Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2021

ΑΤΜΟΛΕΒΗΤΕΣ

 


Στην τελευταία σελίδα του βιβλίου "Ατμολέβητες", της σχολής μηχανικών στον Πειραιά όπου φοιτούσα, υπήρχε ένα σκίτσο μου. Ποιος το είχε σχεδιάσει; Ποιο χέρι είχε πιάσει το μολύβι ενώ είχα παρατήσει το βιβλίο κάπου ή, ίσως ακόμα, ενώ κοιτούσα αφηρημένος τη θάλασσα από το παράθυρο -όπως τόσο συχνά έκανα στο σπίτι ή ακόμα και στην τάξη όταν το μάθημα ήταν βαρετό- κι έκανε βιαστικά αυτό το σχέδιο, κακότεχνο αλλά αρκετά πιστό σ’ αυτό που ήμουν; Ποτέ δεν έμαθα, κανείς δεν μου είχε πει. Έτσι κι αλλιώς, μετά από λίγο, το σκίτσο αυτό ξεχάστηκε. Τέλειωσα τη σχολή και μπάρκαρα, και το βιβλίο έμεινε παρατημένο σε μια κούτα μαζί με άλλα, στο υπόγειο.

Χρόνια μετά, όταν παράτησα τη θάλασσα, γύρισα για να ξαναπιάσω -και να τελειώσω μάλλον- τη ζωή μου εκεί όπου την είχα αφήσει, στο σπίτι μας στο Κερατσίνι. Άδειο από ανθρώπους πια το πατρικό μου, γεμάτο όμως ασφυκτικά από αναμνήσεις που το στοίχειωναν και που, αν δεν απαλλασσόμουν γρήγορα από αυτές, θα με δυνάστευαν για πάντα.

Καθάριζα το υπόγειο από το ρημαδιό, όταν μια σάπια από την υγρασία κούτα διαλύθηκε στα χέρια μου και το περιεχόμενο άδειασε στο τσιμέντο. Σήκωσα το βιβλίο, κιτρινισμένο και σαθρό, και το άνοιξα εκεί που θυμόμουν. Το σχέδιο ήταν ακόμα εκεί, μα ίσα που ξεχώριζαν αχνά οι γραμμές του, κρυμμένες στους λεκέδες που είχαν απλώσει στο χαρτί, σαν παιδική ακουαρέλα δίχως θέμα, η υγρασία κι ο χρόνος. Κάποιος ανήξερος δύσκολα θα υποψιαζόταν πως αυτά τα ελάχιστα ίχνη σχημάτιζαν κάποτε τα χαρακτηριστικά ενός νεανικού προσώπου. Μα ποιος νοιάζεται. Μάζεψα τα βιβλία όπως-όπως και τα κουβάλησα πλάι στον κάδο. Μαζί τους κι όλο το σκουπιδαριό κι όλες τις κούτες με κάθε λογής, άχρηστα πια για μένα, χαρτιά και παλιοπράματα, που μόνο επιφανειακά ερεύνησα το περιεχόμενό τους. Η ολοκληρωτική απαλλαγή από τα παλιά, θα με ελευθέρωνε με κάποιο τρόπο. Έτσι πίστευα.

Σηκώθηκα νωρίς την άλλη μέρα. Ο ουρανός ήταν μουντός και ψιλόβρεχε. Κοιτώντας στο δρόμο από το παράθυρο, είδα μια ψηλόλιγνη γυναίκα να περνά, να κοντοστέκεται πλάι στον κάδο και ύστερα να σκύβει πάνω από τα πράγματα που είχα πετάξει. Ξεδιάλεξε κάποια από αυτά και τα έχωσε σε μια μεγάλη τσάντα. Καθώς, κάπως ενοχλημένος, σκεφτόμουν με ποιο τρόπο να αντιδράσω, η γυναίκα έστρεψε το βλέμμα της στη μεριά μου και, όταν με διέκρινε να την παρατηρώ πίσω από το τζάμι, σηκώθηκε. Διστακτικά στην αρχή, πιο αποφασιστικά μετά, βάδισε προς το σπίτι. Δεν χρειάστηκε να χτυπήσει, πρόλαβα και της άνοιξα την πόρτα.

Με κοίταξε εξεταστικά με τα γαλάζια μάτια της κι ένα χαμόγελο φώτισε κάπως το πρόσωπό της.

“Γύρισες, λοιπόν”, κι ύστερα, “Δεν με θυμάσαι, ε;”

Την είχα αναγνωρίσει βέβαια. Μα η συγκίνηση δεν με άφηνε να αρθρώσω λέξη.

Έχωσε το χέρι της στη τσάντα με εκείνα που είχε ξεδιαλέξει και τράβηξε μια ξεπλυμένη από χρώματα φωτογραφία. Μια παρέα νεαρών δίπλα στη θάλασσα. Μου έδειξε με το δάκτυλο.

“Αυτή είμαι εγώ. Αυτός εκεί είσαι εσύ”.

“Μα βέβαια σε θυμάμαι. Πώς γίνεται να το ρωτάς;” κατάφερα να πω.

“Τι κάνεις; Ξεφορτώνεσαι το παρελθόν σου;”

Δεν είχα συνέλθει ακόμα. Της είπα να περάσει, της έδειξα τον καναπέ.

“Θέλεις καφέ;”

“Όχι, δεν θα μείνω πολύ”.

Κάθισε και ακούμπησε την τσάντα πλάι στα πόδια της.

“Εγώ, αντίθετα, συλλέγω αναμνήσεις”, μου είπε και γέλασε θλιμμένα. Ήταν ακόμα όμορφη.

Μιλήσαμε για τους παλιούς μας φίλους, τους γνωστούς, τους γείτονες, θυμηθήκαμε ιστορίες, κι ύστερα είπαμε για εμάς. Μόνο, όμως, για όσα δεν ξέραμε, αποφύγαμε κι οι δυο τα δύσκολα. Παράτησε τις σπουδές της και παντρεύτηκε, είχε και δυο παιδιά, μεγάλα πια, φευγάτα.

Μείναμε αμίλητοι μετά. Όσα δεν είχαν ειπωθεί τότε που έπρεπε, θα έμεναν για πάντα ανείπωτα. Κοίταξα έξω από το παράθυρο. Η βροχή είχε δυναμώσει, το ίδιο και η μελαγχολία μου. Παλιά από εδώ έβλεπα τη θάλασσα. Τώρα δεν φαινόταν πια, την έκρυβαν οι πολυκατοικίες που κτίστηκαν μπροστά της. 

Όταν γύρισα να τη δω είχε σηκωθεί.

“Πάντα έτσι σε θυμάμαι. Να κοιτάς από το παράθυρο και να ξεχνιέσαι”.

Πήγε προς την πόρτα.

“Να σου δώσω μια ομπρέλα, βρέχει πολύ”, της είπα.

“Όχι, μετά θα πρέπει να στην επιστρέψω. Καλύτερα όχι”.

Στην πόρτα, πριν βγει στη βροχή, σταμάτησε.

“Το παρελθόν γίνεται βάρος, μερικές φορές. Μα δεν το διώχνεις με τεχνάσματα, το ξέρω. Θα σε βαραίνει πάντα”.

Περίμενα μέχρι που χάθηκε στη στροφή. Έμενε μερικούς δρόμους παραπάνω. Γυρνώντας, είδα στο τραπεζάκι τους "Ατμολέβητες" και παραδίπλα ένα μολύβι.

Άνοιξα το βιβλίο ξανά στην τελευταία σελίδα. Είδα το σκίτσο να έχει αναδυθεί από τους λεκέδες, με τις γραμμές του τονισμένες πεντακάθαρα, όπως πρώτα. Μα τώρα ήταν το σκίτσο ενός μεσήλικα, με πρόσωπο σκαμμένο από τον ήλιο, την αρμύρα, τις φουρτούνες. Με την ψυχή του τσακισμένη από τη μοναξιά κι έναν παλιό, ανεκπλήρωτο έρωτα.




***

Πριν λίγες μέρες καταλογογραφώντας μια συλλογή εκδόσεων του Πειραιά, ο βιβλιοθηκάριος εντόπισε ένα βιβλίο με τίτλο “Ατμολέβητες” του Γ. Ζ Συρίγου και υπότιτλο "διά τους μαθητάς της Γ τάξεως Ε.Ν. των Ν Σχολών Μηχανικών". Στην τελευταία σελίδα του βιβλίου υπάρχει ένα σκίτσο που εικονίζει έναν άντρα. Η ανάρτηση του εξωφύλλου και του σκίτσου στο fb προκάλεσε πολλά σχόλια τόσο για τον κάτοχο του βιβλίου όσο και για τον άγνωστο καλλιτέχνη του σκίτσου. Η δυναμική αυτής της κουβέντας και των εικασιών ήταν το έναυσμα, για ένα διιστολογικό αφιέρωμα. Σαν τον παλιό (καλό) καιρό...

Συμμετέχουν:

https://vivliothekarios.blogspot.com/

http://tsalapetinos.blogspot.com/

https://rubycloud.blogspot1

https://rubycloud.blogspot2

https://agrampelli.blogspot.com/


Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2021

Ο ΠΑΡΗΣ

 


