Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

ΜΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕ ΤΟ ΜΗΤΣΟ




Κυριακή πρωί, καθόμασταν στο κατώφλι της κυρα Φώτως. Οι υπόλοιποι είχαν πάει άρον άρον στην εκκλησία με τις μανάδες τους. Είπαμε όσα είχαμε να πούμε για τα ποδοσφαιρικά -εγώ για Γιούτσο και Σιδέρη, αυτός για Νεστορίδη και Παπαϊωάννου-, είχαμε αρχίσει και βαριόμασταν.
"Έχεις καμιά χαρτοσακούλα σπίτι;" μου είπε ο Μήτσος. Πήγα και έφερα. Χώσαμε μέσα μια κοτρόνα, τσακίσαμε την άκρη της σακούλας να μη φαίνεται και την αφήσαμε στη μέση του δρόμου. Ο πρώτος άτυχος ήταν ο Αντώνης, ο μπακάλης. Περνώντας είδε μπροστά του τη σακούλα, πήγε να την κλωτσήσει αδιάφορα, τσάκισε το πόδι του. Έβρισε και μας κοίταξε καχύποπτα. Εμείς κάναμε πως ήμασταν απασχολημένοι να μετράμε τις κάρτες της Μέλο. Έφυγε κουτσαίνοντας. Ο δεύτερος ήταν ένας μάγκας από την επάνω γειτονιά. Κατέβαινε τρέχοντας, κάνοντας μόνος του τσαλίμια με τη μπάλα, κλώτησε επιδέξια και τη σακούλα, βρέθηκε κάτω με τα γόνατα γδαρμένα. Αυτός, που ήξερε το κόλπο, μας ψυλλιάστηκε, μας έβρισε κι έφυγε με την απειλή πως θα φέρει κι άλλους να μας πλακώσουν.
Η σακούλα είχε σκιστεί. "Έχεις καμιά μισίνα;" είπα τότε στο Μήτσο. Πήγε κι έφερε. Απλώσαμε τη μεσινέζα, την τεντώσαμε, δέσαμε τη μιαν άκρη της στο στύλο του ηλεκτρικού, την άλλη στο σίδερο για τις λάσπες. Κρυφτήκαμε στη γωνία και κρυφοκοιτάζαμε ποιος θα έρθει. Για ατυχία μας, είδαμε που κατέβαινε ο Τάσος ο τσαγκάρης. Αυτόν δεν τον χωνεύαμε, ούτε κι αυτός μας χώνευε, και από τη μέρα που μια καραβολίδα του Ηλία είχε σπάσει το τζάμι του μαγαζιού του ήμασταν σε πόλεμο. Κοιταχτήκαμε με το Μήτσο, δεν χρειάστηκε να πούμε τίποτα, το βάλαμε στα πόδια. Πριν στρίψουμε στην άλλη γωνία, γυρνώντας το κεφάλι τον είδαμε πεσμένο κάτω, να ετοιμάζεται να σηκωθεί για να μας κυνηγήσει. Τρέξαμε με την ψυχή στα δόντια, ανεβήκαμε στο Μπεντένι. Εκεί, κάτσαμε κάτω από ένα πεύκο να ξελαχανιάσουμε, προσεκτικά να μην πατήσουμε καμιά καπότα.
