτυχισμένη. Πίσω της κρέμεται ένας χάρτης. Δεν φοβάται το μέλλον. Δεν φοβάται τίποτα.

Ωραία είναι, σε ευχαριστώ πολύ, είπε στην κοπέλα.

Έβρεχε έξω. Άνοιξε την ομπρέλα να μη χαλάσει τα μαλλιά της.
Έφτασε στο σπίτι, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και κάθισε στο γραφείο της. Έβαλε ένα χαρτί μπροστά της, έπιασε το μολύβι κι άρχισε να γράφει.
"Να σας κάνω ωφέλειες; την είχε ρωτήσει η ..."

Άνοιξε η πόρτα. Έστησε το κορμί της όρθιο, σήκωσε το κεφάλι και χαμογέλασε αχνά στον φωτογράφο χωρίς να αφήσει το μολύβι.
Πώς σου φαίνομαι; τον ρώτησε.
Ο άντρας της την κοίταξε.
Σαν μαθήτρια του Δημοτικού, σκέφτηκε.
Δεν της το είπε. Δεν ήξερε πώς θα το έπαιρνε.
Πολύ ωραία είναι, της είπε μόνο. Σου πάνε.
Έφυγε, να τσιμπήσει κάτι και να πάρει έναν υπνάκο.

Τέλειωσε αυτό που έγραφε.
"...Πού την έχω καταχωνιάσει εκείνη τη φωτογραφία;"
Ύστερα δίπλωσε το χαρτί, άφησε δίπλα το μολύβι, σηκώθηκε κι άρχισε να ψάχνει τα συρτάρια. Ξεφύλλισε όλα τα παλιά άλμπουμ. Πήρε τη σκάλα, ανέβηκε στο πατάρι, άνοιξε τις κούτες. Τίποτα.
Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και προσπάθησε να κρατήσει τα δάκρυά της.

Πού το έχω καταχωνιάσει εκείνο το κορίτσι;


Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Η ΣΚΑΛΑ



Ήταν ακουμπισμένη με το πλάι στον τοίχο κι έβγαζε σε μια τρύπα στο ταβάνι. Ήταν μια σκάλα που δεν την ανέβαινε κανείς. Μπροστά της στέκονταν η ψάθινη πολυθρόνα της γιαγιάς μου. Επίτηδες την έβαζε εκεί. Γιατί αυτή η γιαγιά ήταν σκληρή και άκαρδη. Είχε στην τσέπη μια μουτσούνα. Την έβγαζε συχνά, τη φόραγε και σε κοιτούσε. Το μάτι άγριο, σου πάγωνε το αίμα. Μπορούσε να σου απαγορεύσει να αναπνέεις. Να κοιτάξεις. Σίγουρα σου απαγόρευε να ανεβείς τη σκάλα.
Καμιά φορά, όπως καθόταν, την έπαιρνε ο ύπνος και ροχάλιζε σαν δράκος που φυλάει τη σπηλιά του. Νυχοπατώντας τότε πήγαινα στο πλάι, έγερνα λίγο το κεφάλι και κοίταζα ψηλά στη μαύρη τρύπα. Η τρύπα αυτή ήταν στόμα. Φαφούτικο, μουρμούραε μόνο κι έτρεμε το σπίτι. Έστηνα αυτί και άκουγα. "Έλα...έλα..."
Μα δεν μπορούσα. Ποτέ δεν σηκωνότανε απ' την πολυθρόνα η γριά, εκεί κοιμόταν.
Τη νύχτα έβγαινα κρυφά από το δωμάτιό μου. Έπεφτα στα γόνατα, παραμέριζα τα φουστάνια της και σερνόμουν κάτω από την πολυθρόνα. Καθόμουν στο πρώτο σκαλί, προσεκτικά, μην τρίξει και ξυπνήσει ο δράκος. Στο σκοτάδι έστηνα αυτί και άκουγα το σαράκι να τρώει το ξύλο. Επίμονα, φιλότιμα.
Έτσι είναι τα σαράκια, δεν έχουν τίποτα άλλο στο μυαλό τους. Τρώνε και τρώνε, να μη μείνει τίποτα. Κανένα ίχνος που να λέει, να, εδώ υπήρχε κάποτε μια σκάλα.

Θα σας το πω τώρα. Δεν ειμαι σίγουρος. Ποτέ δεν είμαι. Αυτή η σκάλα ίσως δεν υπήρξε. Όμως, από την άλλη, τη θυμάμαι. Μπορώ να σας την περιγράψω σαν να είναι αλήθεια. Και μόλις γίνει αυτό, μόλις σας πείσω, τότε η σκάλα αυτή θα υπάρξει. Τότε και μόνο τότε.

Μια φορά, τόλμησα και ανέβηκα ως τη μέση. Και κοίταξα, και είδα αμυδρά όσα είχε καταπιεί από παλιά, πολύ παλιά, το κατασκότεινο ξεδοντιασμένο στόμα. Σκόνη κι αράχνες, έπιπλα διαλυμένα, ρούχα, στρώματα, ένα σεντούκι. Όλα όσα αρμόζουν σε σοφίτα. Και μια κιθάρα. Οι χορδές της κρέμονταν χαλαρές, σπασμένες. Ήχησε, με τον ήχο που έχει μια κιθάρα κλεισμένο μέσα της και περιμένει να ακουστεί, αρκεί να την κοιτάξεις.

Πέρασαν από τότε πολλά χρόνια. Γκρεμίστηκε το σπίτι, το ξανάχτισαν, ο δράκος έχει πια πεθάνει. Όλα θα ξεχαστούν. Όλα φτιαγμένα από άμμο, ριγμένα σε μια αδυσώπητη κλεψύδρα. Κι όσο περνάει ο καιρός κυλούν οι κόκκοι, λιώνουν τα πράγματα και σβήνουν. Κι εγώ που ακόμα λαχταρώ να την ανέβω, ούτε που υπάρχει πια κανείς για να μου πει "ναι, εκείνη η σκάλα, τη θυμάμαι".

Αν δεν πιστέψετε κι εσείς ότι υπήρξε αυτή η σκάλα, ποτέ δεν θα υπάρξει. Θα είναι για πάντα μια πλάνη, φτιαγμένη από την άμμο των ονείρων, και θα χαθεί κι αυτή σε εκείνη την κλεψύδρα. Θα ξεχαστεί κι εγώ θα μείνω εκεί στη μέση της για πάντα, να ακούω το σαράκι της.
Αν τύχει και σας πείσω, θα το καταλάβω. Και σας υπόσχομαι να την ανέβω μέχρι πάνω. Θα χωθώ στη μαύρη τρύπα, θα συμμαζέψω τα πράγματα, θα κουρδίσω την κιθάρα. Ύστερα, θα ανοίξω εκείνη την κασέλα και θα σας διηγηθώ όλα όσα βρω εκεί μέσα.


Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

ΤΟ ΦΛΟΥΡΙ



"Θα μου δείξεις πού θα το βάλεις, να το τύχω;" παρακαλούσε η μικρή τη μάνα της για το φλουρί. "Όχι", της έλεγαν, "δεν είναι σωστό".
Τύλιγαν δυο νομίσματα με αλουμινόχαρτο και τα έχωναν κρυφά στην πίτα. Σημάδευαν τα σημεία με ένα ελατάκι ή έναν Αη-Βασίλη κι ύστερα την πασπάλιζαν με ζάχαρη άχνη, να χαθεί κάθε ίχνος. Κι όταν έφτανε η ώρα και κόβανε την πίτα, "αυτό είναι του μπαμπά, της μαμάς, της γιαγιάς, του Χριστού, του φτωχού, ..." κάθε χρονιά, τι περίεργη τύχη, τα δυο παιδάκια βρίσκανε στο κομμάτι τους κι από ένα φλουρί.
"Φοβερή τύχη, να πέφτει σ' εμάς κάθε φορά!" θαύμαζε ο μεγάλος.
Κι έτσι άρχιζε με γέλια και χαρά ο καινούργιος χρόνος.

Μια ιεροτελεστία, μια αθώα σκευωρία, λίγο να σπρώξουνε την τύχη εκεί που πρέπει, να καλοπιάσουνε το χρόνο να 'ναι γλυκός με τα παιδάκια, να βάλουνε το χέρι τους όσο μπορούν να εξευμενίσουν το άγνωστο, τίποτα να μην τους λείψει, τίποτα να μην τα πληγώσει, μόνο αυτό το γέλιο να κρατήσει, η λάμψη αυτή στα μάτια τους.

Θα φύγουν κάποτε. Θα έρθουν Πρωτοχρονιές που θα περνάνε χώρια. Μα αυτοί όσο μπορούν και φτιάχνουνε τη βασιλόπιτα, κι ας είναι μόνοι τους, θα βάζουν πάντα δυο νομίσματα. Κι όταν την κόβουν τα μεσάνυχτα, τι περίεργη τύχη, πάντα θα πέφτουν τα φλουριά στα δυο παιδιά που λείπουν. Θα κοιτάζονται και θα γελάνε συνωμοτικά, όπως τότε.
Και τα παιδιά, ό,που κι αν βρίσκονται, ίσως να το διαισθάνονται εκείνη τη στιγμή, ίσως να θυμούνται, κι αν τους ξεφύγει κι αυτών ένα γέλιο και κάποιος τα ρωτήσει, θα πουν πως απλά χαίρονται γιατί τους έτυχε και φέτος, όπως πάντα, το φλουρί, και σίγουρα θα πάει καλά η χρονιά τους. Ναι, σίγουρα θα πάει καλά η ζωή τους.


Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

ΓΚΡΙΖΑ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ (2)




ΠΡΟΣΕΧΩΣ:


DAS CABINET DES DR. CALIGARI (Robert Wiene, 1920)

THE KID (Charlie Chaplin, 1921)

PSYCHO (Alfred Hitchcock, 1960)

THE EXORCIST ( William Friedkin, 1973)

SCARFACE (Brian De Palma, 1983)



 (Συνέχεια από ΓΚΡΙΖΑ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ)



Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Ο ΚΑΙΡΟΣ




Ούτε να κεντήσει έβλεπε, ούτε να πλέξει. Έτσι κι αλλιώς όσα προικιά είχε κάνει στη ζωή της τα έτρωγε ο σκώρος στις κασέλες. Κάτι πουλόβερ, άλλα ξεχειλωμένα, άλλα λιωμένα στους αγκώνες, ζούσαν ακόμα στις ντουλάπες χάρη στη μεγαλοθυμία των παιδιών της. "Ναι, ρε μάνα, εδώ το 'χω, δες, το φοράω πότε πότε". Μην τη στεναχωρήσουν. Κι όποτε ερχόταν έβγαζαν κι ένα σεμεδάκι και το άπλωναν στο σαλόνι ή έστρωναν στα κρεβάτια των παιδιών τα σεντόνια που είχε κεντήσει με ένα φτιαγμένο με χρωματιστά λουλούδια "σ' αγαπώ".

Τίποτα δεν ζητούσε. Να βοηθήσει δεν μπορούσε πια. Δοκίμαζε καμιά φορά να μαγειρέψει. Πότε ανάλατο και πότε λύσσα το φαΐ. Την αποπήρανε δυο τρεις φορές, πάει, το παράτησε κι αυτό. Έβρισκε μια γωνιά κι έβαζε την καρέκλα της και κάθονταν.

Η μεγάλη πόλη ήταν γι' αυτήν ένας ξένος κόσμος. Έβγαινε στο μπαλκόνι κι έκθαμβη κοίταζε τους άλλους στα δικά τους μπαλκόνια, πώς είχαν τακτοποιήσει έτσι τη ζωή τους στα κουτιά τους, σαν να κοιτούσε ένα άλυτο αίνιγμα.
Να βγει στο δρόμο; Έτρεμε. Μα έσφιγγε τα δόντια και πήγαινε από το ένα παιδί στο άλλο. Ώσπου τα πόδια της δεν την κρατούσαν πια και το σταμάτησε.

Τα βράδυα στήνονταν στην τηλεόραση. Δεν έβλεπε τα σήριαλ, τις ταινίες, ούτε τις ειδήσεις. Μόνο περίμενε ανυπόμονα να ακούσει τον "καιρό". Να μάθει τι καιρό θα κάνει στο χωριό της. Αν είχε ξηρασία, ανησυχούσε. Ποιος θα ποτίσει το περβόλι; Πάνε τα αμπέλια, στέναζε, θα ξεραθούν. Κι αν έβρεχε πολύ, ποιος θα τα ράντιζε να μην τα πιάσει ο περονόσπορος; Κι αν έμπαιναν νερά στο σπίτι;

Ύστερα κάθονταν εκεί αμίλητη κι έβλεπε ένα καράβι που έρχονταν φωτισμένο στο παράθυρο. Αν είχε πει ο "καιρός" πως θα είχε αέρα δεν ταξίδευε, φοβόταν. Αν όχι, έπαιρνε το καράβι κι έφευγε, ταξίδευε γλυκά γλυκά, ώσπου την έπαιρνε ο ύπνος στην καρέκλα, και περιμέναμε να φτάσει, δεν την ξυπνούσαμε, να δει ότι όλα είναι εντάξει σπίτι της, δεν μπήκανε νερά από τον τοίχο, και το ταβάνι στέκει ακόμα.


Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

ΜΙΚΡΗ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ



Μια όμορφη μέρα του Φθινόπωρου σκαλίζοντας τα κίτρινα φύλλα που σκέπαζαν το πάρκο ένα μικρό παιδί ξέθαψε ένα στρατιωτάκι που είχε χάσει πολλά χρόνια πριν εκείνος ο γέρος που ψάχνοντας στα σκουπίδια που ξεχείλιζαν στον κάδο παραδίπλα βρήκε ένα κουτί και μέσα μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Στη φωτογραφία μια γυναίκα κοιτούσε τη θάλασσα γερμένη στην άμμο, ένα μικρό παιδί έπαιζε με ένα στρατιωτάκι κι ο αέρας σκόρπιζε τις φωτογραφίες από το κουτί που κρατούσε ανοιχτό στα χέρια του ένας γέρος,

"Αυτή είναι η μάνα μας", είπε ο γέρος στο παιδί και του έδειξε. "Αυτό το αγόρι είμαι εγώ κι αυτός ο γέρος είσαι εσύ".

Αντάλλαξαν τα ευρήματά τους κι έφυγαν.
Βράδιασε και το πάρκο ερήμωσε. Ήρθαν εργάτες του δήμου και σάρωσαν τα φύλλα και το σκουπιδιάρικο άδειασε τον κάδο κι έφυγε.
Ύστερα τίποτα.


Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

ΤΟ ΠΥΡΑΥΛΑΚΙ



Αυτή είναι μια αληθινή ιστορία. Είχα ένα πυραυλάκι κάποτε. Από αυτά τα πλαστικά με τα καψούλια, οι πιο μεγάλοι θα θυμούνται. Κόκκινο. Ξεβίδωνες την κορυφή τους, έβαζες στην υποδοχή που είχε στο κάτω μέρος ένα καψούλι - αυτά τα πλαστικά σφαιράκια που βάζαμε και στα πιστόλια-, την ξαναβίδωνες. Στην άκρη είχε ένα έμβολο, ένα σιδεράκι. Πετούσες το πυραυλάκι ψηλά, αυτό έπεφτε με τη μύτη, το έμβολο χτυπούσε το καψούλι κι έσκαγε.
Τα καψούλια κόστιζαν, όσο να 'ναι. Σκαρφιστήκαμε άλλο κόλπο. Βγάζαμε το σιδεράκι και στη θέση του βάζαμε ένα καρφί. Πετάγαμε πάλι ψηλά το πυραυλάκι, όσο πιο ψηλά μπορούσαμε, έπεφτε με τη μύτη αυτό και καρφωνότανε στο δρόμο.
Μια μέρα, κάτι πήγε άσχημα στην πτήση. Πέταξα ψηλά το πυραυλάκι, πολύ ψηλά όμως, είχε και ήλιο και με στράβωνε, δεν το έβλεπα, δεν πρόλαβα να καλυφθώ. Στην προσγείωση ήρθε και καρφώθηκε στο κεφάλι μου. Έμεινε εκεί και ταλαντεύονταν με χάρη. Με κουρεμένο το κεφάλι μου γουλί, ωραίος θα φαινόμουν. Σήκωσα το χέρι, το τράβηξα, το έβγαλα και πήγα στη μάνα μου. "Πονάει το κεφάλι μου", της λέω. "Γιατί" μου λέει, "τί έπαθες;" "Μου έπεσε στο κεφάλι ένας πύραυλος". Είδε την τρυπουλίτσα στο κεφάλι μου μα μάλλον δεν κατάλαβε ακριβώς. Γιατί μου έβαλε μόνο λίγο ιώδιο με το μπαμπάκι και με ξαπόστειλε.

Εκείνο το βράδυ είδα ένα όνειρο. Πως κάποιος πύραυλος προσγειώθηκε σε έναν μικρό πλανήτη με αραιή, χαμηλή βλάστηση. Άνοιξε η πόρτα και βγήκαν όλοι οι φίλοι μου. Ο Τζιμ Άνταμς, ο Γκαούρ, ο Ζαγκόρ, ο Λέμμυ Κώσιον, ο ντετέκτιβ Χ, το Γεράκι, ο Γιώργος Θαλάσσης, ο Παράξενος Αδάμ, ο Άγιος, ο Φαντομάς, ο Μπλεκ, ο Γερόλυκος, ο Νυχτερίδας, ο Υδατάνθρωπος κι ένα σωρό άλλοι. Κατέβηκαν σε ένα πηγάδι, χάθηκαν, κι ύστερα ο πύραυλος απογειώθηκε και ξύπνησα.
Μετά είδα κι άλλο. Πως μόλις έπεσε λέει το καρφί, έσκασε το κεφάλι μου σαν μπαλόνι.
Ή πως όταν το τράβηξα άρχισε το κεφάλι μου να ξεφουσκώνει. Ξεφούσκωνε, ξεφούσκωνε, ώσπου δεν έμεινε πια τίποτα. Ξύπνησα κι ούτε έβλεπα, ούτε άκουγα, ούτε μιλούσα.
Ή, σε άλλη παραλλαγή, ακόμα χειρότερη, πως ξεφούσκωνα ολόκληρος, με τόση δύναμη που πεταγόμουν πέρα δώθε σπαστικά και χτύπαγα στους τοίχους όπως κάνουν τα μπαλόνια όταν τα φουσκώνεις και τα αφήνεις.
Με τον καιρό έπαψαν τα όνειρα, ξεχάστηκε το περιστατικό.