στη μνήμη του

Ξημέρωνε Χριστούγεννα σε λίγο. Της φάνηκε πως άκουσε το στερνοπαίδι της να τη φωνάζει και ξύπνησε με τη λαχτάρα του, πλάι στην άδεια στέρνα.
"Πάρη! Πού είσαι παιδί μου; Πάρη!"
Στο κάλεσμά της τα πουλιά φουρφούρισαν ανήσυχα, ο όφης σύρθηκε και κρύφτηκε στα κατσοπρίνια.
Κοίταξε γύρω. Το πηγάδι είχε στερέψει, όλα ξερά. Η καρυδιά, η αχλαδιά, η καστανιά, η συκιά, τα κλήματα. Πώς βρέθηκε στα Νερούτσικα, δεν ήξερε να πει.
"Μάνα!" άκουσε πάλι τη φωνή του, πιο μακρυά.
Κατέβηκε, έφτασε στον ποταμό, πήγε προς τον Πετρά.
Έτρεχε ξυπόλητη και ούτε που ένιωθε στα πόδια της τα αγκάθια. Γλιστρώντας στο σκοτάδι ανάλαφρα με τα φτερά του ανέμου, πέρασε το γεφύρι.
Στην άκρη του χωριού, στο τελευταίο σπίτι, είδε τη μεγάλη αδερφή της να κάθεται στη χαρουπιά.
"Βεργενία, είδες τον Πάρη μου;"
"Τον είδα τον έρμο. Γλακούσε κι είπε πως σε ψάχνει".
Πιο κάτω η ξαδέρφη της στεκόταν πλάι στην παραστιά.
"Αντριάνη, είδες το γιο μου;"
Αυτή δεν της απάντησε, μόνο γύρισε αλλού το πρόσωπό της και είπε σιγά μια μαντινάδα.
"Όντε βαρούν τον άθρωπο οι πίκρες κι η οδύνη
στση μάνας του την αγκαλιά γυρεύγει τη γαλήνη".
"Πάρη! Ε, Πάρη!" φώναξε πάλι στον κατάμαυρο ουρανό.
Ξεπρόβαλε στην πόρτα απέναντι κι ο Γιώργης, ο πιο μικρός της αδερφός, που ανέβαινε από το κελάρι.
"Γιώργη, το γιο μου γυρεύγω, κατέχεις πού είναι;"
"Εδά πέρασε και πάει, λέει, να σε βρει".
Έτρεξε να ρωτήξει και τα άλλα αδέρφια της. Να η Ελένη στο μπαλκονάκι της. Να κι ο Μανώλης, με την καλή στολή του, του ντραγάτη, στην αυλή. Μόνο η Σοφία, η πιο μικρή, δε φάνηκε.
"Μανώλη, Ελένη, το Παρουλιό μου ψάχνω. Ήκουσα που με φώναζε και τρέμω μην του 'τυχε πράμα κακό".
"Εσένα ψάχνει, ετσά μας είπε μόνο".
"Δεν κάνει δίχως σου το κακορίζικο, Κατίνα".
"Αχ, το παιδί μου, πόσα έχει τραβηγμένα! Να μπόριουνα να το συντράμω μια ολιά".
"Εδά, Κατίνα, ήντα να κάνεις. Πράμα δε μπορείς".
"Το βόηθησες όντε μπορούσες. Σαν τσι θυσίες σου δεν ήκανε κιανείς".
"Μάνα!" ακούστηκε τότε ξανά σαν κλάμα ο γιος της.
Πήρε την κατηφόρα. Φτάνοντας στην πλατεία, κρύος αέρας φύσηξε. Η καμπάνα του Άη-Γιώργη χτύπησε μόνη της και γύρω από τον πλάτανο χόρεψαν οι σκιές. Από τους ζωντανούς κανείς. Έρημοι οι δρόμοι, κλειστές οι πόρτες, όλα τα σπίτια σκοτεινά.
Κατέβηκε το στενό και μπήκε στην αυλή του. Το σπίτι του κλειστό κι αυτό, πιο σκοτεινό από τ' άλλα.
"Πάρη! Πάρη!"
"Μάνα!" η φωνή του αντήχησε στις Φλέγες.
Έφτασε στον αμαξιτό και ανηφόρισε για την Αγία Τριάδα.
Όταν μπήκε στο νεκροταφείο, τον είδε. Γερμένο πάνω στον τάφο της, στραγγισμένο από ζωή. Το αίμα που είχε τρέξει από τις φλέβες του είχε λεκιάσει το άσπρο μάρμαρο, εκεί που ήταν σκαλισμένο το όνομά της.
"Μάνα!"
"Παιδάκι μου καλό, βασανισμένο, εδώ είμαι, μη φοβάσαι".
Τον πήρε από το χέρι και βάδισαν μαζί στο φως που έλουζε εκτυφλωτικά τα κυπαρίσσια. Πίσω ακολουθούσαν, σε πομπή, τα αδέρφια της και οι άλλες σκιές.



Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2020

Αλλά...


ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΜΟΙΡΑ

ΜΑΝΩΛΗΣ ΛΥΔΑΚΗΣ, Ο επιστάτης, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 433

http://avgi-anagnoseis.blogspot.com/2020/09/blog-post_2.html#more


Η ιστορία που αφηγείται ο συγγραφέας κινείται σε δύο αδιαχώριστα και ταυτοχρόνως ασύμβατα επίπεδα που ορίζουν την γεωμετρία του σύγχρονου χάους. Παρουσιάζει μια κανονικότητα που θα μπορούσε να είναι παρήγορη και καθησυχαστική, έναν έρωτα παθιασμένο και ζωογόνο, μια νεανική ανδρική φιλία αρραγή και ελπιδοφόρο, ένα ήσυχο νησί παραδείσιο τόπο καταφυγής, μια πόλη ασφαλή, φιλόξενη και ανοικτή στις ετερογένειες, για να τα ανατρέψει όλα ευθύς εξαρχής, σφυρηλατώντας με δύναμη μια δραματική, βίαιη και αδιέξοδη συνθήκη. Καθόσον η πλοκή του μυθιστορήματος, ακροβατώντας ριψοκίνδυνα και πεισματικά στην μεθόριο ενός «αλλά», ακυρώνει κάθε ελπίδα για ένα ευοίωνο μέλλον και μέσα από απρόβλεπτα γεγονότα, δυσοίωνες καταστάσεις και γκρίζες ζοφερές εικόνες, καθηλώνει απότομα τον αναγνώστη σε μια ασφυκτική δυστοπία εγκλεισμού και απόγνωσης. Σε μια κατάσταση ηθικής και κοινωνικής παραλυσίας όπου οι έννοιες και τα συναισθήματα έχουν χάσει το νόημα τους, ενώ οι ήρωες μηχανορραφούν, εγκληματούν ή παρασύρονται απαθείς, ενδεείς και χωρίς αντιστάσεις εδώ κι εκεί, ακολουθώντας τη ροή του χρήματος, τις ανάγκες της διαπλοκής ή τις επιταγές της εξουσίας.
Τρεις νέοι άντρες, διαφορετικοί από κάθε άποψη, πηγαίνουν να κατασκηνώσουν σε ένα νησί για να συσφίξουν τους δεσμούς της παιδιόθεν φιλίας τους μετά την αποφυλάκιση του ενός από αυτούς. Μαζί τους και η αδελφή του εμπνευστή της εκδρομής, κρυφά ερωτευμένη με τον κεντρικό ήρωα. Και ενώ όλα θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε μια καλοκαιρινή περιπέτεια με όλα τα κλισέ σε χρήση και παράθεση να σκηνογραφούν με ανακλητική δυναμική την θερινή ραστώνη και την νεανική υπεροψία και αυταρέσκεια (ήλιος, άμμος, θάλασσα, ερωτισμός και υπαρξιακές αναζητήσεις), όλα καταλήγουν σε μια αδιανόητη και αδυσώπητη πανωλεθρία.

Η ιστορία του Μανώλη Λυδάκη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αστυνομική αφού έχει όλα τα στοιχεία του είδους: αναπάντητα ερωτήματα, μυστηριώδεις δολοφονίες, ατιμώρητους ενόχους και επίμονους οξυδερκείς αστυνομικούς. Επίσης θρίλερ, αφού έχει αγωνία, σασπένς, πτώματα χωρίς ταυτότητα, βίαιες εξελίξεις, απρόσμενες ανατροπές, θύτες που είναι θύματα και αντιστρόφως. Αν δεν υπήρχε διάχυτη σε όλη την αφήγηση η αίσθηση μιας υφέρπουσας γενικευμένης κρίσης αξιών να υπονομεύει το αυτονόητο, το κοινωνικό και το πολιτικό και να εμπλέκει ανεπίγνωστα στον ιστό της, όχι μόνο τα πρόσωπα της πλοκής, αλλά και τον ίδιο τον αναγνώστη.
Η ερωτική ιστορία μένει μετέωρη με όλα τα ερωτήματα ανοιχτά και χωρίς αίσιο τέλος, οι ήρωες αποδεικνύονται πιόνια σε μια στημένη παρτίδα που αφήνονται να παραπλανηθούν, να δυστυχήσουν ή να εξαγοραστούν. Οι επιλογές και οι πράξεις τους σκηνοθετημένες από άλλους, η εκδρομή μηχανορραφία, η φιλία πρόσχημα, ο φόνος κάλπικος, ο αστυνομικός φαύλος να διαπλέκεται και να χρηματίζεται, τα εγκλήματα διατεταγμένες στρατηγικές κινήσεις από τους ισχυρούς με στόχο το συμφέρον ή το κέρδος, το ειδυλλιακό νησί τόπος εγκλεισμού των μεταναστών που ξεβράζει η θάλασσα, η πόλη ανοχύρωτος χώρος της απάθειας των νοικοκυραίων και του φόβου που οι ομάδες  των φασιστών σπέρνουν στους απόκληρους και τους αδύναμους.
Η αφήγηση οργανώνεται σε εννέα μέρη, με σύντομα κεφάλαια που λειτουργούν με τον ειρμό και την λογική των κινηματογραφικών σκηνών, καθώς ανατρέπεται συχνά η γραμμικότητα της ροής των γεγονότων, εναλλάσσονται οι αφηγητές και οι χώροι. Η πλοκή είναι καταιγιστική και πολυδιάστατη, ο λόγος ασθματικός και η γλώσσα σκληρή και άμεση. Κρατώ στο μυαλό μου την εικόνα του έρημου οικοπέδου που βρισκόταν πριν την καταστροφή το πατρικό σπίτι του ήρωα και τον μικρό του αδελφό, που δεν πρόλαβε να γίνει αρχιτέκτονας, να χαράζει με τα χέρια την κάτοψη στο χώμα, ξεριζώνοντας τα ξερόχορτα και κατοικώντας με πείσμα τον κενό χώρο. Ή την εικόνα των μεταναστών που κτίζουν στην παραλία έναν τοίχο σαν παραπέτασμα για να κρύψουν την θάλασσα. 
Ο συγγραφέας σχεδόν μέχρι το τέλος κλείνει πεισματικά όλες τις διόδους διαφυγής για τα πρόσωπα του έργου του αναπαριστώντας επίμονα έναν ανάπηρο κόσμο, χωρίς αξίες και ιδανικά. Μέχρι να αφήσει να πέσει μια ισχνή χαραμάδα φωτός στην διαλυμένη ζωή του ήρωα του. Η ανιδιοτελής φιλία, η γνώση και κυρίως η αγάπη ανάμεσα σε πατέρα και γιο θα πλέξουν ένα δίχτυ ασφαλείας. Και κάπου εκεί με την βοήθεια συγγραφέα και αναγνώστη η αφήγηση μπορεί να ξεκινήσει από την αρχή. Αλλά…


Σάββατο, 13 Ιουνίου 2020

Ο ΑΡΙΘΜΟΣ 229921




Διακόσια είκοσι εννιά - εννιακόσια είκοσι ένα. Ηράκλειο, οδός Λασιθίου. Μια ζεστή, καλοκαιριάτικη μέρα, ένα πιτσιρίκι αποφασίζει χωρίς λόγο να αποστηθίσει τον αριθμό της πινακίδας ενός Opel Caravan και να μην τον ξεχάσει ποτέ. Πενήντα τόσα χρόνια μετά, θυμάμαι ακόμα αυτόν τον αριθμό, όπως θυμάμαι κι εκείνο το παιδί που με κοιτάει από το παρελθόν σαν να επιθυμούσε εκείνη η μέρα να μείνει στη μνήμη του άντρα που θα γίνει κάποτε, έτσι ώστε αυτό το μυστικό που μοιραζόμαστε να γίνει η απόδειξη ότι είμαστε ένα. Είναι ακόμα εκεί και με κοιτάει και χαίρεται που δεν το ξέχασα. Έδωσε μια υπόσχεση στο μέλλον και την κράτησε.