"Έχεις σπίρτα;" με ρώτησε ο Μήτσος. Είχα. Δεν κάπνιζα αλλά ένα κουτί σπίρτα ήταν πάντα χρήσιμο. Έβγαλε από την τσέπη του ένα σπιρτόκουτο κι αυτός. Ήταν γεμάτο με μπαρούτι, από αυτό που μαζεύαμε από τα πυρομαχικά που ήταν σπαρμένη η πόλη. Άναψα ένα σπίρτο, φυσούσε όμως λίγο κι έσβησε. Σκύψαμε πάνω από το κουτάκι, κάναμε απάγκιο με τα χέρια μας, άναψα άλλο σπίρτο, το έφερα πάνω στο μπαρούτι. Ακούστηκε ένα δυνατό "μπραφ" και ήρθε η φλόγα και μας πήρε τα πρόσωπα. Πεταχτήκαμε πάνω και το βάλαμε στα πόδια, εγώ από δω κι ο άλλος από κει. Για πότε βρέθηκα στο σπίτι, ούτε που κατάλαβα. Με είδε η μάνα μου και τρόμαξε. Τα φρύδια μου, τα ματοτσίνορα, τα μαλλιά, όλα καψαλιασμένα. Με τράβηξε στο σπίτι του Μήτσου, το ίδιο χάλια ήταν κι αυτός. Ανάστατη κι η μάνα του. Φάγαμε την κατσάδα της ζωής μας.
Το απόγευμα το σοκ είχε περάσει. Μαζευτήκαμε να παίξουμε μονότερμα. Σε άλλη ομάδα εγώ, σε άλλη ο Μήτσος. Στον τοίχο ενός άδειου σπιτιού είχαμε ζωγραφίσει με κιμωλία το τέρμα. Όλα καλά κι ωραία, ώσπου σούταρα ένα ψηλοκρεμαστό κι η μπάλα πήγε στη γωνία. "Γκολ!" λέω εγώ, "έξω" λέει ο Μήτσος. "Να ρε, εδώ είναι το σημάδι από τη μπάλα", "τι λε ρε", λέει αυτός, "εδώ είναι το σημάδι, αυτό είναι παλιό". Με τα πολλά πιαστήκαμε στα χέρια, μου δίνει μια μπουνιά και μάτωσε το χείλι μου. Πιάνω το αίμα εγώ, γίνομαι έξαλλος. Με βλέπει ο Μήτσος να έχω αγριέψει, τρέχει να φύγει. Τρέχω κι εγώ ξοπίσω του, μα αυτός ήταν πιο ψηλός, στο τρέξιμο δεν τον έφτανα, μου ξέφυγε.
Το βράδυ, τον είδα να κάθεται πάλι στης κυρα Φώτως. Πήγα και στάθηκα μπροστά του. Με κοίταξε προκλητικά.
"Στο μάτωσα το χείλι έτσι; Για να μάθεις να μη μου κάνεις το μάγκα".
"Χέστηκες όμως. Το έβαλες στα πόδια για να μη σε πιάσω".
"Γιατί, κι αν με έπιανες τι θα μου έκανες".
Έδωσα τόπο στην οργή.
"Έχεις άλλη μισίνα;"
Πήγε κι έφερε. Δέσαμε τη μια άκρη στο ρόπτρο της πόρτας της κυρα Ελένης. Ένα μπρούτζινο χεράκι ήταν. Κρυφτήκαμε στη γωνία και τραβήξαμε τη μισίνα. Βγήκε η κυρα Ελένη να δει ποιος χτύπησε, δεν είδε κανένα, έκλεισε την πόρτα. Ξανά εμείς. Δυο τρεις φορές έγινε αυτό, ώσπου άπλωσε το χέρι και κατάλαβε τι γίνεται. Το βάλαμε στα πόδια. Όταν απομακρυνθήκαμε αρκετά, καθίσαμε καταμεσής στο δρόμο και γελάσαμε με την ψυχή μας. Ήμασταν ευτυχισμένοι.
Μετά είπαμε ένα γεια και πήγαμε στα σπίτια μας. Την άλλη μέρα είχαμε σχολείο.



Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017

ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ




(Κείμενο που διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου "Στους δρόμους - ως εις ουδεμίαν πολιτείαν ανήκοντες" της Ισμήνης Καρυωτάκη, 26/10/2017)

Το “Στους δρόμους” είναι ένα βιβλίο αυτοβιογραφικό και συχνά εξομολογητικό. Η Ισμήνη μας αφηγείται όσα σημαντικά συνέβησαν σε αυτήν και μια μικρή ομάδα ανθρώπων, σε μια περίοδο ούτε πέντε χρόνων. Οκτώβρης του ‘72 – Απρίλης του ‘77. Με τριτοπρόσωπο λόγο, κρατά τη νηφαλιότητα της χρονικής απόστασης, δίνοντας χώρο σε όλα τα πρόσωπα, ώστε να εκφραστούν οι σκέψεις τους, να φωτιστούν τα κίνητρά τους και να ολοκληρωθούν σαν χαρακτήρες. Ωστόσο, πίσω από αυτή την φαινομενικά αποστασιοποιημένη αφήγηση-μαρτυρία εξακολουθεί να πάλλεται ζωντανή η συναισθηματική φόρτιση και υπολανθάνει ακέραια η συγκίνηση.
Ο προσεκτικός αναγνώστης θα διακρίνει, σαν φευγαλέο κλείσιμο του ματιού, ότι δυο φορές η Ισμήνη, η Δεσμίνα του βιβλίου, αφήνεται να αφηγηθεί σε πρώτο πρόσωπο, σε μονολόγους που απευθύνονται στον Σείριο. Αυτή η απεύθυνση σε αυτόν που λείπει, στον Σείριο, είναι νομίζω ο βαθύς πυρήνας του βιβλίου, το έρμα του -αν το βιβλίο είναι καράβι και οι ήρωες οι ταξιδιώτες του-.
Γιατί το “Στους δρόμους” είναι πρωτίστως η ιστορία ενός έρωτα, του έρωτα της Δεσμίνας με τον Σείριο, ενός έρωτα που γίνεται και η αιτία να τον ακολουθήσει στη φυγή του. Γύρω από αυτόν, πρόσωπα δορυφόροι κινούνται σε κοντινές τροχιές και λιγότερο ή περισσότερο, με τον τρόπο του το καθένα, επηρεάζουν το ταξίδι του. Άλλοτε απλά το συνοδεύουν κι άλλοτε τα βαρυτικά πεδία τους νοηματοδοτούν και διαμορφώνουν την συνθήκη του, πυροδοτούν τις εξελίξεις, και οι ήρωες απομακρύνονται και ξανασμίγουν. Είναι ένας δύσκολος έρωτας σε μια δύσκολη εποχή, που ποτέ δεν είναι δεδομένος και δοκιμάζεται καθημερινά σε αντίξοες συνθήκες, στους δρόμους της εξορίας.