Τείνω τώρα να πιστέψω πως όταν τράβηξα το πυραυλάκι συνέβη κάτι τρομερό κι ανεπανόρθωτο. Κάποια ζημιά ανεπαίσθητη αρχικά, που με τα χρόνια επιδεινώθηκε.
Δεν είναι μόνο που ακούω φωνές από το υπερπέραν, οι περισσότεροι ακούν κι ας μην το παραδέχονται, έτσι δεν είναι; Δεν είναι; Τέλος πάντων. Είναι που κάποιες φορές, ενώ το σώμα μου είναι εδώ, το μυαλό μου σαν να ταξιδεύει και να σκορπίζεται στο σκοτεινό διάστημα. Σαν να είναι τρύπιο το κεφάλι μου, όλες οι λέξεις μου έχουν χαθεί, ψάχνω και δεν βρίσκω καμιά τους. Κι ύστερα ξαφνικά γυρνάνε μαζεμένες, τόσο πολλές που στριμώχνονται και φρακάρουν και γίνονται όλες μια μάζα και δεν μπορώ να τις ξεχωρίσω. Το αποτέλεσμα ίδιο.

Γι' αυτό, ήθελα να σας πω, μη με παρεξηγείτε αν καμιά φορά φέρομαι λίγο παράξενα και σας κοιτάζω σιωπηλός, σαν να είμαι αλλού ή να μη σας βλέπω. Να θυμάστε μόνο τούτο. Κάποτε έπεσε ένας πύραυλος στο κεφάλι μου.


Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Η ΑΡΑΒΩΝΙΑΣΤΙΚΙΑ ΤΟΥ ΑΕΡΟΠΟΡΟΥ



Τέλη Ιούνη ήταν, χρόνια πριν. Η πανσιόν μακρυά από το χωριό, οι ένοικοι λιγοστοί. Ένας μονόχνωτος συνταξιούχος, ένα ζευγάρι ερωτευμένων Γάλλων, μια γριά Αγγλίδα, κι εγώ.
Έφτασα αργά το απόγευμα. Αφού τακτοποίησα τα πράγματά μου, πήγα και κάθισα σε ένα από τα τραπεζάκια που είχαν στήσει στην άμμο. Έπινα την κρύα μπύρα μου και χάζευα τους άλλους. Ο συνταξιούχος είχε αράξει στο μπαλκόνι του και διάβαζε εφημερίδα. Πιο πέρα οι Γάλλοι είχαν βρει ένα κουβαδάκι κι έπαιζαν. Αυτός έφτιαχνε πύργους κι αυτή τους χάλαγε γελώντας σκανταλιάρικα κι όταν δήθεν τη μάλωνε του έδινε ένα φιλί και του έλεγε γλυκόλογα. Η Αγγλίδα, σε ένα τραπέζι παραδίπλα, είχε ακουμπήσει το κεφάλι στα ρυτιδιασμένα χέρια της κι είχε τα μάτια της στραμμένα προς τη θάλασσα. Ακίνητη, προσηλωμένη.
Όταν πια έπεσε το φως, ο συνταξιούχος μπήκε στο δωμάτιό του και δεν ξαναφάνηκε, οι ερωτευμένοι πήραν αγκαλιασμένοι το χωματόδρομο για το χωριό, η γριούλα σηκώθηκε και μπήκε στην πανσιόν βαδίζοντας με δυσκολία, με πόδια που έτρεμαν.
Πήγα στο δωμάτιό μου, διάβασα λίγο και ύστερα έπεσα να κοιμηθώ. Μάταια, δεν είχα ύπνο. Η ζέστη αφόρητη. Σηκώθηκα και με ένα μπουκάλι ούζο στο χέρι πήρα το μονοπάτι για τη διπλανή αμμουδιά. Σε δέκα λεπτά είχα φτάσει.
Ωραία φώτιζε το φεγγαράκι. Λαμπύριζε ασημένια ο δρόμος του όπως λικνίζονταν στον ελαφρύ κυματισμό, κοιμόνταν τα ψαράκια ήσυχα. Στην άκρη ο φλοίσβος ελαφρύς, ίσα να ακούγεται. Όλη η φύση ησυχασμένη. Μα η τόση σιωπή με τρόμαξε, κι ήρθε και με έπιασε μια δυσθυμία. Η μια μετά την άλλη, σκέψεις στενάχωρες με έκαναν να μελαγχολήσω. Έγειρα πίσω, ξάπλωσα στην άμμο, κάτω από το μεγάλο αρμυρίκι. Σκόρπιες εικόνες ήρθαν στο μυαλό μου, κουβέντες ξεχασμένες, στιγμές που θα ήθελα να ήταν στο χέρι μου και να τις σβήσω, πράγματα που μετάνιωνα γιατί τα είχα ή δεν τα είχα κάνει, έρωτες που δεν φτούρησαν, φιλίες που ξέφτισαν, άνθρωποι που έφυγαν ή πέθαναν. Μαύρες κι άχαρες σκέψεις, τέτοιες μου έρχονταν. Εκεί, καταμεσής στην ερημιά. Κι άνοιγα το μπουκάλι το ούζο κι έπινα μια γουλιά, το έκλεινα, έπινα πάλι, ώσπου άδειασε. Και ήμουν πια σίγουρος πως το φεγγάρι με κοιτούσε και πως τα κυματάκια μίλαγαν για μένα.
Τότε είδα ξαφνικά εκείνη την κοπέλα. Είχε έρθει εκεί μπροστά μου δίχως να την καταλάβω. Ούτε κι αυτή με είχε δει, έτσι καλά κρυμμένος που ήμουν στο αρμυρίκι. Στάθηκε στην ακρογιαλιά, τα πόδια της να βρέχονται. Μετά έβγαλε το φουστάνι της, το πέταξε στην άμμο κι ολόγυμνη προχώρησε στη θάλασσα. Ήταν τόσο όμορφη όπως διαγράφονταν στο φεγγαρόφωτο η μορφή της, που μου κόπηκε η ανάσα. Σαν μαγεμένος την κοιτούσα. Προχώρησε αργά ώσπου χάθηκε στο νερό το σώμα της κι έμεινε μόνο το κεφάλι με τα μακριά ίσια ξανθά μαλλιά της, να κολυμπάει προς τα βαθιά, εκεί που έπλεε μια σημαδούρα.
Και είδα τότε, δεν με γέλασαν τα μάτια μου, είδα ένα άλλο κεφάλι να αναδύεται δίπλα στη σημαδούρα και να έρχεται κοντά της. Έσμιξαν τα δυο κεφάλια και φιλήθηκαν. Ναι, ήταν μακρυά μα το είδα, φώτιζε ωραία το φεγγάρι, είδα τα χέρια της να τυλίγονται στο λαιμό του και τα δικά του να χαϊδεύουν τα μαλλιά της και να φιλιούνται, και άκουσα τους στεναγμούς τους. Και το φεγγάρι είχε στραφεί και τους κοιτούσε, ως και τα κυματάκια σώπασαν και έστησαν αυτί.
Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε. Είχε χαθεί κάθε αίσθηση του χρόνου. Ούτε και πού βρισκόμουν ήξερα καλά καλά. Κάποια στιγμή αυτή άρχισε να κολυμπάει προς την ακτή. Κρύφτηκα, δεν είχα πια καιρό να φύγω μα ούτε και ήθελα, κάτι με κρατούσε εκεί, και κούρνιασα πίσω από το αρμυρίκι μου. Κι όταν ώρα μετά τόλμησα να σηκώσω το κεφάλι, την είδα να στέκεται σαν οπτασία εκεί μπροστά στο κύμα και να γνέφει αντίο με το χέρι. Και στη θάλασσα τίποτα δεν υπήρχε πια, μόνο η σημαδούρα εκείνη.
Όταν έβαλε το φουστάνι της και ξεκίνησε να φύγει, σηκώθηκα και την ακολούθησα από απόσταση. Βάδιζε γρήγορα στην άμμο, δρασκέλιζε επιδέξια τα βραχάκια, πήρε με άνεση το μονοπάτι. Με δυσκολία την πρόφταινα. Ήταν βαριά τα πόδια μου σαν την ψυχή μου, πρόσεχα και να μη με δει. Όταν χάθηκε στην τελευταία στροφή πριν το ξενοδοχείο, ήρθε ένα σύννεφο και έκρυψε για λίγο το φεγγάρι. Έστριψα και είδα πάλι τη σκιά της να κατηφορίζει μα τώρα ένιωσα σαν κάτι να μην πήγαινε καλά κι ας μη μπορούσα ακόμα να το προσδιορίσω. Βγήκε το φεγγαράκι πάλι και τότε συνειδητοποίησα τί ήταν αυτό. Κάπως σαν να άλλαζε όπως προχωρούσε. Το σώμα της είχε ζαρώσει και κυρτώσει, το βήμα της γινόταν ασταθές και περπατούσε πια αργά και δύσκολα. Ήταν ιδέα μου; Επιτάχυνα το βήμα μου και στη μάντρα του ξενοδοχείου την πρόφτασα. Της έπιασα το τρεμάμενο ισχνό μπράτσο και τη βοήθησα να ανέβει το σκαλί και τότε η γριά Αγγλίδα γύρισε και μου χαμογέλασε γλυκά και με ευχαρίστησε και είδα που το βλέμμα της ήταν υγρό όπως υγρά ήταν και τα κάτασπρα μαλλιά της που είχαν μουσκέψει το φουστάνι της στους ώμους. Δεν μου έριξε δεύτερη ματιά, πήγε στο δωμάτιό της και δεν την ξανάδα γιατί έφυγε την άλλη μέρα πρωί πρωί. Πήρε το καραβάκι κι έφυγε.
Δεν είπα σε κανένα τίποτα, θα με περνούσαν για τρελό. Ίσως μες στη ζαλάδα μου την είχα χάσει, σκέφτηκα, και ακολούθησα λάθος σκιά
Έπιασα επιδέξια την κουβέντα με τον ξενοδόχο. "Αυτή η γριούλα", μου είπε εμπιστευτικά, "ήταν η αρραβωνιαστικιά εκείνου του πιλότου. Ξέρεις, του αεροπλάνου που είναι βυθισμένο κάτω από τη σημαδούρα. Έρχεται κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, επέτειο του χαμού του, μένει μια μέρα μόνο, σαν προσκύνημα, κι ύστερα φεύγει. Κάθε χρόνο ανελλιπώς, τουλάχιστον όσο καιρό είμαι εγώ εδώ. Αθάνατος έρωτας".
Άνοιξε το συρτάρι και μου έδειξε μια παλιά φωτογραφία. Ανατρίχιασα. Ένα νεαρό ζευγάρι ήταν καθισμένο σε ένα παγκάκι. Πίσω τους για ντεκόρ είχε ζωγραφισμένο ένα τοπίο με πρασινάδες. Είχαν κι οι δυο στραμμένο ελαφριά το σώμα και κοιτάζονταν στα μάτια. Ο αεροπόρος και, σωστά μαντέψατε, η κοπέλα που είχα δει στην παραλία.
Την επόμενη χρονιά, ίδια μέρα, ξαναπήγα. Οι Γάλλοι κι ο συνταξιούχος ήταν εκεί, μαζί και κάποιοι άλλοι. Ρώτησα για τη γριούλα και μου είπε ο ξενοδόχος πως δεν θα ξανάρθει, τον είχαν ειδοποιήσει ότι πέθανε. Τη νύχτα πήγα στην παραλία εκείνη, νηφάλιος αυτή τη φορά, ξάπλωσα στο αρμυρίκι και περίμενα με τις ώρες. Άδικα, τίποτα δεν συνέβη. Άδεια η αμμουδιά, τα κυματάκια παίζαν μεταξύ τους, το φεγγαράκι κοίταζε αδιάφορο αλλού. Μα το ήξερα από πριν πως τίποτα δεν θα γινόταν, σίγουρος ήμουν. Ο μυστηριώδης κολυμβητής που είχα δει εκείνη τη νύχτα, με την κάσκα του αεροπόρου στο κεφάλι, δεν πρόκειται να αναδυθεί ποτέ ξανά από το βυθό.