Σήμερα, όπως καθόμουν στην αυλή, μια άσπρη πεταλούδα πέρασε μπροστά μου, φτερούγισε άτσαλα στα γιασεμιά κι ύστερα χάθηκε. Είχα στα χέρια μου την κάμερα μα δεν την φωτογράφισα. Προτίμησα να εντυπώσω στο μυαλό μου τη στιγμή με κάθε λεπτομέρεια. Την κίνησή της, τα δροσερά φυλλώματα που γυάλιζαν στο φως, την ησυχία στο δρόμο, το αεράκι. Δεν θα σβηστεί ποτέ από το μυαλό μου αυτή η στιγμή, αποφάσισα. Ούτε στο μέλλον ούτε στο παρελθόν. Διασχίζοντας τις εποχές θα φτάσει και σε εκείνη τη ζεστή μέρα. Και τότε το παιδί που χάρη σε έναν αριθμό ζει μέσα μου για πάντα, κάθε που βλέπει την άσπρη πεταλούδα που φτερούγισε μπροστά στα μάτια μας, θα θυμάται μια άλλη καλοκαιριάτικη μέρα και τον άντρα που θα γίνει κάποτε, κι εγώ θα χαίρομαι που ούτε κι αυτό με έχει ξεχάσει, μετά από τόσα χρόνια. 

Διακόσια είκοσι εννιά - εννιακόσια είκοσι ένα. Ο αριθμός αυτός είναι το πέταγμα μιας πεταλούδας. Εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.



Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2020

ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ
























Καθόμουν στην αυλή όταν, μες στη δυσοίωνη ησυχία, άκουσα βήματα. Ο δρόμος ήταν έρημος, κανένας δεν φαινόταν. Όμως τα βήματα εξακολουθούσαν να αντηχούν, χωρίς να σταματούν, χωρίς να σβήνουν. Κοίταξα τότε γύρω τα φυτά. Τα είδα ξαφνικά να μεγαλώνουν, χλωρούς βλαστούς να ξεπετάγονται, να ανοίγουν, να γυρνούν στο φως, όπως μπορεί κανείς να δει τον λεπτοδείχτη στο ρολόι να γυρνά, νύχτα, λίγο πριν τον εφιάλτη. Ο χρόνος ήταν. Περνούσε κι έφευγε, περνούσε κι έφευγε κι εγώ καθόμουν κι άκουγα τα βήματά του, κι όπως βάραινε πάνω μου η μελαγχολία κι όλα τα σχέδιά μου έμοιαζαν άτοπα, παρακάλεσα τον γέροντα να είναι τουλάχιστον ευγενικός με τα παιδιά μας, να δείξει καλοσύνη και να τα αφήσει να ονειρεύονται ένα καλύτερο αύριο.




Παρασκευή, 10 Μαΐου 2019

ΤΑ ΧΑΛΑΣΜΕΝΑ ΡΟΛΟΓΙΑ





Απ' όλα τα ρολόγια, πιο πολύ αγαπώ τα χαλασμένα. Να κρέμονται χαλαροί οι δείχτες τους, ώστε γυρνώντας τα να δείχνουν ό,τι τύχει. Ή ακόμα καλύτερα, βγαλμένοι από τον άξονά τους, πεθαμένοι, να κείτονται στον πάτο, πίσω από το τζάμι, σαν καναρίνι ή κοράκι που βρίσκεις ψόφιο στο κλουβί του, ένα κρύο χειμωνιάτικο πρωί.

Τα αγαπούσα από παιδί. Τα ζωντανά ρολόγια τα φοβόμουν. Αν κάποιο αργούσε να χαλάσει, το σκούνταγα -τυχαία- περνώντας, μέχρι από κάποια πτώση να έρθει το τέλος του. Μου ανήκε τότε. Το διέλυα σχολαστικά ως το τελευταίο γρανάζι, ελπίζοντας κάποτε να βρω το πλάσμα εκείνο που άκουγα την καρδιά του να χτυπάει ρυθμικά όταν το κούρδιζα. Να το αιχμαλωτίσω, κι αφού το αναγκάσω να μου πει τα μυστικά του, να φτιάξω τη δική μου Μηχανή του Χρόνου.

Αν από απροσεξία βάλεις στο αυτί σου -αντί για εκείνο το κοχύλι που μάζεψες μαζί της σε μια παραλία που δεν θυμάσαι- ένα ρολόι χαλασμένο, ακούς τον ωκεανό του χρόνου που έφυγε. Τρομάζεις τότε, αν δεν ξέρεις. Κοιτώντας γύρω δεν αναγνωρίζεις τίποτα από το παρόν. Πρέπει να κλείσεις σφαλιστά τα μάτια αμέσως και να περιμένεις μέχρι να συνηθίσουν στο σκοτάδι πριν τα ξανανοίξεις. Αλλιώς μένεις για πάντα φυλακισμένος σε αναμνήσεις. Δικές σου ή -ακόμα χειρότερα- άλλων.

Αν θέλετε στο σπίτι σας ένα ρολόι χαλασμένο, θα χρειαστεί να το εξημερώσετε. Το βάζετε αρχικά δίπλα σε κάποιο που δουλεύει. Επικεντρωμένοι στο παρόν ή αν θέλετε στο μέλλον, περνάτε και ξαναπερνάτε δίπλα του σαν να μην υπάρχει. Μετά στρέφεστε και το κοιτάτε επίμονα. Αν χαμηλώσει υπάκουα τα μάτια, όλα θα πάνε καλά. Εκείνο που μετρούσε ξέφυγε και περπατάει χώρια του.
Αν όμως ανταποδίδει θαρραλέα το βλέμμα, και οι δείκτες του συστρέφονται απειλητικά σαν ουρά σκορπιού ή πλοκάμια, και στο μυαλό σας ξαφνικά εφορμούν τα περασμένα, τότε δεν πρόκειται να εξημερωθεί ποτέ. Το γυρνάτε μπρούμυτα και το παραχώνετε σε μια κούτα στο πατάρι ή το στρέφετε να κοιτάει μόνιμα τον τοίχο. Σκληρό αλλά αναγκαίο μέτρο. Για το καλό σας.

Τα τωρινά ρολόγια είναι σκάρτα, όπως κι ο χρόνος που μετράνε. Έχουν μια μπαταρία για καρδιά. Ούτε γρανάζια, ούτε ελάσματα, ούτε βίδες. Κούφια και άδεια, τίποτα δεν κρατάνε μέσα τους.
Δεν τα αγαπάω καθόλου αυτά τα ρολόγια. Τι να χαλάσεις από δαύτα;


Παρασκευή, 12 Απριλίου 2019

Η ΒΡΟΧΗ




Όσα συνέβησαν εκείνη την άνοιξη θα στοιχειώνουν για πάντα αυτούς που τα έζησαν. Όποτε τολμούν τα μικρά παιδιά να ζητήσουν από τους παππούδες τους να τους διηγηθούν όσα θυμούνται από τότε, εκείνοι σταματούν απότομα ό,τι κι αν κάνουν. Ζαρώνουν το μέτωπο κι όταν σηκώνουν το κεφάλι τα παιδιά τρέχουν να κρυφτούν μακρυά από το αγριεμένο βλέμμα τους.
Στις 12 Απρίλη του 2019 λένε πως ο ουρανός συννέφιασε. Οι άνθρωποι σηκώνοντας ανήσυχοι τα μάτια είδαν τη μαυρίλα να κατεβαίνει με μπουμπουνητά από τα βουνά. Μερικοί προνοητικοί άρχισαν να τρέχουν προς τα σπίτια τους. Άλλοι έπαιρναν τηλέφωνο τους δικούς τους για να τους πουν να φυλαχτούν. Οι φήμες γρήγορα διαδόθηκαν: θα βρέξει. Πλήθη κατέκλυσαν τις στοές και τους σταθμούς του μετρό. Τα σουπερμάρκετ άδειασαν αμέσως, τα μαγαζιά κατέβασαν ρολά.

Και τότε ξαφνικά άρχισε πραγματικά να βρέχει. Έντρομοι οι άνθρωποι, κοιτούσαν τις υγρές σταγόνες που έρχονταν από τον ουρανό και έπεφταν επί δικαίων και αδίκων. Σε λίγο όλα είχαν βραχεί. Οι λακκούβες στο δρόμο γέμισαν νερό. Ρυάκια άρχισαν να σχηματίζονται στις άκρες και σύντομα έγιναν μικρά ποτάμια. Περνούσαν τα φρεάτια που μάταια πάσχιζαν να τα κρατήσουν και παρασέρνοντας όσα σκουπίδια έβρισκαν μπροστά τους συνέχιζαν, μακρυά, ως κάτω εκεί που έβλεπε το μάτι. Κάποιοι αυτόπτες μάρτυρες είπαν μετά πως τα είδαν να χύνονται στη θάλασσα. Η αξιοπιστία τους αμφισβητήθηκε από πολλούς.
Οι σταγόνες κυλούσαν αργά και βασανιστικά στα τζάμια. Κάποιες απ' αυτές πάσχιζαν να μπούνε μέσα, αλλά αυτά ήτανε καλά κλεισμένα. Με σκούπες και σφουγγαρόπανα στα χέρια οι νοικοκυραίοι επαγρυπνούσαν, παραφύλαγαν στις μπαλκονόπορτες, έδιωχναν τα νερά στα λούκια, με κίνδυνο κάθε στιγμή να γίνουν μούσκεμα.
Κάποιοι άτυχοι δεν πρόλαβαν να βρουν καταφύγιο. Τους πέτυχε η βροχή στο δρόμο. Βράχηκαν. Ναι. Τα ρούχα τους και τα μαλλιά τους κι ότι είχε μείνει ακάλυπτο στο σώμα τους. Κάποιοι άλλοι, στην προσπάθεια να διασχίσουν το δρόμο, τόλμησαν να τσαλαβουτήσουν μέσα στα νερά. Η έκφραση της απελπισίας στα μάτια τους, διηγούνται κάποιοι ανατριχιάζοντας, ήταν κάτι ανείπωτο. Οι περισσότεροι έφτασαν σώοι  στα σπίτια τους, μα η εμπειρία αυτή τους έχει σημαδέψει για πάντα.
Ήταν κάτι τρομερό, διηγούνται, και θέλουν να ξεχάσουν. Η θέα των βρεγμένων τοίχων, τα φυλλώματα που έγερναν βαριά από τη βροχή, η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος...
Κι ο ήχος της, ο μονότονος ήχος της βροχής να πέφτει, στο δρόμο, στην ταράτσα, στις λαμαρίνες. Οι άνθρωποι έκλειναν τα αυτιά τους για να μην ακούν. Μάταια.

Ύστερα, ξαφνικά όπως άρχισε, σταμάτησε. Δειλά-δειλά οι άνθρωποι άρχισαν να ξεμυτίζουν. Βγήκαν στους δρόμους που είχαν αρχίσει κιόλας να στεγνώνουν και μετρήθηκαν.
"Η βροχή ας μας γίνει μάθημα", είπε κάποιος πολιτικός, κραδαίνοντας μια ομπρέλα, και όλοι συμφώνησαν. "Η φύση είναι ύπουλη και εχθρική, δεν πρέπει να της έχουμε καμιά εμπιστοσύνη".



Τρίτη, 19 Μαρτίου 2019

ΨΙΧΟΥΛΑ




Ο βράχος κρέμεται πάνω από το γκρεμό. Το δέντρο γέρνει πάνω από το βράχο. Ένα λειψό φεγγάρι τους φωτίζει.