Είμαστε στο 1973. Χούντα, αντίσταση, φυλακές, βασανιστήρια. Η αυτοεξορία είναι για τους κυνηγημένους η τελευταία ελπίδα διαφυγής. Ο Σείριος αποφασίζει να φύγει στο Παρίσι και η Δεσμίνα, που τον γνώρισε λίγους μήνες πριν, τον ακολουθεί πρόθυμα σε αυτή την περιπέτεια. Από μια χώρα που τους κυνηγάει σε μια άλλη που τους είναι ξένη. Εκεί όπου μια μικρή κοινότητα εμιγκρέδων, ένας μικρόκοσμος διαφορετικών, αλλά όμοιων στη διαφορετικότητα που τους καθορίζει, ανθρώπων συμβιώνει και δένεται με ισχυρούς δεσμούς. Εξόριστος για τους δικούς του λόγους ο καθένας, άλλος κυνηγημένος, άλλος από έρωτα, άλλος ταγμένος κάπου, όλοι τους όμως έχοντας την εξορία μέσα τους και όλο τον κόσμο τους σε μια βαλίτσα. Η Ισμήνη τους παρακολουθεί με αγάπη, δίχως φωτοστέφανο, στην καθημερινότητά τους, ανίσχυρες αλλά πεισματικές μονάδες, σε ένα κόσμο που προσπαθούν, θα ήθελαν, μα δεν μπορούν να αλλάξουν. Ο καθημερινός αγώνας και η επινόηση τεχνασμάτων για την επιβίωση στον ξένο τόπο, η αγωνία για αυτά που άφησαν πίσω τους, η νοσταλγία, οι ατέρμονες και ατελέσφορες πολιτικές συζητήσεις, η σύγκρουση της ουτοπίας με το ρεαλισμό και του προσωπικού με το πολιτικό, τα ερωτικά αδιέξοδα, συνθέτουν την κατάστασή τους, προσωρινή αλλά καθοριστική για την υπόλοιπη ζωή τους.
Είναι η εποχή που ακόμα ανθίζουν όλα τα λουλούδια, λίγο πριν τα πιο άγρια από αυτά, όσα δεν ευδοκιμούν σε θερμοκήπια, μαραθούν. Όλος ο κόσμος βράζει, από την Ελλάδα ως τη Χιλή. Ο κόσμος μπορεί να αλλάξει, λένε, οι σχέσεις μπορούν να αλλάξουν, αρκεί να αγωνιστούμε γι’ αυτό. Η Δεσμίνα παρακολουθεί με θαυμασμό αυτές τις παθιασμένες συζητήσεις προσπαθώντας να καταλάβει και να συμμεριστεί τον ενθουσιασμό τους.
Μετά, θα έλθει η πτώση της χούντας, το τέλος της εξορίας και η επιστροφή στην πατρίδα. Οι υπερβολικές ελπίδες για μια ριζικότερη αλλαγή διαψεύδονται γρήγορα και ο αρχικός ενθουσιασμός, αφού εκτονωθεί σε ογκώδεις συναυλίες, κατακάθεται. Για τους εμιγκρέδες που επιστρέφουν αρχίζει η προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα και η προσπάθεια να σβήσουν τα σημάδια της εξορίας. Να βρουν μια νέα κανονικότητα και να συμφιλιωθούν, πρώτα με τον εαυτό τους και ύστερα με τη ζωή.

Ο έρωτας λοιπόν από τη μια, η εποχή και ο τόπος από την άλλη, όλα σημαδεμένα από το “δρόμο”. Το ανέστιο των φυγάδων είναι και το ανέστιο της ψυχής τους καθώς πορεύονται μαζί και χώρια, ψάχνοντας σημείο συνάντησης και συγχρόνως αυτοπροσδιορισμού, εκείνο το δέσιμο που δεν θα αναιρεί τη διαφορετικότητα. Οι “δρόμοι” του βιβλίου δεν είναι μόνο οι δρόμοι της εξορίας είναι και οι εσωτερικές διαδρομές αυτών των ανθρώπων, που αγωνιούν να φτάσουν κάπου, όπως και να το λένε αυτό. Πατρίδα, επανάσταση, έρωτα. Το βιβλίο είναι μια εκ των έσω μαρτυρία, ευαίσθητη και διαφωτιστική, για αυτή την εποχή και αυτό τον κόσμο.

Η Ισμήνη, εκτός από εξαιρετική συγγραφέας -και πολλά άλλα-, είναι αρχιτέκτονας και σκηνογράφος. Βλέπει τους τόπους και τους χώρους με άλλο μάτι και αυτό βγαίνει αβίαστα στη γραφή της. Στις περιγραφές της οι τόποι ζωντανεύουν και συνομιλούν κι έτσι αυτό είναι ένα βιβλίο που δεν το διαβάζεις μόνο, το βλέπεις κιόλας, σαν εκείνα τα εικονογραφημένα που γυρίζεις τη σελίδα και ξεδιπλώνουν τρισδιάστατα τα κτίρια και τα τοπία, και βρίσκεσαι έξαφνα να περπατάς σε ένα ξωκλήσι στο Ζεφύρι, σε μια πλατεία στη Μπολόνια, στις υπαίθριες αγορές και τα καφέ του Παρισιού. Από τη γέφυρα του σταθμού Λαρίσης σε μια άλλη γέφυρα στο Σηκουάνα και από το ημιυπόγειο των Εξαρχείων στον πέμπτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας στο Μαραί. Με σχεδόν μόνιμη υπόκρουση από την αρχή ως το τέλος του ταξιδιού, εκτός από σημαδιακά τραγούδια, τον ήχο μιας επίμονης και μελαγχολικής βροχής.