(Η ιστορία αυτή με έχει στοιχειώσει. Είχα σκοπό να μην τη γράψω ποτέ, να την κρατήσω για τον εαυτό μου, μέχρι να την ξεχάσω. Μα ένας καλός φίλος, που έτυχε να δει στη βιβλιοθήκη μου εκείνη τη φωτογραφία που βούτηξα κρυφά από τον ξενοδόχο, επέμενε εδώ και καιρό να του διηγηθώ την ιστορία της. Αυτός τουλάχιστον θα με πιστέψει).


Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

ΤΟ ΚΑΡΠΟΥΖΙ



Ανοίγω το ψυγείο. Μέσα έχει ένα καρπούζι. Από αυτά τα σκουροπράσινα και στρογγυλά. Μικρό καρπούζι.
Είχα μια υδρόγειο κάποτε, ίδιο μέγεθος. Ευρώπη - Αμερική μια παιδική σπιθαμή δρόμος. Χάρη σ' αυτήν, πριν φύγω ακόμα από το νησί, χόρτασα ταξίδια. Καρπούζια όχι, μα δεν μ' ένοιαζε.

Το αγγίζω κι είναι παγωμένο. Έτσι πρέπει να τρώγεται ένα καρπούζι.
Μπορείς βέβαια να το έχεις ακουμπήσει πριν στη σκιά δίπλα στο βράχο και να έχεις στερεώσει δυο τρεις πέτρες γύρω του. Αν δεν στο πάρει η θάλασσα ή δεν κομματιαστεί από το κύμα, ακόμα κι αν δεν είναι κρύο δεν θα σε νοιάζει, εύκολα θα φαντάζεσαι ότι είναι.

Τώρα είναι πάνω στο τραπέζι. Μαχαίρι και πιρούνι σε ένα πιάτο, δίπλα χαρτοπετσέτες. Είναι απαραίτητες οι χαρτοπετσέτες όταν τρως καρπούζι.
Εκτός κι αν είσαι σε μια αμμουδιά και κάθεσαι εκεί που σκάει το κύμα και τρέχουν τα ζουμιά και δε σε νοιάζει, τα ξεπλένει η θάλασσα, κι είσαι γύρω στα είκοσι, δίπλα σου αυτή, ακουμπάν τα πόδια κι οι αγκώνες σας, γελάτε, κανείς δεν είναι γύρω, είστε οι μόνοι άνθρωποι στον κόσμο.

Ο ήχος που κάνει το καρπούζι όταν καρφώνεις το μαχαίρι και το κόβεις και σκάει αυτό, θριαμβευτικά, σαν ανυπόμονο να ανοίξει. Κι όταν χώνεις τα δόντια στη σάρκα του κι είναι όσο πρέπει ζουμερό και τραγανό, τι ήχος πάλι!
Ήχος από τζιτζίκια, χελιδόνια, στάχυα, φλοίσβος μικρών κυμάτων, αρμυρίκια, κοχύλι στο αυτί, σύρσιμο σαύρας στην ξερολιθιά, σεντόνια που τσαλακώνονται από σώματα, σώματα με ιδρώτα, άμμο και αλάτι.

Κατακόκκινο είναι. Σχεδόν με προκαλεί. Σαν σώμα που φωνάζει "πάρε με" είναι. Να σκύψω και να το δαγκώσω και να ρουφήξω τους χυμούς του με κλειστά τα μάτια.
Μετά θα θες να τη φιλήσεις. Κι αυτή θα θέλει. Αμέσως μετά όμως, όταν κολλάει ακόμα το στόμα από τη ζάχαρη. Οι πολύ ερωτευμένοι θα δαγκώσετε το ίδιο κομμάτι μέχρι να σμίξουν τα χείλη και οι γλώσσες. Με κλειστά τα μάτια.

Πέφτει το βράδυ. Το βράδυ τα καρπούζια είναι κάπως μελαγχολικά, δεν κάνουν δίχως ήλιο, να το ξέρετε.

Μιλώντας για καρπούζια, θα ήθελα κάποτε, όταν μεγαλώσω (κι άλλο), να ταξιδέψω πάλι στην υδρόγειο. Κι αφού δω όσα έχω να δω, να γίνω ναυαγός. Να με ξεβράσουνε τα κύματα σε μια αμμουδιά και να προβάλλουν από το δάσος με τις φοινικιές οι ιθαγενείς. Οι άντρες με βρακιά και μακριά κοντάρια και οι γυναίκες με φούστες από χόρτα και γυμνόστηθες. Θα με πάρουν στο χωριό τους και θα μου προσφέρουν φρούτα. Θα ανοίξω ένα καρπούζι στα δυο και θα είναι το ένα κομμάτι η βάρκα της ζωής μου, και τα κουκούτσια εγώ και οι συνταξιδιώτες μου. Και θα δακτυλοδείχνω τα κουκούτσια και θα τους διηγηθώ με ονόματα και διευθύνσεις ποιοι λιποτάκτησαν στα δύσκολα και με εγκατέλειψαν και ποιοι στασίασαν και με έριξαν στην άλλη βάρκα να παλεύω μόνος μου με τα κύματα. Όπως στη Ναυτική Ανταρσία. Και θα συγκινηθούν οι ιθαγενείς με τη δακρύβρεχτη ιστορία μου και θα με κάνουν βασιλιά τους σε ένδειξη σεβασμού, και όλες οι γυναίκες θα θέλουν να με παρηγορήσουν στην αγκαλιά τους. Και θα καθόμαστε στην ακροθαλασσιά και θα τρώμε καρπούζια.

Το καρπούζι είναι πάλι στο ψυγείο. Κομμένο στα δυο αλλά ανέγγιχτο. Πάνω στο τραπέζι είναι τώρα τρία κουκούτσια από βερίκοκα. Είναι ωραία τα βερίκοκα, όχι όμως σαν καρπούζι. Ούτε καν μιλάνε.



Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝΤΡΟ



Ήτανε μια φορά κι ένα καιρό, ένας άνθρωπος που έγινε δέντρο. Δεν το είχε σχέδιο. Εκεί που περπατούσε σκεφτικός, έβγαλε ρίζες ξαφνικά που χώθηκαν στη γη, και ύστερα κλαδιά και φύλλα. Κι έμεινε εκεί για πάντα. Του άρεσε.

Ο άνθρωπος δέντρο δεν φοβότανε το μέλλον. Τίποτα δεν φοβόταν. Άπλωνε τα κλαδιά στον ήλιο κι έρχονταν κοτσύφια. Και λοιδορούσε όσους ξαπόσταιναν στη σκιά του κι ύστερα έφευγαν γι' αλλού. "Πού πάτε", φώναζε, "είναι σκληρός ο κόσμος, θα χαθείτε εκεί που πάτε". Και γελούσε.

Ο άνθρωπος δέντρο ήταν σίγουρος. "Το χώμα μ' αγαπάει. Με νοιάζεται. Σφίγγει τις ρίζες μου γλυκά, με θρέφει".
Το χώμα δεν μιλούσε, άκουγε μόνο. Κι αφουγκραζόταν, κάθε που έπεφτε η βροχή και το ξεδίψαγε, που του ψιθύριζαν τα ρυάκια της, "έλα να πάμε ως τη θάλασσα, έλα, έλα..."