Ο άνθρωπος που κάθεται στο βράχο σκέφτεται. Οι σκέψεις του είναι τα πουλιά που τον κοιτάνε από το δέντρο. Οι σκέψεις των πουλιών είναι τα ψίχουλα που πέφτουν στο γκρεμό όταν δαγκώνει το κουλούρι.

Το σύμπλεγμα είναι μελαγχολικό. Σηκώνει το κουλούρι του ψηλά, λειψό όπως το φεγγάρι. Τα δάκτυλά του το θρουλίζουν και τότε τα πουλιά πετούν στους ώμους του και τον τσιμπολογάνε. Δεν θα γλυτώσει. Οι σκέψεις του είναι αχόρταγες.

Ο αστυνομικός που καταφθάνει ασθμαίνοντας δεν έχει λόγο να φοβάται. Σκέφτεται μόνο τη γυναίκα του και το ζεστό φαΐ το βράδυ και τα ανοιχτά της πόδια στο κρεββάτι. Το ρόπαλο που κρέμεται στη ζώνη του, τον βγάζει πάντα ασπροπρόσωπο.

Ο άνθρωπος πάνω από το γκρεμό έχει λόγους να φοβάται. Αίφνης, το δέντρο σκύβει πάνω του και τον κοιτάζει. Με όλα τα φύλλα του και τα πουλιά του και τις σκέψεις, τον κοιτάζει. Πετάει το κουλούρι μακρυά. Ψίχουλα λάμπουν στα χορτάρια και τότε τα πουλιά του κυνηγούν αστέρια. 

Αυτός ο άνθρωπος πενθεί μονίμως. Κανείς δεν ξέρει να πενθεί όπως αυτός. Όταν σηκώνει το βλέμμα, τα μάτια του ανοίγουν σαν παράθυρα και όποιος κοιτάξει μέσα τους πετρώνει.

Ο αστυνομικός στέκει μακρυά του. Τον αναγνωρίζει τώρα. "Σήκω και φύγε επιτέλους, κάνε κάτι", του λέει με κακεντρέχεια. "Οι δικοί σου άρχισαν να σε ξεχνούν. Ο κόσμος σου βουλιάζει. Οι σκέψεις σου δεν θα σε σώσουν".

Ο άνθρωπος στο βράχο ήταν κάποτε παιδί, θυμάται. Ύστερα ξαφνικά όλα μοιάζουν ψέμα. Τινάζει τα ψίχουλα από το παντελόνι του και σηκώνεται. Από πάνω του φτεροκοπάνε τα πουλιά και πέφτουν άψυχα στα πόδια του.

Κάπου μακρυά, ένας θηριοδαμαστής διασχίζει τότε μιαν αλέα. Το βάδισμά του είναι χορευτή. Το μαστίγιό του είναι μια μαύρη ομπρέλα. Αν δεν βρέξει, χαμένος ο κόπος του. Αυτό δεν ενδιαφέρει όμως κανένα.



Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2019

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΖΩΓΡΑΦΙΖΕ ΣΤΙΣ ΠΟΡΤΕΣ




"Ούτε λεπτό μη μείνεις. Πέρνα από εκεί αν θες, μα αν είναι νύχτα μη σηκώσεις το κεφάλι, μη ρίξεις ούτε μια ματιά τριγύρω, φύγε!"
Τα λόγια του ηχούσαν στο μυαλό μου καθώς στο έμπα του χωριού είχα σταθεί και κοίταζα τα ερειπωμένα σπίτια. 
"Μέσα σε μια βραδιά, χάθηκαν όλοι. Άφαντοι!"
Για το χωριό μου μίλαγε. Που είχα να πάω πενήντα χρόνια.
Φύσηξε ένας δυνατός βοριάς και ήχησε η καμπάνα. Ξερά τα δέντρα ανασάλεψαν και έσεισαν τα γυμνά κλαδιά τους, χέρια που γύρευαν να αρπάξουν αν τύχαινε να φτερουγίσει κάτι ανάμεσα. Μα δεν πετούσε τίποτα εκεί. Μόνο στην πλαγιά απέναντι ακούστηκε ένας γκιώνης, ύστερα σώπασε κι αυτός.
"Μόνο ένα παιδί έμεινε, λένε οι ιστορίες. Το παιδί αυτό τρελάθηκε από την ερημιά. Μόνο την πλάτη του έχουν δει, τη σκιά του καθώς τρέχει να κρυφτεί από όσους τύχει να περνάνε. Γυρνάει στους δρόμους και ζωγραφίζει με την κιμωλία πάνω στις πόρτες των σπιτιών αυτούς που έμεναν κάποτε εκεί. Για να ΄χει συντροφιά; Ποιος ξέρει".
Ήθελα να του πω πως κάνει λάθος. Δεν με άφησε. Ο αφηγητής μου, ένας γέρος βοσκός, που ήρθε και κάθισε απρόσκλητος μαζί μου, όταν στο καφενείο ξεστόμισα ποιος ήμουν και πού πάω, επέμεινε.
"Μπορείς να δεις τις ζωγραφιές στις πόρτες. Όταν τις σβήνει η βροχή, πάει και τις ξαναφτιάχνει. Και απο πάνω έχει γράψει τα αρχικά του καθενός".
Πήρα τον κατάσπαρτο με ασφόδελους δρόμο. Δεξιά κι αριστερά είδα τις πόρτες των σπιτιών, άλλες κλειστές κι άλλες ορθάνοιχτες να τις φυσάει ο αέρας δείχνοντας το ρημαγμένο μέσα τους, και πάνω τους τις ζωγραφιές που μου είχε πει. Άτεχνα σχέδια, παιδικά. Εδώ ένας άντρας μόνος του, πιο πέρα μια γυναίκα, αλλού μια ολόκληρη φαμίλια.
"Όσοι ξενητεμένοι σαν και σένα γύρισαν να επισκεφτούν τον τόπο τους, έφυγαν πάλι τρομαγμένοι και δεν γύρισαν ποτέ. Δυο απ' αυτούς που ξώμειναν εκεί, δεν τους ξανάδε άνθρωπος".
Πέρασα μπροστά από το μαυρισμένο ερείπιο στην πλατεία με βήμα γρήγορο και το κεφάλι κάτω, και βρέθηκα στο σπίτι μου. Πάτησα στο κατώφλι του, εκεί που είχα σταθεί να τους κοιτάξω τελευταία φορά, τότε που για μια χούφτα λίρες με έδωσαν σε ξένους, "για το καλό μου". Είδα στην πόρτα το σχεδιασμένο πάνω της με κιμωλία ζευγάρι και από πάνω τα αρχικά τους. Την έσπρωξα, και άνοιξε τρίζοντας. Μέσα, όλα τα πράγματα στη θέση τους, θαμμένα κάτω από τη σκόνη τόσων χρόνων.
"Κι αν νυχτωθείς εκεί, όσο κουρασμένος νά 'σαι, μη διανοηθείς να κοιμηθείς. Πάει, χάθηκες".
Κάθισα κατάχαμα, ακούμπησα την πλάτη μου στον τοίχο κι έκλεισα τα μάτια.
"Πάει, χάθηκες!"
Ξύπνησα από φωνές. Με πήρε από το χέρι ο πατέρας μου και κατεβήκαμε το δρόμο προς το σπίτι εκείνο, από όπου έβγαιναν φλόγες και μαύροι καπνοί. Μπροστά στην πόρτα τους, πεσμένοι στα γόνατα, ο άντρας και η γυναίκα έκλαιγαν. Γύρω τους είχε μαζευτεί όλο το χωριό. "Αναρχικοί! Κομμούνια! Βρωμοεβραίοι!", φώναζαν και  τους έφτυναν. Το χέρι μου πόνεσε από το σφίξιμο και σήκωσα το κεφάλι να τον δω. Άγριο γυάλιζε το μάτι του καθώς φώναζε κι αυτός μαζί τους. Με έπιασε και με σήκωσε να δω καλύτερα. Σηκώθηκε ένα ξύλο, έπεσε βαρύ. Ύστερα κι άλλο. Κάποιος χτύπησε ένα παιδί, το έριξε πάνω στο ζευγάρι, κι αυτοί το αγκάλιασαν να το φυλάξουν. Με άφησε κάτω ο πατέρας μου, έσκυψε, έβαλε στο χέρι μου μια πέτρα, με έσπρωξε μπροστά. "Ρίξε!" μου είπε. Σήκωσα το χέρι. "Ρίξε!"
"Καταραμένο το χωριό σου, καλύτερα που ερήμωσε. Οι άνθρωποί του ήταν θηρία. Χωρίς καρδιά, χωρίς στάλα συμπόνοια", μου είχε πει ο βοσκός πριν φύγει.
Με πήρε ο ύπνος κι ονειρεύτηκα πως ήμουν στο σχολείο. Εκείνο το παιδί έγραφε με την κιμωλία στον πίνακα. Γεμάτος με ονόματα ήταν. Γύρισε και με κοίταξε, και είδα το πρόσωπό του μαύρο από αίμα και καπνιά. Στον πίνακα είχε γράψει τώρα τελευταίο το όνομά μου.
Κάτι σαν σούρσιμο φιδιού ακούστηκε απέξω. Πετάχτηκα όρθιος και άνοιξα την πόρτα. Κανείς. Κοίταξα πάνω το φεγγάρι που πρόβαλλε από ένα μαύρο σύννεφο. Τότε, μεμιάς, άδειασα από ζωή. Σωριάστηκα βαρύς στις πλάκες.
"Σου το 'χα πει. Δε μ' άκουσες", άκουσα πάλι το βοσκό.
Έστεκε από πάνω μου. Πίσω του είδα που είχε βγει ο ήλιος.
Πεσμένος όπως ήμουν, το βλέμμα μου έπεσε στο μαυρισμένο ερείπιο, πέρα μακριά. Φάνηκε στο παράθυρο μια σκιά και ύστερα χάθηκε. Δοκίμασα να σηκωθώ. Δεν είχα δύναμη, ένα κομμάτι κούτσουρο ήμουν. Μόνο το αριστερό μου χέρι ένιωθα. Και το μυαλό μου είχε γίνει ένα κουβάρι όπου έρχονταν κι έφευγαν σκέψεις αλλόκοτες.
"Κοίταξε εκεί", μου είπε.
Μου έπιασε το κεφάλι και το γύρισε όπως έπρεπε, να δω.
Δεν γύρευε συντροφιά εκείνο το παιδί. Εκδίκηση έψαχνε. Κι εγώ, τη λύτρωση. Αυτό ήταν που ήθελα να του πω.
Στην πόρτα σχεδιασμένο ένα παιδάκι κρατιόταν τώρα από το χέρι του άντρα. Από πάνω, είχε γραμμένα τα αρχικά μου. Μισοτελειωμένο ήταν. Το κεφάλι μου έμενε ένας άδειος κύκλος και το αριστερό μου χέρι έλειπε. Η τιμωρία έμεινε μισή, και αρπάχτηκα από αυτό τον κόσμο λίγο πριν με τραβήξει στο δικό του.
Τώρα, καθηλωμένος στο κρεβάτι, μισερός, με το μυαλό μου μόνιμα πενήντα χρόνια πριν, στη νύχτα εκείνη, εύχομαι να είχε προλάβει. Να είχε τελειώσει η ζωγραφιά μου, να ησυχάσω.