Ο άνθρωπος δέντρο ήθελε τη γαλήνη. Του φαίνονταν ωραίος ο κόσμος του κι ας ήταν πάντα ο ίδιος. Αρκούσε που περνούσαν οι εποχές κι άλλαζε κάπως το τοπίο. "Ο χρόνος είναι με το μέρος μου", έλεγε στους περαστικούς. "Εδώ ο χρόνος είναι κυκλικός, κι εγώ είμαι το κέντρο του".

Το χώμα όμως δεν ησύχαζε. Και ήρθε ο καιρός και το πήρε απόφαση να ταξιδέψει. Κουράστηκε συνέχεια στο ίδιο μέρος, ζήλεψε το ταξίδι του νερού, ονειρεύτηκε τη θάλασσα. Χαλάρωσε, άφησε να το παρασέρνουνε τα ρυάκια και έφευγε σιγά σιγά αφήνοντας γυμνές τις ρίζες.

Ο άνθρωπος δέντρο το ένοιωσε. Μα δεν φοβήθηκε. "Οι ρίζες μου είναι γερές", σκεφτόταν, "το χώμα είναι βαθύ". Πέσαν τα φύλλα του, γέμισε ρόζους, στέγνωσε, έσκασε το κορμί του και στην κουφάλα που άνοιξε μπαινόβγαιναν ποντίκια και τον έτρωγαν. Στρούφιξαν τα κλαριά, χώθηκαν μέσα του. Πόνεσε τότε και φοβήθηκε. Κι ύστερα φύσηξε ένα ελαφρύ αεράκι, έγειρε κι έπεσε. Στην πρώτη δυνατή βροχή τον πήρε ο χείμαρρος μακρυά.

Και θα σκεφτόταν σίγουρα αν μπορούσε να σκεφτεί, τόσο ανόητος ήταν, "να! ακόμα ταξιδεύουμε μαζί, το χώμα που μ' αγάπησε κι εγώ". Μα δεν μπορούσε πια να σκεφτεί τίποτα, ένα άθλιο κούτσουρο ήταν που παράδερνε στο ρέμα, που γκρεμοτσακιζόταν άτσαλα και χτύπαγε με ορμή στα βράχια, ώσπου έγινε μικρά μικρά κομμάτια.

Δεν έζησε καλά ο άνθρωπος δέντρο, εμείς θα ζήσουμε καλύτερα.

Τρίτη, 3 Μαΐου 2016

ΕΝΑΣ ΚΑΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ



Η πρώτη χρονιά που είχα ανέβει στην Αθήνα ήταν. Επαρχιωτόπαιδο, πρωτοετής, χαμένος στη μεγάλη πόλη, τα οικονομικά ζόρικα. Έμαθα μέσω συγγενικών προσώπων πως έψαχναν κομπάρσους για ένα θεατρικό του Βέγγου. Παρουσιάστηκα στον Κατσουρίδη, μου έριξε μια ματιά αυτός, "εντάξει", μου είπε, "έλα αύριο για πρόβα".
Αν δεν με απατά η μνήμη μου, το έργο ήταν ένα μονόπρακτο σχετικά με την περιουσία της Εκκλησίας και με ποιους τρόπους την απόκτησε. Εγώ και άλλοι πέντε κάναμε κάτι φοιτητές, ανεβαίναμε στα σκαλιά, δεξιά κι αριστερά από τη σκηνή, και λέγαμε εναλλάξ από δυο τρεις ατάκες. Στο μεταξύ ο Βέγγος, σύγχρονος Καραγκιόζης, χτυπιόταν κι ίδρωνε με τους δεσποτάδες που ήθελαν να του πάρουν την παράγκα του, ακούγονταν και κάτι επαναστατικά τραγούδια, λίγα θυμάμαι.
"Τί ρούχα να φορέσω", ρώτησα τον Κατσουρίδη, μου έριξε πάλι μια ματιά, "έλα όπως είσαι", μου είπε. Πήγαινα κι εγώ με τις αρβύλες, το βρώμικο τζην, και το στρατιωτικό αμπέχωνο, κι ας ίδρωνα από τη ζέστη, πιο αυθεντικό φοιτητή της μεταπολίτευσης δεν θα έβρισκε κανένας σκηνοθέτης.
Κάναμε πρόβα τις ατάκες μας, μάλλον δεν τα πήγαμε τόσο καλά, τελικά τα λόγια μας ακούγονταν από τα μεγάφωνα κι εμείς ανοιγοκλείναμε το στόμα μας.
Πέρασε έτσι μόλις μια βδομάδα. Το έργο δεν πήγαινε καλά, αποφάσισε ο θεατράρχης να κάνουνε περικοπές, μείνανε τέσσερις οι φοιτητές. Εγώ και άλλος ένας περάσαμε από το ταμείο και πληρωθήκαμε, κι έτσι άδοξα έληξε η σταδιοδρομία μου στην υποκριτική τέχνη.

Μα τουλάχιστον μου έχει μείνει κάτι μικρό από τότε να θυμάμαι. Την προηγούμενη της απόλυσης έτυχε να φύγουμε μαζί με το Βέγγο από το Ακροπόλ. Ήταν πολύ μεγάλη η περηφάνεια μου που περπατούσα δίπλα του, καμάρωνα. Στην Ακαδημίας, έξω από τη Λυρική, μια γυναίκα τον πλησίασε όλο χαρά και τον αγκάλιασε. "Γεια σου Θανάση!" Της έσφιξε το χέρι αυτός με θέρμη. "Τί κάνεις", της λέει, "όλοι καλά στο σπίτι; Ο σύζυγος; Τα παιδιά;" "Δόξα τω Θεώ", απαντάει εκείνη. "Μπράβο, μπράβο, να μου τους φιλήσεις όλους. Και δώσε χαιρετισμούς στο σύζυγο".
Έτσι απλά έκανε ευτυχισμένη, έστω για λίγο, εκείνη τη γυναίκα. Που του ήταν άγνωστη εντελώς, πρώτη φορά την έβλεπε ο καλός άνθρωπος.


(Θανάσης Βέγγος, 29/5/1926 - 3/5/2011)


Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ



Τότε, πολύ παλιά, οι οικοδόμοι τραγουδούσαν. Αλλιώς δεν κτίζονταν σωστά τα σπίτια, το ήξεραν. Έπρεπε με τις νότες να μερέψει το μπετόν και να γλυκάνουνε τα τούβλα. Να καθαρίζονται πρόθυμα τα λατάκια και οι τάβλες.
Τραγουδούσαν και η κούραση έσβηνε, και πέφταν όμορφα με το ρυθμό στις πρόκες τα σκεπάρνια, ανακάτευαν γλυκά τα φτυάρια το χαρμάνι, ίσιωνε το σοβά με χάρη το μυστρί.

Αντιλαλούσαν από τα γιαπιά τα λαϊκά, Μπακάλης, Αγγελόπουλος και Μπιθικώτσης, και χαίρονταν ο νοικοκύρης. Στο δρόμο, τα παιδιά που έπαιζαν μπάλα σιγοντάριζαν κι αυτά και έκαναν κρυφά βουτιές στην άμμο. Τίναζε το χαλί η γειτόνισσα και στέκονταν για μια στιγμή, ακουμπούσε στο παράθυρο και αναπολούσε. Περνούσε η όμορφη της γειτονιάς και ο σοβατζής ο αρχιτραγουδιστής κοκκίνιζε από το πάθος. Κοκκίνιζε κι αυτή και χαμογελούσε ντροπαλά στο σφύριγμα του παραγιού. Και κτίζονταν αργά και αγαπησιάρικα το σπίτι.

Ύστερα, ξαφνικά, σώπασαν τα γιαπιά. Τέλειωσαν τα τραγούδια. Μόνο κάτι έντεχνα έμειναν. Βουβά και σιωπηλά έχτιζαν πια τα σπίτια.

(Κείνες τις μέρες της σιωπής γνώρισα ένα μπογιατζή, έναν Πολωνό. Δούλευε με ακουστικά ολημερίς στα αυτιά του. Τον ρώτησα τί ακούει. Ύμνους, μου είπε, μόνο ύμνους. Θρησκευτικούς. Πώς να προκόψει έτσι η οικοδομή; Δεν στέκονταν τα χρώματα, ξεφλούδισαν και έπεσαν στον πρώτο μήνα).

Κανείς δεν αγαπάει τα σπίτια που χτίστηκαν σιωπηλά. Μένουν για πάντα σιωπηλά. Ούτε ένας ψίθυρος δεν στέκει εκεί. Και οι τοίχοι είναι πάντα κρύοι και τα παράθυρα δεν βλέπουν πουθενά. Τα σπίτια αυτά είναι διεκπεραιώσεις συμβολαίων και επενδύσεις, δεν είναι για να μένεις.

Ύστερα η οικοδομή σταμάτησε εντελώς και όλοι έπεσαν από τα σύννεφα. Η κρίση, είπαν. Μα έπρεπε να το είχαν προβλέψει. Όταν σταμάτησαν να τραγουδούν οι οικοδόμοι, έπρεπε να το είχαν καταλάβει αμέσως, αργά ή γρήγορα όλα θα πήγαιναν κατά διαόλου.


Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Η ΜΠΙΡΟΥΤΕ ΔΕΝ ΜΕΝΕΙ ΠΙΑ ΕΔΩ



Η Μπιρούτε ήταν από τη Λιθουανία. Εδώ και χρόνια όμως ζούσε στη Γεωργία, στο Τμπιλίσι.
Η Μπιρούτε φρόντιζε μια γριά κατάκοιτη. "Μαρία", τους είπε, "να με λέτε". Όλες Μαρίες τις λένε. Και έμεινε μαζί τους πέντε χρόνια.