---



Με αφορμή μια ιστορία που άκουσα από φίλους για ένα χωριό στην Αμοργό
(φωτογραφία επεξεργασμένη από βίντεο του Νίκου Σαράντου)

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2018

Η ΚΑΜΗΛΟΠΑΡΔΑΛΗ




Μια μεγάλη λούτρινη καμηλοπάρδαλη ήταν παρατημένη στα σκουπίδια. Εκείνοι που την πέταξαν την είχαν στήσει όρθια, με το κεφάλι της να εξέχει πάνω από τον κάδο όπου ακουμπούσε. Κοίταζε από εκεί όσους περνούσαν.  Γιατί, πρέπει να πούμε, η καμηλοπάρδαλη ήταν ακόμα ζωντανή, μιας και το παιδί που την αποχωρίστηκε δεν την είχε εντελώς ξεχάσει. Μπορούσες να το δεις ξεκάθαρα σαν αύρα γύρω της -αν δεν είσαι από εκείνους που πιστεύουν πως ένα κι ένα κάνουν οπωσδήποτε δυο.
Η διπλανή ακακία, μόλις ξύπνησε και την είδε, έγειρε από συμπόνοια πάνω της ένα κλαρί, τα φύλλα όμως δεν μπορούσαν να τη φτάσουν. Το ρυάκι που έτρεχε στο ρείθρο φούσκωσε όσο μπορούσε, μα ούτε κι αυτό κατάφερε να την πλησιάσει.

Ένα μελαχροινό αγόρι πέρασε από εκεί με το σαράβαλο ποδηλατάκι του. Στάθηκε και την κοίταξε απορημένο. Ποτέ δεν είχε δει καμηλοπάρδαλη, ούτε καν σε βιβλίο. Ίσως και να είχε δει, όμως δεν το θυμόταν. Οι εικόνες του για την καμηλοπάρδαλη, αν υπήρξαν, είχαν θαφτεί στα ερείπια του σπιτιού τους κι ότι είχε μείνει το ξέπλυνε η θάλασσα όταν τη διέσχισαν με το σαπιοκάϊκο.

Το αγόρι φόρτωσε την καμηλοπάρδαλη ανάμεσα στα πόδια του. Δυο μέτρα έκανε μόνο. Διπλώθηκε ο λαιμός της, έγειρε από τη μια μεριά και έπεσε. Έβγαλε τότε από την τσέπη του ένα σπάγκο και την έδεσε όπως-όπως στη σωλήνα. Ούτε έτσι μπόρεσε να κρατηθεί, έπεσε πάλι. Το αγόρι, απογοητευμένο, την έσυρε και την έβαλε πάλι στη θέση που την είχε βρει, να μείνει να κοιτάει το δρόμο μέχρι να έρθουν να την πάρουν. Λίγο πιο πέρα όμως. Να φτάνει τα φύλλα του δέντρου αν τέντωνε το μακρύ λαιμό της, να μπορεί σκύβοντας να πιει νερό να ξεδιψάσει από το αυλάκι.

Πριν την αποχαιρετήσει, έμεινε λίγο και την παρατήρησε προσεκτικά. Έτσι, θα μπορούσε να περιγράψει το περίεργο ζώο στον πατέρα του, όταν κάποτε έσμιγαν. Εκείνος, που ήξερε τα πάντα, θα έδινε στην εικόνα του ένα όνομα. Το αγόρι δεν θα το ξεχνούσε ποτέ κι έτσι η καμηλοπάρδαλη θα ζούσε ακόμα πολλά, πολλά χρόνια.

Ήρθε το σκουπιδιάρικο, την πήραν και την άδειασαν στη χωματερή. Ούτε φύλλα είχε εκεί, ούτε νερό. Και η καμηλοπάρδαλη έσβησε σιγά-σιγά, χωρίς ποτέ να μάθει το όνομά της στη γλώσσα εκείνου του αγοριού, ούτε ότι -χάρις σ' αυτό- ζει ακόμα.


Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2018

Ο ΣΠΙΘΑΜΑΡΗΣ


Τον είδα ξανά τις προάλλες να κόβει βόλτες στα φύλλα ενός αναρριχητικού και να καμώνεται όταν τον άγγιξα πως είναι ένα ξερό κλαράκι. Η κάμπια-“γεωμέτρης” (ή σπιθαμάρης όπως τον λένε στο χωριό μου) πάντα μου προκαλούσε ενδιαφέρον με την ιδιαιτερότητα της κίνησής του. Μόλις πρόσφατα έμαθα ότι είναι η κάμπια ενός είδους νυχτοπεταλούδας.

Ο σπιθαμάρης μου έμοιαζε πάντα αβέβαιος για το μέλλον. Στέκεται στο ένα “πόδι” και ζυγιάζει το άλλο σαν διαβήτης, μέχρι να αποφασίσει κάποτε δειλά για το επόμενο βήμα. Κι ύστερα πάλι από την αρχή.

Υποθέτω ότι δεν γνωρίζει τον προορισμό του. Ίσως αν διέθετε αυτογνωσία, αν ήξερε ότι κάποτε θα γίνει νυχτοπεταλούδα, να είχε περισσότερη εμπιστοσύνη στα βήματά του. Θα έτρεχε τότε με ασίγαστη ορμή και πάθος να χαρεί τη ζωή και δεν θα έμενε φύλλο για φύλλο στο πέρασμά του. Κι ακόμα κι αν τον άρπαζε κάποτε κάνα σπουργίτι, έτσι που θα είχε ασυλλόγιστα ξεθαρρέψει, θα είχε τουλάχιστον την επίγνωση πως παρ’ όλα αυτά ήταν από γεννησιμιού του φτιαγμένος για άλλα. Και πριν ξεψυχήσει, κρεμασμένος από το ράμφος του πτηνού ψηλά στον ουρανό -όπου πρόλαβε να πετάξει έστω και με δανεικά φτερά-, θα συνέθετε ένα εξαίσιο μελαγχολικό ποίημα για τη ματαίωση και το πεπρωμένο. Να αφήσει κι αυτός κάτι στις επόμενες γενιές. 

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2018

Η ΠΛΑΤΕΙΑ, ΤΟ ΠΑΓΚΑΚΙ, Ο ΤΟΙΧΟΣ



Η πλατεία είναι μικρή και έχει σχήμα Πι. Μπροστά, στην ανοιχτή πλευρά της, κυλάει ο δρόμος. Πίσω, δεξιά και αριστερά υψώνονται οι τοίχοι των πολυκατοικιών και οι μάντρες από τσιμεντόλιθους  που κρύβουν τους ακάλυπτους. Οι τοίχοι είναι ζωγραφισμένοι, ως το ύψος που έφταναν οι δημιουργοί τους, με άτεχνα γκράφιτι.
Η πλατεία έχει μόνο τρία παγκάκια. Τσιμεντένια. Το ένα μπροστά, κοιτάζει προς το δρόμο. Τα άλλα δυο, τα πλαϊνά, τα έχουν στήσει μπροστά στους τοίχους των πολυκατοικιών, να βλέπουν τα ντουβάρια. Προς το εσωτερικό της πλατείας, που είναι παραμελημένη και στο πατημένο χώμα της βρίσκεις κάθε λογής σκουπίδια, δεν προβλέπεται να κοιτάει κανείς. Γι’ αυτό κι εκείνη αφέθηκε στη μοίρα της και δεν καταδέχεται, με τη σειρά της, να μας ρίξει ούτε μια ματιά.

Είναι σοφά μελετημένη αυτή η διάταξη. Ιδανική για όσους θέλουν να αποφύγουν κάθε ενοχλητική επαφή, κάθε τυχαία διασταύρωση με κάποιο ξένο βλέμμα. Ο αρχιτέκτονας έλαβε υπόψη του τις απαιτήσεις των καιρών. Καθένας να κοιτάει αλλού. Κανείς να μην κοιτάει τον άλλο. Στα τρία παγκάκια της μπορείς να ενδοσκοπείς απρόσκοπτα, στραμμένος είτε στα αυτοκίνητα, είτε στο ντουβάρι. Καμιά ανεπιθύμητη συνάντηση, καμιά παρεμβολή.
Εντούτοις, παρά την εμπνευσμένη σχεδίασή της, η πλατεία αυτή είναι πάντα άδεια. Ακόμα και οι νεαροί που της ζωγράφισαν τους τοίχους, ανήσυχοι από την απόλυτη σιωπή της, την εγκατέλειψαν και δεν ξαναπάτησαν εκεί το πόδι τους.

Πάω τακτικά και κάθομαι εκεί τα βράδια. Στο δεξί παγκάκι· αυτό είναι το αγαπημένο μου. Ο τοίχος που ορθώνεται μπροστά μου είναι το δικό μου τείχος των δακρύων, αν και ποτέ, ακόμα κι όταν το ήθελα, δεν ένοιωσα κανένα δάκρυ να κυλάει. Καθώς κοιτώ τον τοίχο μου, ο υπόλοιπος κόσμος πέρα από την πλατεία αρχίζει να θολώνει. Λίγο πριν χαθεί εντελώς, εδώ και κάποιες μέρες, μια γυναίκα έρχεται και κάθεται στο αριστερό παγκάκι. Δεν την βλέπω, αφού έχουμε τις πλάτες γυρισμένες, όμως αισθάνομαι την παρουσία της. Έρχεται κάθε φορά. Κοιτάει κι αυτή τον τοίχο της όπως εγώ, φαντάζομαι. Ποτέ δεν κατάφερα να της μιλήσω, ούτε που ξέρω τη μορφή της. Όταν συνέρχομαι μετά από ώρα και στρέφομαι προς τη μεριά της, αυτή έχει χαθεί. Σηκώνομαι τότε κι εγώ να φύγω. Καμιά φορά, θυμωμένος για απροσδιόριστους λόγους με τον εαυτό μου, στέκομαι λίγο εκεί, κοιτάω ψηλά, και αφήνω ένα βαθύ αναστεναγμό. Τότε οι ένοικοι της πολυκατοικίας βγαίνουν ανήσυχοι στα μπαλκόνια τους και με φοβερίζουν για να μην ξανάρθω.

Δεν έχουν κανένα δικαίωμα να το κάνουν αυτό, ο τοίχος τους είναι και δικός μου τοίχος. Το ίδιο και η πλατεία και τα παγκάκια της. Και ούτε που θέλω να στενοχωρώ κανένα. Μόνη μου επιθυμία και έγνοια, να μπορούμε να κοιτάμε αδιάσπαστοι τους τοίχους μας, εγώ κι εκείνη η γυναίκα. Έστω και με το φόβο πως ίσως κάποτε στραφούμε να αντικρίσουμε ο ένας τον άλλο.



Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ





Αυτό το γραφτό δεν θα το δει ποτέ κανείς. Το έγραψε κάποιος που έζησε για λίγο στο όνειρο κάποιου άλλου.

Γερμένος στο γραφείο, με το κεφάλι ακουμπισμένο στα χαρτιά και το μολύβι μου στο χέρι, είχα αποκοιμηθεί. Ξυπνώντας με την έντονη αίσθηση μιας παρουσίας, την είδα να στέκει από πάνω μου. Να με κοιτάει με τα μεγάλα μάτια της, σιωπηλή. Πρώτη φορά την έβλεπα. Όχι! την ήξερα από πάντα. Είχαμε αγαπηθεί πολύ, είχαμε ζήσει μια ζωή γεμάτη πάθος. Δεν χρειαζόταν να μιλήσουμε. Η μοίρα μας ήταν κοινή. Από τα χρόνια που πέρασαν στα χρόνια που ήταν να έρθουν.

Γράφω. Το χέρι μου γράφει. Κοιτώ το χέρι μου που γράφει.

Νόμιζα πως ήταν στο όνειρό μου, λυπόμουν που ξυπνώντας θα χανόταν. Μα ήταν δικό της το όνειρο. Χάρις σ' αυτήν υπήρξα. Τώρα, όπως ξυπνάει στο πρώτο φως και το όνειρό της ξεθωριάζει, καθώς οι καθημερινές φροντίδες εφορμούν και στο ρολόι γυρνούν αργά οι δείκτες, εγώ είμαι που χάνομαι. Η ώρα περνάει, πρέπει να βιαστεί, θυμάται ακόμα λίγο το παράξενο όνειρό της, το άγνωστο εκείνο πρόσωπο γερμένο στο γραφείο, και όσο θυμάται υπάρχω ακόμα, σε εικόνες που έρχονται και φεύγουν, στρόβιλος αναμνήσεων, μια ολόκληρη ζωή σε μια στιγμή σαν φευγαλέα λάμψη τρεμοσβήνει στο μυαλό της.

Αρχίζω να μη βλέπω το χέρι μου που γράφει.

Φτιάχνει καφέ και λίγο ακόμα με θυμάται, ζω ακόμα στο όνειρό της που θολώνει, οργανώνει τη μέρα της, τα ψώνια, οι λογαριασμοί, η δουλειά, η μάνα της, το σώμα μου γίνεται διάφανο, και γράφω, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, τώρα μόνο αυτό θυμάται από τον ξένο, το χέρι του με το μολύβι, πώς ξύπνησε όταν έσκυψε να δει αυτό που γράφει.

Παρακαλώ, κράτησε λίγο ακόμα το όνειρό σου.
Θυμήσου με να γράφω. Λίγο ακόμα.
Σκύψε να δεις.


(φωτογραφία Marcin Sacha)

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

ΑΜΟΡΓΟΣ: ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ




Κυκλάδες δεν είναι μόνο τα ακρογιάλια, τα ασπρισμένα σπίτια, οι βουκαμβίλιες, οι ξερολιθιές. Πίσω από τα κλισέ που συλλαμβάνει ο φακός της φωτογραφικής, υπάρχουν οι άνθρωποι, συχνά αόρατοι για τον τουρίστα που καταναλώνει εικόνες. Οι άνθρωποι που θα μείνουν, όταν η τουριστική περίοδος τελειώσει και η καθημερινότητά τους μπει σε διαφορετικούς ρυθμούς.
Ανάμεσα σ' αυτούς υπάρχουν κάποιοι που αγωνίζονται να κάνουν τον τόπο όπου ζουν καλύτερο. Στη διαδικασία αυτή, γίνονται καλύτεροι και οι ίδιοι. Τέτοιους ανθρώπους γνώρισα στην Αμοργό.

Ο Γιάννης Σιούτης και ο Πέτρος Ρούσσος, οι Nomades Artcore. Δυο ταλαντούχα νέα παιδιά, εξερευνητές του θεάτρου σε άμεση συνάρτηση με τη ζωή, καταλύτες της δημιουργικότητας των άλλων, που μέσα από το θέατρο ψάχνουν, ζητούν αλήθειες, κτίζουν σχέσεις, στήνοντας στο νησί θεατρικές ομάδες που κάθε τους παράσταση αφήνει πίσω της σημάδια.
Αυτή τη φορά μου έκαναν την πραγματικά μεγάλη τιμή να ασχοληθούν μαζί μου. Δεν το περίμενα. Αναπάντεχα, είδα τις "αληθινές ιστορίες" μου να ζωντανεύουν, τους ήρωες μου να αποκτούν σάρκα και οστά. Με τρόπο αληθινά εμπνευσμένο, από τη διασκευή και τη σκηνοθεσία ως τη διδασκαλία των ηθοποιών.

Οι ηθοποιοί. Νεαρές κοπέλες και άντρες, που μετά ή πριν τη δουλειά τους (δασκάλα, καθηγήτρια, γιατρός, ιδιοκτήτης μπαρ, λιμενικός... ) κατάφεραν να βρουν το χρόνο για να αφοσιωθούν σ' αυτό που αγάπησαν και που τους ένωσε. Άνθρωποι εκλεκτοί και υπέροχοι. Είχα την τύχη να τις συναντήσω (θα χρησιμοποιήσω θηλυκό μιας και η πλειοψηφία ήταν γυναίκες αλλά όσα πω αφορούν βέβαια όλες κι όλους) και να τις γνωρίσω. Λιγότερο από όσο θα ήθελα, τι να προλάβω σε τρεις μέρες. Η εμπειρία αυτή τις είχε σημαδέψει, μου είπαν. Δεν ερμήνευαν ρόλους, μιλούσαν για τη ζωή τους. Μοιράστηκαν κάτι σημαντικό, και εξ αιτίας του είχαν πια φτιάξει μεταξύ τους σχέσεις βαθιές και στέρεες.
Μου μίλησαν για τα κείμενα και εκείνα που τις άγγιξαν σ' αυτά. Ένιωσα πως δεν ήταν πια δικές μου οι ιστορίες. Με κάποιο τρόπο τους ανήκαν, κι αυτό ήταν συγκινητικό. Αυτό είναι φαντάζομαι το όνειρο καθενός που γράφει.

Γύρω από αυτούς ένα πλήθος άλλων ανθρώπων που έσπευσαν να βοηθήσουν, καθένας με τον τρόπο του. Στην οργάνωση, στις αφίσες, τα προγράμματα, τα κουβαλήματα, τις εγκαταστάσεις... Με αγάπη και δόσιμο ψυχής. Άνθρωποι που δεν πρόλαβα να τους γνωρίσω όλους.

Οι θεατές. Με την αγάπη τους και τη θερμή ανταπόκριση. Και η ίδια η Αμοργός.

Από την πρώτη νύχτα κιόλας στο νησί, μετά από το καράβι και την πρώτη γνωριμία, όταν φεύγοντας από το μπαρ είχε αρχίσει πια να χαράζει και ο Πάνος μου είπε "η καλύτερη ώρα είναι όταν αρχίζουν να τραγουδούν τα σπουργίτια" και τότε τα άκουσα να ξυπνούν στο πρώτο φως, ήξερα πως αυτή η επίσκεψη θα ήταν ξεχωριστή.
Φίλες και φίλοι, η εμπειρία αυτή και η γνωριμία μας μου έδωσε δύναμη και θα μου μείνει αξέχαστη. Σας ευχαριστώ πολύ για όλα. Και εύχομαι να μην αφήσετε ποτέ να σβήσει αυτή η φλόγα που σας άλλαξε και σας ένωσε.


.

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

Η "ΜΑΡΙΑ"




Στο καφενείο, πάνω από τον παλιό καθρέφτη, εκεί είχα κρεμάσει εκείνο το σανίδι με το όνομα της βάρκας.
Όταν αυτή το πρόσεξε, άφησε το φλυτζάνι τον καφέ στο τραπεζάκι και σηκώθηκε να το κοιτάξει από κοντά. Είχε μια βαθιά μελαγχολία το πρόσωπό της, όπως το έβλεπα στον καθρέφτη.
"Πόσο το δίνεις;"
"Δεν το πουλάω", τόλμησα να πω.
"Πόσα θες;" μου ξανάπε.
Είδα μια τόση σκοτεινιά στα μάτια της που έκανα πίσω. Δεν μπορούσα να αρνηθώ. Μόνο να επωφεληθώ μπορούσα.
"Διακόσια".
"Το θέλω", γύρισε και είπε η Μαρία στον άντρα της.
Το σκέφτηκε αυτός λίγο, θα ήθελε ίσως να το παζαρέψει, μα ντράπηκε μπροστά της. Δεν της χάλασε το χατίρι. Πλήρωσε μετρητά, το πήρε παραμάσχαλα και φύγανε. Μάλλον δεν ήξερε την ιστορία του.
Τις επόμενες μέρες δεν τους είδα. Μα άκουσα από τρίτους πως με εντολή δική της αγόρασαν τη βάρκα -ότι είχε μείνει απ' αυτήν-, την πήραν από την αυλή, όπου την είχε αφήσει σκεπασμένη η συχωρεμένη η μάνα του Μιχάλη, και την έδωσαν για φτιάξιμο ξανά. Και πως κάρφωσαν πάνω της το παλιό όνομα. "Μαρία".
Όχι, σίγουρα δεν ήξερε την ιστορία του ο Σταύρος.

Δυο χρόνια πριν είχε πνιγεί ο Μιχάλης. Λογοδοσμένοι ήταν, αγαπιόντουσαν. Την καινούργια βάρκα που παράγγειλε τη βάφτισε με το όνομά της. Την έπαιρναν και ξανοιγόντουσαν στο πέλαγος και θαύμαζαν τα αστέρια αγκαλιά τις νύχτες. Μα λίγες μέρες πριν τον αρραβώνα, ήρθαν και προξενέψαν στους γονείς της ένα καλοβαλμένο από τη Χώρα. Το Σταύρο. Χαλάσανε τον αρραβώνα αυτοί, την πήγαν και την πάντρεψαν με το στανιό, στα γρήγορα.
Μια νύχτα με φουρτούνα, μπήκε ο Μιχάλης στη βάρκα και δεν ξαναγύρισε. Την άλλη μέρα είδαν τη "Μαρία" να έρχεται άδεια. Αφού χτύπησε δυο τρεις φορές στα βράχια, βγήκε μονάχη της και άραξε στην άμμο. Κατέβαιναν οι χωριανοί και αμίλητοι τη χάζευαν. Από μακριά. Κανείς δεν τόλμησε να την αγγίξει.
Ένα πρωί συνάντησα εκεί τη μάνα του. Με ένα σκεπάρνι προσπαθούσε να βγάλει το όνομα από τη βάρκα. Πήγα κοντά, τράβηξα το μισοσπασμένο σανίδι που πάνω του κρατούσε το όνομα και το έβγαλα. Το πήρε από τα χέρια μου και το πέταξε μακριά.
"Μπορώ να το πάρω;" τη ρώτησα.
"Και δεν το παίρνεις; Χάρη θα μου κάνεις. Καταραμένο είναι. Αυτό έφαγε το παιδί μου".