Σ' αυτά τα πέντε χρόνια, έγιναν πολλά. Ο ένας της γιος έφυγε στην Αγγλία για δουλειά. Ο άλλος της γιος παντρεύτηκε κι έκανε δυο παιδιά. "Τί τα θέλει τα παιδιά", γκρίνιαζε η Μπιρούτε, "πώς θα τα ζήσει". Άνεργος ήταν. Κι έστελνε η Μπιρούτε κάθε μήνα τα λεφτά της στο Τμπιλίσι, μαζί κι ένα μεγάλο δέμα με το λεωφορείο που έφευγε από την Ομόνοια. 
Ύστερα πήρανε το γιο της στην Αστυνομία, μα δεν πρόλαβε να το χαρεί. Σκοτώθηκε με το αυτοκίνητο. Και η νύφη της γέννησε και τρίτο.
Κι ο άντρας της; Άνεργος κι αυτός, αλκοολικός, με ζάχαρο. Πρώτα του κόψανε το πόδι. Ύστερα πάει, πέθανε κι αυτός.
Όλα αυτά τα μάθαινε από το τηλέφωνο. Δεν πήγε, πέντε χρόνια, εκεί. Τους έκλαψε από μακριά. "Είναι ακριβό το εισιτήριο".
Φτώχεια μεγάλη στη Γεωργία. Τόσα άτομα, να πρέπει να τα θρέψει μόνη της αυτή.

Την αγαπούσε τη γριά, σαν να ήταν μάνα της. Να την ταϊσει, να την πλύνει, να την κανακέψει. Και στα νοσοκομεία κάθε τόσο, με την ψυχή στο στόμα μήπως και την καταγγείλουν.
Ύστερα πέθανε, την έκλαψε κι αυτήν.
Βρήκε μια άλλη γριά στη γειτονιά κι έμεινε άλλα τέσσερα χρόνια. Μα πέρναγε συχνά από το παλιό της σπίτι και κέρναγε καλούδια από τη Γεωργία. Κρασί, αλεύρι, σουτζούκι με καρύδια και μουσταλευριά.
Είχα καιρό να τη δω και πήγα τις προάλλες να ρωτήσω. Δεν μένει πια εδώ, μου είπαν, έφυγε. Γύρισε επιτέλους στην πατρίδα της.

Δεν ήταν πρόσφυγας η Μπιρούτε. Οικονομική μετανάστρια, μήπως; Όχι, ούτε αυτό ήταν. Η Μαρία μας ήταν, η χοντρή, καλωσυνάτη Μαρία, η βασανισμένη μα γελαστή Μαρία, που τραγουδούσε σαν αηδόνι. Κι όταν γελούσε ομόρφαινε η ζωή.
Μα πώς να τους το πεις αυτό και να το καταλάβουν; Αυτοί που κατατάσσουν τους ανθρώπους δεν αγαπούν ούτε την ομορφιά ούτε τη ζωή.


Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2016

TOY STORY



Ο Γιώργος έμενε στο παραδίπλα σπίτι. Ο πατέρας του, ένας κοντός με μουστακάκι, είχε μαγαζί με τυροκομικά και κατεψυγμένα. Με έστελνε η μάνα μου να πάρω ένα γιαουρτάκι, ένα τέταρτο φέτα, μισό κιλό κιμά κατεψυγμένο "σπέσιαλ", ένα σαν τούβλο που τον έκοβε με το πριόνι.
Τα στρατιωτάκια του Γιώργου ήταν καλύτερα από τα δικά μου. Εκτός από αυτά που βρίσκαμε στο "Κλιν" είχε και από εκείνα τα ακριβά, που κούναγαν τα χέρια, που ήταν βαμμένα όμορφα, με όπλα, άλογα και τέτοια. Που τα χάζευα στη βιτρίνα του Δαμιανάκη και τα ζήλευα.
Και το σπίτι του ήταν καλύτερο από το δικό μου. Πλακάκια με σχέδια στο πάτωμα, χαλιά, κάδρα στους τοίχους, βαριά έπιπλα με βελούδινα χρωματιστά μαξιλαράκια. Με καλούσαν να πάω εκεί καμιά φορά να παίξουμε και μου άρεσε. Πιο πολύ για τα στρατιωτάκια του, που δεν τα έβγαζε ποτέ έξω από το σπίτι του.

Μια μέρα χτύπησε η πόρτα μας. Ήταν ο Γιώργος με τη μάνα του. Κάπως κλαμένα ήταν τα μάτια του. "Ο Γιώργος έχασε δυο στρατιωτάκια", ακούω να λέει η μάνα του στη δικιά μου. "Μήπως τα είδε ο γιος σου;" Γυρνάνε όλοι προς το μέρος μου και με κοιτάνε. Με βλέμμα αθωότητας και απορίας εγώ, δεν είχα ιδέα.
"Έλα να ψάξουμε", του λέω.
Ψάξαμε στην αυλή, κοιτάξαμε μέσα και πίσω από τις γλάστρες, τίποτα. Ανεβήκαμε τη σκάλα και μπήκαμε στο δωμάτιό μου. "Ψάξε εσύ από κει, εγώ από δω", του λέω. Ανοίξαμε συρτάρια, αδειάσαμε κούτες, συρθήκαμε κάτω από το κρεβάτι, μπήκαμε στη ντουλάπα. Μάταια, πουθενά τα στρατιωτάκια. Είχαμε πια απογοητευθεί. Κάτσαμε στο κρεβάτι. Ο Γιώργος ήταν έτοιμος να βάλει πάλι τα κλάματα.
Τότε μου ήρθε και σήκωσα το μαξιλάρι μου. Θαύμα! Τα στρατιωτάκια!
"Να τα, ρε!" του λέω. "Κοίτα ρε πού κρυφτήκανε!"
Ήρθε κοντά και θαύμαζε κι αυτός.
"Πω, πω!"
Τα πήρε κι έφυγε όλο χαρά.

Πήγα κι άλλες φορές στο σπίτι του να παίξουμε με τα στρατιωτάκια. Μα κάθε φορά, όταν έφευγα, άδειαζα επιμελώς τις τσέπες μου. Καλού κακού, μήπως κανένα άτακτο στρατιωτάκι, όταν εμείς κοιτάζαμε αλλού, πήδαγε να χωθεί ξανά εκεί, να έρθει στο σπίτι μου και να κρυφτεί κάτω από το μαξιλάρι για να μου κάνει παρέα τη νύχτα.


Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ



Τα βλέπω κάθε μέρα, παρατημένα εκεί δίπλα στους κάδους, δεν δίνω σημασία, μα χθες γύρισα και τα κοίταξα κι ήταν σαν με κοίταγαν κι αυτά, έτσι όπως τα είχαν ακουμπήσει όλα μαζί, με τάξη, το ένα δίπλα στο άλλο, κι ήταν σαν έτοιμα να φορεθούν, άδεια σαν άδεια σπίτια, σαν στόματα ανοιχτά από έκπληξη, σαν να κραυγάζουν σε πίνακα Νορβηγού ζωγράφου, ή να ξενυχτούν παρέα κοιτάζοντας το δρόμο, βεγγέρα μαυροντυμένων ρυτιδιασμένων γριών σε ένα πεζούλι, ή μια παρέα πιωμένων νεαρών που πειράζουν τους περαστικούς στο πάρκο, μια σύναξη αργόσχολων που όταν πέφτει η νύχτα χασμουριούνται, και πέφτουν για ύπνο ροχαλίζοντας,
παπούτσια σε παράταξη, ταχτοποιημένα όμορφα σαν να 'ναι ακόμα δίπλα ή κάτω από το κρεβάτι, δίπλα στα άσπρα πόδια που μόλις πάτησαν στο ξύλο ή το μωσαϊκό ή το μικρό χαλάκι, ζεστά ακόμα από τα σεντόνια, κρεβάτι διπλό, ξανθή ξυλεία, μοντέρνο, από το ικέα, ζευγαριού που τη νύχτα κοιμάται με γυρισμένες τις πλάτες ή κάνει έρωτα με τη θέρμη των πρώτων χρόνων, κρεβάτι γέρων μαντεμένιο, με το σομιέ να τρίζει, τα λεία σανίδια, στρωμένο ή ξέστρωτο, ή πεταμένο στη γωνία του δρόμου με το ξεκοιλιασμένο στρώμα, και δίπλα τα παπούτσια του, παπούτσια αχρείαστα πια ανθρώπων που δεν πρόκειται να περπατήσουν πάλι, ράντζο ενός έφηβου που μεγαλώνει γρήγορα και δεν χωράει στα παπούτσια ούτε στον κόσμο, ροζ παιδικό κρεβάτι μιας κοκέτας που αγωνιά να γεφυρώσει με ένα βήμα την ανασφάλεια με την ομορφιά της, την ομορφιά της που δεν βλέπει, παπούτσια που περπάτησαν και χόρεψαν και έτρεξαν τα πόδια που τα φόρεσαν ή παπουτσάκια που ίσα που μπουσούλισαν, και τώρα εκεί στο πεζοδρόμιο σαν πόρνες, άδεια, προσφέρονται δωρεάν στους περαστικούς, ενώ από το παράθυρο δυο μάτια κοιτάζουν τη μητέρα ή τη σύζυγο ή την κόρη που αφήνει τα παπούτσια, τακτοποιημένα ίσια, καθαρά, σαν έτοιμα να φορεθούν, κι ύστερα έρχεται πίσω στο σπίτι,
τα εγκαταλείπει εκεί σκληρά κι είναι σαν ορφανά παρατημένα στο κατώφλι ιδρύματος, κι αν δεν βρεθεί κανείς φτωχός να τα φορέσει, κοιτώντας γύρω μην τον βλέπουν, που να τα βάλει στη σακούλα στα κρυφά, σίγουρος πως δεν θα θιγεί η αξιοπρέπειά του, αν δεν βρεθεί κανείς τι θα απογίνουν, θα πάνε στα σκουπίδια, θα χαθούν, πιο τυχερά από εκείνα τα βαμμένα στο αίμα θα μου πείτε ή εκείνα που ξεβράζει η θάλασσα, όμως εγώ αυτά είδα χθες και τα λυπήθηκα, μα ίσως την τελευταία στιγμή το αποφασίσουν, σκέφτομαι, θα πάρουνε σιγά σιγά το δρόμο νύχτα να πάνε πίσω στο παλιό τους σπίτι, να εκλιπαρήσουν εκεί μια δεύτερη ευκαιρία, καλύτερα να λιώσουν στα γνωστά λημέρια παρά στο πόδι άγνωστου που ίσως δεν προλάβει καν να τα αγαπήσει,