Το ζευγάρι δεν το ξανάδα από κοντά, μόνο καμιά φορά στη βάρκα τους να κάνουν βόλτες γύρω στο λιμάνι.
Τη μέρα εκείνη είχε φουρτούνα. Χειμώνας ήταν. Οι βάρκες έμεναν δεμένες στο λιμάνι, κάποιες τις είχαν σύρει έξω ανήσυχοι οι ψαράδες. Είχε νυχτώσει πια εντελώς, οι δρόμοι είχαν αδειάσει και ετοιμαζόμουνα να κλείσω. Φύσηξε ξαφνικά πιο ορμητικός ο αέρας και έπιασε δυνατό μπουρίνι. Τότε ο Νικολής, ένα ορφανό που με βοηθούσε πότε-πότε, έφτασε τρέχοντας στο μαγαζί. Αφού σταμάτησε να πάρει δυο ανάσες, κατάφερε να μου μιλήσει.
"Πνίγονται!" μου είπε. "Τρέχα! Πνίγονται!"
"Ποιοι πνίγονται;"
"Η Μαρία με το Σταύρο!"
Ο Νικολής άρπαξε τα κιάλια μου από το συρτάρι και όρμησε πάλι έξω. Τον ακολούθησα και φτάσαμε στο μώλο. Έρημος ήταν, μόνο σε ένα καΐκι παραπέρα ακούγονταν φωνές. Στο βάθος, έξω από το λιμάνι, είδα τη "Μαρία". Κατευθυνόταν στα ανοιχτά, κόντρα στο κύμα. Πάνω της ίσα που διέκρινα στη σκοτεινιά τις δυο φιγούρες, τη μια γαντζωμένη στο πλάι, την άλλη να κρατάει τα κουπιά σε ένα άνισο αγώνα με τη θάλασσα. Με τη βροχή να μας μαστιγώνει, στεκόμασταν  εκεί ανήμποροι και βλέπαμε μακριά τη βάρκα να παλεύει με το κύμα. Ξέραμε μα δεν το ομολογούσαμε πως σωτηρία δεν είχε. Από στιγμή σε στιγμή θα βούλιαζε. Έβλεπα κιόλας με το νου μου το καΐκι που ετοιμαζόταν για βοήθεια ειδοποιημένο από το Νικολή, να μαζεύει τα δυο άψυχα σώματα, να τα επιστρέφει στη στεριά για να ταφούν όπως τους πρέπει.

Άκουσα πίσω μας τρεχαλητό. Γύρισα και είδα μια σκιά να κατηφορίζει το στενό και να έρχεται προς τη μεριά μας. Βγήκε στο φως και αναγνώρισα το Σταύρο που έτρεχε αλαλιασμένος και έντρομος.
Πήρα τότε τα κιάλια από τα χέρια του παιδιού και κοίταξα προσεκτικά. Τους είδα αγκαλιασμένους. Τα κουπιά είχαν χαθεί.
"Δεν είναι ο Σταύρος" του είπα, σιγά, να μην ακούσει εκείνος, που είχε σταθεί κιόλας κοντά μας. "Ο Μιχάλης είναι".
Ύστερα, ένα μεγάλο κύμα ρούφηξε τη βάρκα και δεν ήταν πια κανείς.


Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

Η ΧΩΡΑ / CHORA - NOMADES ARTCORE





ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΔΡΩΜΕΝΟ
Βασισμένο σε κείμενα από το "Η Χώρα - Αληθινές ιστορίες" και από αυτό το blog

ΑΜΟΡΓΟΣ 29&30 Μαίου ,Δημοτικό Camping Kαταπόλων
ΚΟΥΦΟΝΗΣΙΑ 2 Ιουνίου Γήπεδο Ποδοσφαίρου
ΝΑΞΟΣ 9 Ιουνίου Κυκλαδία, Δαμαλάς

Συμμετέχουν : Γιώργος Πέτικας / Άννα Μαρκεντούδη / Καλλιρρόη Ασκαρίδου / Ισαβέλλα Βελισσαρίου/ Γιώτα Γεωργοπούλου /Γεωργία Γιούλη Τσοτσόλη / Κική Ματσούκα / Θάλεια Κουρή / Εύη Λαγογιάννη /Μάτα Λαμπροπούλου /Ελένη Καράβολα / Αγγελική Παράσχου / Άλκης Μπακιρτζής / Ελένη Τζιτζιφοπούλου / Θοδωρής Θάνος / Πηνελόπη Καραγιάννη / Λαμπρινή Γκουντούρα / Κατερίνα Ντούμα / Άλκης Αποστόλου.
Συντονίζουν από τους [nomades artcore]: Γιάννης Σιούτης / Πέτρος Ρούσσος.
Τεχνική Υποστήριξη: Παρασκευάς Ρούσσος.
Φωτογραφικό Υλικό: Θοδωρής Θάνος, Θεόδωρος Θεοδωρίδης.
Γραφιστικός Σχεδιασμός: Νατάσσα Σταμούλη.
http://nomadesartcore.blogspot.gr/ 

Διοργάνωση
Cyclades Culture ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΝΟΤΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ / 
Δήμος Αμοργού/
Με την υποστήριξη
Blue Star Ferries / Πολιτιστικός Σύλλογος Κουφονησίου Κέρος / Πολιτιστικός Σύλλογος Σημωνίδης / Cycladia culture / Ξενοδοχείο Φοίνικας/




Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

ΤΟ ΦΩΣ




Ο δρόμος ήταν φωτεινός. Ψηλά στους στύλους τους, μια λάμπα από τη μια μεριά, μια λάμπα από την άλλη, καταύγαζαν την άσφαλτο, τους τοίχους και τα λίγα δέντρα. Τίποτα κάτω από τη λάμψη τους δεν έμενε κρυφό.
Το δρόμο αυτό τον περπατούσα κάθε βράδυ γυρνώντας για το σπίτι. Ποτέ πριν δεν μου είχε κάνει εντύπωση αυτή του η λαμπρότητα. Δεν με είχε απασχολήσει ως τότε, τον διάβαινα αδιάφορος εγώ και οι σκέψεις μου, με το κεφάλι μου σκυφτό. Ούτε καν τις δυο λάμπες πρόσεξα ποτέ μου. Ίσως να μην υπήρχαν πριν.
Τη νύχτα εκείνη μόλις έστριψα, σήκωσα μια στιγμή τα μάτια. Στάθηκα εκεί μαρμαρωμένος. Μπροστά μου παρατήρησα πρώτη φορά τον δρόμο αυτόν που απλωνόταν σιωπηλός, με μια στιλπνή, καθάρια φωτεινότητα που απάλειφε τα χρώματα και έδιωχνε τις σκιές. Τίποτα δεν κρυβόταν από αυτό το άπλετο φως, τίποτα δεν μπορούσε να ξεφύγει. Οι τοίχοι έλαμπαν δεξιά και αριστερά, τα τζάμια αντανακλούσαν το άσπιλο φέγγος πολλαπλασιάζοντάς το, και τα φυλλώματα των δέντρων άστραφταν με εκατομμύρια ασημένια άστρα. Κοίταξα τότε πιο ψηλά. Ο ουρανός είχε χαθεί, φεγγάρι και άστρα δεν υπήρχαν, το βλέμμα μάταια πάσχιζε να διαπεράσει το πέπλο αυτής της λάμψης.
Ο δρόμος ήταν άδειος. Πάντα ήταν άδειος, σκέφτηκα. Ποτέ δεν είχα συναντήσει εκεί κανέναν άλλο. 
Το τόσο φως με τρόμαξε. Διστακτικά έκανα ένα βήμα, μετά άλλο ένα. Τώρα πια είχα χωθεί μέσα του ολόκληρος. Τα μάτια μου δεν άντεχαν την τόση καθαρότητα. Υπέφεραν από τα περιγράμματα που με φριχτή σαφήνεια ξεχώριζαν, τόσο ευδιάκριτα όλα που ο κόσμος έμοιαζε απολυμασμένος, ξεπλυμένος, κούφιος. Ένιωσα το φως να με αγκαλιάζει βίαια και όπως τράβηξε τη σκιά μου από την άσφαλτο με δάχτυλα από κρύσταλλο και τη ρούφηξε στο απαστράπτον στόμα του αφήνοντάς με δίχως έρμα, ψαχούλευαν οι φωτεινές ακτίνες μέσα μου να αρπάξουν την ψυχή μου. Το σώμα μου γινόταν διάφανο καθώς αυτό εισχωρούσε από τους πόρους του. Η ίδια μου η σκέψη ξεγυμνώθηκε και στον στιλπνό καθρέφτη που έμεινε οι λέξεις της γλίστρησαν και σκόρπισαν στον αέρα. Κάθε μου βήμα με έχωνε και πιο βαθιά στο φως, και αυτό, με φωνή πότε νεαρού παιδιού και πότε σοφού γέρου, μου υποσχόταν την Αλήθεια.
Δεν δελεάστηκα από τις υποσχέσεις του. Έκλεισα τα μάτια και έτσι τυφλός, όπως κουφοί οι σύντροφοι του Οδυσσέα πέρασαν τις Σειρήνες, διέσχισα βιαστικά το δρόμο και έφτασα κάποτε στο τέλος του. Το φως, που είχε γαντζωθεί στην πλάτη μου με λύσσα, γλίστρησε από πάνω μου και έμεινε πίσω, και τότε άνοιξα τα μάτια και είδα τη σκιά μου να μου δείχνει με ανυπομονησία εμπρός.
Εκεί μπροστά μου, τα πράγματα ανάσαιναν ζωντανά, επιτέλους. Απαλλαγμένα από το απαίσιο φως, άφηναν να διαφαίνονται οι κρυφές, οι μαγικές υφές τους. Κάθισα, πήρα μια ανάσα. Λίγο πιο πέρα είδα να χάσκει το σκοτάδι με το μαύρο στόμα του από κατράμι. Τίποτα δεν φαινόταν μέσα του, όμως ένα εξασκημένο αυτί μπορούσε εύκολα να ακούσει  ήχους από όνειρα και τρέλα, ψίθυρους από αλλόκοτα όντα που σέρνονταν στα σκοτεινά παραμονεύοντας. Σηκώθηκα, άφησα πίσω μου τον δρόμο με το φως και με ανακούφιση, όπως χώνεται ένα μωρό στην αγκαλιά της μάνας του, βυθίστηκα στο γνώριμο και οικείο σκοτάδι.


Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΤΡΑΠΕΖΙ



Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο ήταν πιο όμορφο από όλες τις χρονιές. Είχα σταθεί εκεί δίπλα του και παρατηρούσα τους άλλους. Η γυναίκα μου, σε έξαψη, έτρεχε πάνω κάτω να σιγουρευτεί ότι όλα ήταν στη θέση τους. Ο μικρός μου γιος είχε αναλάβει να τοποθετήσει τα σερβίτσια στο τραπέζι, όπου είχε ήδη στρωθεί το κόκκινο τραπεζομάντηλο, η κόρη μου βοηθούσε στην κουζίνα, o μεγάλος γιος έδειχνε στην κοπέλα του το σπίτι. Πρώτη φορά ερχόταν αυτή, κι ήταν ακόμα αμήχανη.
Πήρα την πρωτοβουλία και πήγα πρώτος και κάθισα στη θέση μου. Με τη βοήθεια των παιδιών η γυναίκα μου έφερε την πιατέλα με το φαγητό, τις σαλάτες, τα τυριά. Κάθισαν όλοι στις θέσεις που τους έδειξε, σερβιρίστηκαν, είπαν τα "καλωσόρισες" και τα "καλώς σας βρήκα", τα "χρόνια πολλά". Το δικό μου πιάτο έμεινε άδειο. Δεν πεινούσα, έτσι κι αλλιώς. Όταν όμως σέρβιρε κρασί ο μεγάλος, έβαλε και στο ποτήρι μου. Η κοπέλα του έσκυψε τότε και κάτι του ψιθύρισε. Έσκυψα δίπλα τους κι εγώ και το άκουσα. "Περιμένετε κανένα;" τον είχε ρωτήσει. Την άκουσε και η γυναίκα μου και είδα που βούρκωσε. Το έκρυψε όμως.
"Είναι η θέση του πατέρα μου", είπε ο μεγάλος. "Τον χάσαμε πρόπερσι, ανήμερα τα Χριστούγεννα".
Σήκωσαν τότε συγκινημένοι τα ποτήρια και ήπιαν στη μνήμη μου. Κοίταζαν όλοι προς τα μένα, αλλά δεν με έβλεπαν.


Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟ ΠΑΡΑΜΙΛΗΤΟ ΕΝΟΣ ΣΥΛΛΕΚΤΗ... (2)

...ΚΑΘΩΣ ΤΑΚΤΟΠΟΙΕΙ ΑΧΡΗΣΤΑ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΗ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ

Καλοκαίρι. Η φωλιά, ριγμένη από χέρι παιδικό στη ρίζα της ελιάς, έμοιαζε γκρεμισμένο σπίτι. Τη σήκωσε, τη χάιδεψε και ήταν ακόμα ζωντανή. Όπως ήταν τότε ζωντανά τα σπίτια μας και μας θυμούνταν, και μας χαμογελούσαν όταν μας έβλεπαν από μακρυά.
Χαϊδεύαμε τους τοίχους του παλιού σπιτιού καθώς στεκόμασταν στην πόρτα και άνοιγε πριν ακόμα βρούμε τα κλειδιά.





Κάποια κλειδιά δεν έχουν πόρτα πια. Πάει, χάθηκε. Κάποια άλλα έχουν φτιαχτεί για να κλειδώνουν τελευταία φορά όταν φεύγεις. Μετά στομώνουν. Τότε τα σπίτια μας ξεχνούν. Όταν γυρίσουμε, ακόμα κι αν ανοίξει σπάζοντας η σκεβρωμένη πόρτα, το σπίτι θα είναι υγρό και κρύο και όσο κι αν του χαϊδέψουμε τους τοίχους δεν θα ημερέψει. Και το σκοτάδι του το μαύρο δεν το διαλύουν χίλια κεριά.





Μικρά κεριά. Μεγάλες σκιές, που περπατούν στους τοίχους και απαγγέλλουν:
"Του μέλλοντος οι μέρες... Οι περασμένες μέρες..."

Φύγετε σκιές! Φαντάσματα σωπάστε! Μονάχα λίγο φως ακόμα, μια μικρή παράταση, κι ίσως προλάβουμε να πούμε όσα δεν είπαμε, να γράψουμε όσα πρέπει. Μαζί με εκείνο το παιδί που σκυμένο στο τραπέζι με τη φορμάικα σφίγγει στο χέρι τα μολύβια του.




Μολύβια σαλιωμένα με τη γλώσσα για να γράφουν όμορφα στο μπλε τετράδιο. Μολύβια σπασμένα, δαγκωμένα, που έλιωσαν να γράφουν, σε χέρια ξυλιασμένα από το κρύο του χειμώνα, στο σπίτι που τον αγαπούσε κι ας μην ήξερε πώς να του το πει.









Χειμώνας. Μετράω και οι πόρτες που έκλεισα είναι πιο πολλές από όσες άνοιξα. Πώς γίνεται;
Το σπίτι κοιτάει αλλού αδιάφορα. Θα ξύσω επιμελώς τα μολυβάκια και θα γράψω. Κρατάνε ακόμα τα κεριά, φωτίζει λίγο, ίσως προλάβω. Αρκεί να βρω τους παραλήπτες.









Το πρώτο μέρος εδώ


Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

ΜΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕ ΤΟ ΜΗΤΣΟ




Κυριακή πρωί, καθόμασταν στο κατώφλι της κυρα Φώτως. Οι υπόλοιποι είχαν πάει άρον άρον στην εκκλησία με τις μανάδες τους. Είπαμε όσα είχαμε να πούμε για τα ποδοσφαιρικά -εγώ για Γιούτσο και Σιδέρη, αυτός για Νεστορίδη και Παπαϊωάννου-, είχαμε αρχίσει και βαριόμασταν.
"Έχεις καμιά χαρτοσακούλα σπίτι;" μου είπε ο Μήτσος. Πήγα και έφερα. Χώσαμε μέσα μια κοτρόνα, τσακίσαμε την άκρη της σακούλας να μη φαίνεται και την αφήσαμε στη μέση του δρόμου. Ο πρώτος άτυχος ήταν ο Αντώνης, ο μπακάλης. Περνώντας είδε μπροστά του τη σακούλα, πήγε να την κλωτσήσει αδιάφορα, τσάκισε το πόδι του. Έβρισε και μας κοίταξε καχύποπτα. Εμείς κάναμε πως ήμασταν απασχολημένοι να μετράμε τις κάρτες της Μέλο. Έφυγε κουτσαίνοντας. Ο δεύτερος ήταν ένας μάγκας από την επάνω γειτονιά. Κατέβαινε τρέχοντας, κάνοντας μόνος του τσαλίμια με τη μπάλα, κλώτησε επιδέξια και τη σακούλα, βρέθηκε κάτω με τα γόνατα γδαρμένα. Αυτός, που ήξερε το κόλπο, μας ψυλλιάστηκε, μας έβρισε κι έφυγε με την απειλή πως θα φέρει κι άλλους να μας πλακώσουν.
Η σακούλα είχε σκιστεί. "Έχεις καμιά μισίνα;" είπα τότε στο Μήτσο. Πήγε κι έφερε. Απλώσαμε τη μεσινέζα, την τεντώσαμε, δέσαμε τη μιαν άκρη της στο στύλο του ηλεκτρικού, την άλλη στο σίδερο για τις λάσπες. Κρυφτήκαμε στη γωνία και κρυφοκοιτάζαμε ποιος θα έρθει. Για ατυχία μας, είδαμε που κατέβαινε ο Τάσος ο τσαγκάρης. Αυτόν δεν τον χωνεύαμε, ούτε κι αυτός μας χώνευε, και από τη μέρα που μια καραβολίδα του Ηλία είχε σπάσει το τζάμι του μαγαζιού του ήμασταν σε πόλεμο. Κοιταχτήκαμε με το Μήτσο, δεν χρειάστηκε να πούμε τίποτα, το βάλαμε στα πόδια. Πριν στρίψουμε στην άλλη γωνία, γυρνώντας το κεφάλι τον είδαμε πεσμένο κάτω, να ετοιμάζεται να σηκωθεί για να μας κυνηγήσει. Τρέξαμε με την ψυχή στα δόντια, ανεβήκαμε στο Μπεντένι. Εκεί, κάτσαμε κάτω από ένα πεύκο να ξελαχανιάσουμε, προσεκτικά να μην πατήσουμε καμιά καπότα.
"Έχεις σπίρτα;" με ρώτησε ο Μήτσος. Είχα. Δεν κάπνιζα αλλά ένα κουτί σπίρτα ήταν πάντα χρήσιμο. Έβγαλε από την τσέπη του ένα σπιρτόκουτο κι αυτός. Ήταν γεμάτο με μπαρούτι, από αυτό που μαζεύαμε από τα πυρομαχικά που ήταν σπαρμένη η πόλη. Άναψα ένα σπίρτο, φυσούσε όμως λίγο κι έσβησε. Σκύψαμε πάνω από το κουτάκι, κάναμε απάγκιο με τα χέρια μας, άναψα άλλο σπίρτο, το έφερα πάνω στο μπαρούτι. Ακούστηκε ένα δυνατό "μπραφ" και ήρθε η φλόγα και μας πήρε τα πρόσωπα. Πεταχτήκαμε πάνω και το βάλαμε στα πόδια, εγώ από δω κι ο άλλος από κει. Για πότε βρέθηκα στο σπίτι, ούτε που κατάλαβα. Με είδε η μάνα μου και τρόμαξε. Τα φρύδια μου, τα ματοτσίνορα, τα μαλλιά, όλα καψαλιασμένα. Με τράβηξε στο σπίτι του Μήτσου, το ίδιο χάλια ήταν κι αυτός. Ανάστατη κι η μάνα του. Φάγαμε την κατσάδα της ζωής μας.
Το απόγευμα το σοκ είχε περάσει. Μαζευτήκαμε να παίξουμε μονότερμα. Σε άλλη ομάδα εγώ, σε άλλη ο Μήτσος. Στον τοίχο ενός άδειου σπιτιού είχαμε ζωγραφίσει με κιμωλία το τέρμα. Όλα καλά κι ωραία, ώσπου σούταρα ένα ψηλοκρεμαστό κι η μπάλα πήγε στη γωνία. "Γκολ!" λέω εγώ, "έξω" λέει ο Μήτσος. "Να ρε, εδώ είναι το σημάδι από τη μπάλα", "τι λε ρε", λέει αυτός, "εδώ είναι το σημάδι, αυτό είναι παλιό". Με τα πολλά πιαστήκαμε στα χέρια, μου δίνει μια μπουνιά και μάτωσε το χείλι μου. Πιάνω το αίμα εγώ, γίνομαι έξαλλος. Με βλέπει ο Μήτσος να έχω αγριέψει, τρέχει να φύγει. Τρέχω κι εγώ ξοπίσω του, μα αυτός ήταν πιο ψηλός, στο τρέξιμο δεν τον έφτανα, μου ξέφυγε.
Το βράδυ, τον είδα να κάθεται πάλι στης κυρα Φώτως. Πήγα και στάθηκα μπροστά του. Με κοίταξε προκλητικά.
"Στο μάτωσα το χείλι έτσι; Για να μάθεις να μη μου κάνεις το μάγκα".
"Χέστηκες όμως. Το έβαλες στα πόδια για να μη σε πιάσω".
"Γιατί, κι αν με έπιανες τι θα μου έκανες".
Έδωσα τόπο στην οργή.
"Έχεις άλλη μισίνα;"
Πήγε κι έφερε. Δέσαμε τη μια άκρη στο ρόπτρο της πόρτας της κυρα Ελένης. Ένα μπρούτζινο χεράκι ήταν. Κρυφτήκαμε στη γωνία και τραβήξαμε τη μισίνα. Βγήκε η κυρα Ελένη να δει ποιος χτύπησε, δεν είδε κανένα, έκλεισε την πόρτα. Ξανά εμείς. Δυο τρεις φορές έγινε αυτό, ώσπου άπλωσε το χέρι και κατάλαβε τι γίνεται. Το βάλαμε στα πόδια. Όταν απομακρυνθήκαμε αρκετά, καθίσαμε καταμεσής στο δρόμο και γελάσαμε με την ψυχή μας. Ήμασταν ευτυχισμένοι.
Μετά είπαμε ένα γεια και πήγαμε στα σπίτια μας. Την άλλη μέρα είχαμε σχολείο.