αυτά έγραφα, κι είχα πολλά ακόμα, μέχρι που ήρθε πάνω από το κεφάλι μου και μου είπε, "έχει αρχίσει να σου στρίβει, θα φταίει ο πυρετός, πώς γίνεται να γράφεις για παπούτσια, κανείς δεν γράφει για παπούτσια λες κι είναι ζωντανά, λες κι έχουνε ψυχή, εδώ ο κόσμος καίγεται", και μάλλον είχε δίκιο, σταματάω, θα βάλω ένα θερμόμετρο, καλή σας τύχη δύστυχα παπούτσια, στο καλό.

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΑΣ ΜΑΖΙ


Στη Βιργινία

Το τελευταίο ταξίδι τους μαζί, το κάνανε με ένα καράβι. Νύχτα, 22 με 23 Δεκέμβρη, έξι ολόκληρα χρόνια πριν. Λίγο κοιμήθηκε. Δεν τον έπαιρνε ο ύπνος, είτε στον καναπέ του σαλονιού γερμένος, είτε ακουμπώντας το κεφάλι στο τραπέζι. Ήθελε να τη νιώσει ως τα βάθη της ψυχής αυτή τη νύχτα, να τη ρουφήξει και να τον ρουφήξει. Να εντυπωνόταν, λέει, μέσα του ανεξίτηλα, έτσι που να μπορέσει κάποτε να τη διηγηθεί. Κάπως σαν χρέος το ένιωθε. Να αρχίσει κάποτε μια ιστορία λέγοντας "το τελευταίο ταξίδι μας μαζί, ..." και να συνέχιζε έτσι και να μπορούσε να χωρέσει αυτή η ιστορία όλη την αίσθηση εκείνης της νύχτας, ώστε να τη διηγηθεί με όλους τους ήχους της, τις μυρωδιές, τις συναντήσεις, τις κουβέντες, τις αμήχανες σιωπές, τους συνεπιβάτες, το πλήρωμα, το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, το ουίσκι στο πλαστικό ποτήρι. Να ανέπνεε η ιστορία στα λόγια του όπως ανέπνεε τότε αυτός εντός της, σκόρπιος, χαμένος, να ψάχνει μια απάνεμη γωνιά στο κατάστρωμα για να καπνίσει, και να θερίζει ο αέρας, να καίγεται το τσιγάρο πριν τραβήξει δυο γεμάτες ρουφηξιές.

Άφησε και πέρασαν τα χρόνια. Ελάχιστα μπορεί να διηγηθεί τώρα από εκείνο το ταξίδι. Λίγα συγκράτησε. Μονάχα ότι θυμόταν, όπως θυμάται τώρα, διηγήσεις διηγήσεων, είτε από αυτήν είτε γι' αυτήν, κι ένιωσε για λίγο σαν να είχε ανέβει κι η ίδια στο κατάστρωμα κι είχε σταθεί πλάι του και δεν τον κοίταζε αυτόν, μόνο μιλούσε, σαν να μιλούσε στα μαύρα κύματα, κι άκουγε τη φωνή της μέσα του, κομμάτια κι αποσπάσματα, ξέφτια ζωής, γι' αυτήν,
που ήταν η μεγαλύτερη από πέντε αγαπημένα αδέρφια,
κι είχε ο πατέρας της ο Κωσταντής ένα μαύρο γάτο που τον αγαπούσε και του έδινε από τη ρέγκα του χαριστικά να φάει,
κι ένα όμορφο άσπρο άλογο που το έφερε μαζί του από τη Μικρασία μα του το έκλεψαν κάποτε οι γύφτοι,
πως ήταν όμορφο κορίτσι κι η μάνα της της είχε φτιάξει ένα ωραίο φουστάνι από Γερμανικό αλεξίπτωτο,
και ήταν η καλύτερη μαθήτρια, μα με τον πόλεμο σταμάτησε στη τρίτη του δημοτικού,
που είχε την Αντριάνη φιλενάδα κι όλο έλεγε ιστορίες για τις κουζουλάδες που έκαναν μικρές,
κι έπαιρνε τα αδέρφια της να πάνε στο Λασίθι με το γάιδαρο, να φορτώσουνε πατάτες κι αλεύρι από τους μύλους,
που ήξερε να ζυμώνει, να φτιάχνει πιταρίδες και λουκάνικα, ελιές, σταφίδες, όλα τα καλά,
που την παντρέψανε στη Χώρα δίχως να το θέλει, και πήγε σε ένα σπίτι που ούτε εκεί τη θέλανε, γέννησε εκεί την κόρη της, έφευγε στο χωριό, γέννησε εκεί το γιο της,
κι ύστερα έμεινε χήρα,
φτώχεια,
και νοίκιαζε τα δωματιάκια γύρω από την αυλή να ζήσουν,
αυτή που άφηνε τα παιδιά να φάνε καλιτσούνια μόλις ερχόταν η μαύρη λαμαρίνα ζεστή από το φούρνο,
που τους έκανε βεντούζες όταν αρρώσταιναν,
που τους τηγάνιζε πατάτες όταν πείναγαν,
που τους άναβε το μαγκάλι όταν κρύωναν,
και τα κρατούσε από το χέρι στην πλατεία,
με μια σακούλα με κουλούρια να μοιράσει στα ανήψια στο χωριό,
που μπόρεσε να σπουδάσει τα παιδιά της,
κι ύστερα έμεινε μόνη της, ταξίδια πότε εκείνη, πότε αυτά,
που χώρια τους δεν έκανε, όμως μακρυά από τη γη και τους δικούς της δεν μπορούσε,
που γέρναγε, την έτρωγε η ζωή σιγά σιγά,
γράμματα, δέματα όλο αγάπη, με ένα μπουκέτο μανουσάκια ανάμεσα στα πορτοκάλια και το λάδι,
τα καλοκαίρια που έσμιγαν, γιορτή γι' αυτήν,
τα εγγόνια της,
να ποτίζουν το περβόλι και να μαζεύουν μαζί τα καρύδια, η χαρά της, και να τρυγούνε το αμπέλι,
κι ύστερα η αρρώστια,
η απαίσια αρρώστια που όλα τα χάλασε, όλα τα σκάρτεψε, κι αυτούς ακόμα πιο πολύ,
δύσκολα κι άχαρα χρόνια,
και πάνε τα αμπέλια, πάνε οι ελιές, πάει η αγάπη, πάει μια ολόκληρη εποχή,
"άδικα των αδίκω" θα 'λεγε,
τότε ήταν που αλήθεια καταλάβανε πως μεγαλώσανε,
αυτά κι άλλα θυμότανε.

Και τώρα να, τι να σας πει, "το τελευταίο ταξίδι μας μαζί, το κάναμε με ένα καράβι", μονάχα αυτό και σταματάει, ήταν μια κρύα νύχτα του Δεκέμβρη, αυτός άγρυπνος να καπνίζει στο κατάστρωμα, κι εκείνη που νόμισε για μια στιγμή πως ήταν εκεί δίπλα του, η μάνα του, να είναι στο αμπάρι, σε μια μαύρη κούρσα, κλεισμένη σε ένα ξύλινο κουτί, να περάσει έτσι την κρύα κι άγρια θάλασσα, να κάνει το τελευταίο ταξίδι τους μαζί, το τελευταίο ταξίδι της, να πάει πίσω εκεί να βρει τα αδέρφια της και τους δικούς της, στο σπίτι της που το έφαγε η ερημιά κι η υγρασία, στη γη της, πίσω εκεί, στην αρχή αρχή αρχή αρχή του χρόνου.


Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

ΓΚΡΙΖΑ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ



DEAD MAN (Jim Jarmusch, 1995)

FRANKENSTEIN (James Whale, 1931)

SHAWSHANK REDEMPTION (Frank Darabont, 1994)

VERTIGO (Alfred Hitchcock, 1958)

VIRIDIANA (Luis Bunuel, 1961)

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2015

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ







    "Θα κατεβώ στη Χώρα”, του είχε πει. “Θα πάω σινεμά. Δεν μπορώ άλλο κλεισμένη εδώ μέσα”.
Την κοίταξε επίμονα, τότε. Να είχε καταλάβει κάτι; Υπήρχε μια απειλητική χροιά στον τόνο της φωνής του, έτσι νόμισε.
     “Θα σε περιμένω, δεν θα κοιμηθώ. Ξέρεις, όλα θα αλλάξουν. Ίσως απόψε...”
Δεν τέλειωσε τη φράση του. Της γύρισε την πλάτη, γνέφοντας με το χέρι αντίο.

Λίγο πιο κάτω, εκεί που ο δρόμος κρυβόταν πίσω από το λόφο, έστριψε σε ένα χωματόδρομο. Προχώρησε εκατό μέτρα και σταμάτησε κάτω από τη χαρουπιά. Έστριψε ένα τσιγάρο και το κάπνισε. Ύστερα έβγαλε τα τακούνια και φόρεσε τα αθλητικά της, κλείδωσε το αυτοκίνητο, δρασκέλισε μια μάντρα και πήρε το δρόμο προς τα πίσω, μέσα από τα χωράφια.

Περπάταγε σιωπηλή στα σιωπηλά χωράφια. Σιωπηλός κι ο μαύρος ουρανός, τα αστέρια του να λάμπουν σαν διαμάντια. Το υγρό χορτάρι έγλειφε ως τα γόνατα τα πόδια της καθώς γλιστρούσε μέσα του απαλά, σαν να την έσπρωχνε ένα χέρι σε μια παγωμένη λίμνη. Ένας γρύλος τραγούδησε. Ερημιά. Φοβόταν.

Είδε το φως από το σπίτι κι αναθάρρησε. Προχώρησε αθόρυβα ως εκεί. Έφτασε στο παράθυρο και κοίταξε μέσα. Δεν είχε αρχίσει ακόμα.
Ήταν καθισμένος μπροστά στην τηλεόραση. Έσβησε το τσιγάρο που κάπνιζε κι ύστερα σηκώθηκε και πήγε προς την κουζίνα. Γύρισε με ένα μεγάλο κουτί μπύρα. Κάθισε στον καναπέ, ακούμπησε πίσω, τέντωσε τα πόδια του κι ήπιε μια γερή γουλιά. Ύστερα άναψε πάλι ένα τσιγάρο. Άπλωσε το χέρι του κι έσβησε το φως.
Το δωμάτιο έγινε ένα καράβι που αρμένιζε στις ανταύγειες της οθόνης. Τα πράγματα ζωντάνεψαν και πάλλονταν, οι σκιές τους κινούνταν σαν νευρόσπαστα στο ταβάνι και τους τοίχους.

Τότε άρχισε. Κι άρχισε πάλι από το πρόσωπό του, που παραμορφωνόταν τώρα από γκριμάτσες πόνου. Φαινόταν να υποφέρει. Τον είδε να ξεκουμπώνει το πουκάμισό του και να το βγάζει. Ύστερα τράβηξε κι έβγαλε με δυσκολία το παντελόνι και το σώβρακο. Μπροστά στα μάτια της, φούσκωνε και πρηζόταν. Σηκώθηκε και προχώρησε σέρνοντας βαριά τα βήματά του προς το μέρος της. Τρόμαξε κι έκανε πίσω, ύστερα κατάλαβε πως δεν μπορούσε να τη διακρίνει έξω στο σκοτάδι. Κοίταζε μόνο την εικόνα του στο τζάμι. Αγωνιζόταν να κρατήσει ανοιχτά τα μάτια του, αυτά όμως βούλιαζαν συνέχεια ώσπου έμειναν δυο σχισμές στη θέση τους. Προσπάθησε να αγγίξει με τα χέρια του το πρόσωπό του, που άλλαζε σαν να ήταν από πλαστελίνη, αλλά δεν τα κατάφερε. Τα χέρια του μίκραιναν και βυθίζονταν στο σώμα του που φούσκωνε και ξεφούσκωνε συνέχεια, ένα πλαδαρό ζυμάρι. Δεκάδες μικρές θηλές ξεπρόβαλαν κι επιμηκύνθηκαν και στις κορφές τους τριχωτές κεραίες κινούνταν άναρχα στον αέρα. Τρεκλίζοντας γύρισε πίσω και σωριάστηκε στον καναπέ. Το σώμα του συνεχώς ξεχείλωνε και μάκραινε καθώς τα πόδια του εξαφανίστηκαν κι αυτά. Ο λαιμός του πάχυνε κι έγινε ένα με το κυλινδρικό σώμα, που είχε τώρα χωριστεί με δίπλες.

Γύρισε την πλάτη της στο παράθυρο. Μια ξαφνική πνοή ανέμου την έκανε να ανατριχιάσει.
Πίσω της η τεράστια πράσινη κάμπια πηγαινοερχόταν στο σπίτι αναποδογυρίζοντας με θόρυβο τα έπιπλα, αφήνοντας στο πέρασμά της μια γλοιώδη μύξα. Σε μια γωνιά κουλουριάστηκε κι έμεινε ακίνητη. Όπως κάθε βράδυ.

Άνοιξε την πόρτα και το φως της τηλεόρασης χύθηκε έξω στη βεράντα. Μπήκε, πλησίασε και γονάτισε δίπλα στην κάμπια. Χάιδεψε διστακτικά την απαίσια κρούστα του δέρματός της κι ύστερα ξάπλωσε και την αγκάλιασε τρυφερά. Οι σκληρές τρίχες της ράχης πίεζαν το στήθος της. Ένοιωσε την καρδιά της κάμπιας να πάλλεται με αγωνία.
    “Συγχώρεσέ με”, του είπε, “σ' αγαπάω, μα δεν το αντέχω άλλο αυτό”.

Σηκώθηκε κι έσβησε την τηλεόραση. Άναψε το φως της βεράντας και, πριν βγει, έριξε μια τελευταία ματιά. Διέκρινε αμυδρά την κάμπια να κουλουριάζεται, να ξεδιπλώνεται ξανά, να σπαρταράει. Δεν μπόρεσε στο σκοτάδι να δει τα δεκάδες μικρά πόδια να κινούνται επιδέξια και να τυλίγουν γύρω της το νήμα που ξερνούσε από το στόμα.

Στη λάμπα της βεράντας πάνω από την πόρτα, χτυπιόνταν νυχτοπεταλούδες. Παραδίπλα, δυο σαμιαμίθια καιροφυλακτούσαν. Μακριά ακούστηκε πάλι ο γρύλος. Έβγαλε τα παπούτσια της και πάτησε ξυπόλητη στα χόρτα. Κάθισε στο τσιμέντο. Έμεινε εκεί για ώρα να κοιτάζει το σκοτάδι. Τότε, εκεί που άρχιζε ο ελαιώνας κάτι κινήθηκε. Μια σκιά ξεπρόβαλε από τις σκιές και ήλθε προς το μέρος της. Στάθηκε μπροστά της.
    “Είσαι έτοιμη;” ψιθύρισε.
Δεν μπόρεσε να του απαντήσει. Ένιωσε δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά της. Τότε ο εραστής της έβγαλε από την τσέπη ένα χαρτάκι και της το έδωσε.
    “Αυτό είναι το εισιτήριο. Μην το χάσεις, είναι το άλλοθί σου”.
Φαινόταν αποφασισμένος. Μύριζε αλκοόλ. Πήγε ως τη αποθήκη και γύρισε με το τσεκούρι.
     “Έχει ήδη γίνει, έτσι;" τη ρώτησε. Κι ύστερα πάλι "είσαι έτοιμη;”
Του έγνεψε ναι με τα μάτια. Τη φίλησε απαλά στα χείλη, ανέβηκε στη βεράντα και πήγε ως το παράθυρο. Κοίταξε μέσα.
     “Δεν τον βλέπω πουθενά”.
Ο εραστής προχώρησε προς την πόρτα. Την είχε αφήσει μισάνοιχτη.
Αυτή δεν σηκώθηκε. Γύρισε μόνο το κεφάλι της αργά και κοίταξε στο παράθυρο. Από τη θέση που ήταν μπορούσε να διακρίνει μια πελώρια σκιά γαντζωμένη στο ταβάνι. Της κόπηκε η ανάσα. Ήθελε να του μιλήσει, μα δεν μπόρεσε να αρθρώσει λέξη.

Ο εραστής έσπρωξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Πρώτα σιωπή, μόνο ο γρύλος που είχε έλθει τώρα κάπου δίπλα της. Ύστερα το ουρλιαχτό του, έπιπλα και αντικείμενα να εκτοξεύονται στους τοίχους και να γίνονται κομμάτια. Μετά, πάλι σιωπή. Είχε παγώσει. Στη λάμπα, μια νυχτοπεταλούδα απέφυγε το σαμιαμίθι που της ρίχτηκε και πέταξε μακριά. Έσκυψε μοιρολατρικά και χάιδεψε τα βρεγμένα χορτάρια.

Η μεγάλη τζαμαρία πίσω της έσπασε με θόρυβο. Τραντάχτηκε. Κομμάτια γυαλί καρφώθηκαν στην πλάτη και το σβέρκο της. Μια σκιά πέρασε από πάνω της ραπίζοντας την με μια δυνατή πνοή αέρα. Κοίταξε τα χέρια της που χάιδευαν ακόμα τα χορτάρια. Ήταν γεμάτα αίμα. Σηκώθηκε, έκανε δυο βήματα κι ύστερα έπεσε στα γόνατα. Σήκωσε τα μάτια κι είδε την πανέμορφη πελώρια πεταλούδα να πετάει προς τις ελιές κουνώντας τα φτερά της άτσαλα. Ύστερα όλα σκοτείνιασαν.