Όμως μια άλλη εικόνα δίνει τον τόνο, ταξιδεύει από το Παρίσι στην πλατεία των Αέρηδων και κλείνει το βιβλίο. Η εικόνα του ακροβάτη που ισορροπεί σε ένα σκοινί. Αυτός ο ακροβάτης που φαινομενικά αδιάφορος για όσα γίνονται στο δρόμο εκτελεί με ηρεμία το νούμερό του, θα μπορούσε να είναι η ίδια η Δεσμίνα, καθώς ισορροπεί με προσήλωση πάνω από το κενό και αναμετριέται στα ίσα με τους φόβους και τις επιθυμίες της. Το σκοινί είναι ο δικός της δρόμος της εξορίας, ένα πέρασμα κι ένας “μη τόπος” όπως εκείνη η γέφυρα μια νύχτα πάνω από το σταθμό Λαρίσης. Και το βιβλίο είναι ο αναστοχασμός αυτού του προσωπικού της ταξιδιού στους δρόμους της “εξορίας”, εκεί που ενώ δεν ανήκεις πουθενά και τίποτα δεν σου ανήκει διεκδικείς τα πάντα, με πάθος αλλά και τη μοναχική ηρεμία ενός σχοινοβάτη καθώς αυτός ισορροπεί πάνω από το κενό.




Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ




Από τη νύχτα εκείνη η ζωή μου άλλαξε εντελώς. Δεν ξέρω πια τι θα μου ξημερώσει, ούτε ποιος είμαι. Δεν κάνω σχέδια, όλα είναι ρευστά και προσωρινά για μένα. Και το χειρότερο, αν με ρωτήσετε, είναι που δεν είμαι σίγουρος αν τότε άλλαξε πραγματικά η ζωή μου ή αν απλώς αυτό που γράφω εδώ πάντα συνέβαινε εν αγνοία μου, πάντα ήμουν κάθε μέρα κι άλλος, και απλά το συνειδητοποίησα μόνο όταν άρχισα να γράφω και να κρατώ σημειώσεις κάθε πρωί πριν σβήσουν εντελώς από τη μνήμη μου όσα συνέβαιναν τις νύχτες.
Όλα είναι γραμμένα σ' αυτό εδώ το σημειωματάριο, που όταν το ανοίγω και διαβάζω όσα έγραψα λίγες ώρες πριν, είναι σαν να τα βλέπω πρώτη φορά, σαν να τα έχει γράψει κάποιος άλλος. Ευχαρίστως σου το δίνω, να απαλλαγώ από αυτό μια και καλή. Έτσι κι αλλιώς σκόπευα να το κάψω. Γιατί αν δεν είχα αρχίσει από εκείνη την καταραμένη μέρα τη συνήθεια να ξυπνάω με την έγνοια να γράφω όσα θυμόμουν από τα όνειρα, θα ζούσα μια ήρεμη ζωή. Τι κι αν ήμουν διαφορετικός κάθε μέρα; Έτσι κι αλλιώς, δεν θα το ήξερα. Θα ζούσα άπειρες ζωές σε άπειρα παράλληλα σύμπαντα και σε όλες θα ήμουν ξέγνοιαστος. Κανέναν από τους πολλούς εαυτούς μου δεν θα βασάνιζε το άγχος που με βασανίζει τώρα, οι σκόρπιες αναμνήσεις που έχω καταγράψει από άλλες ζωές, κι όλα τα σχετικά ερωτήματα, ποιος είμαι δήθεν και που πάω και όλα αυτά τα υπαρξιακά.

Στις 18 Οκτωβρίου του 2017, λοιπόν, ξύπνησα τη νύχτα και το φως ήταν αναμμένο. Σηκώθηκα για να το σβήσω, απορημένος που το είχαμε αφήσει έτσι. Η Στέλλα, δίπλα μου, κοιμόταν βαθιά σε στάση εμβρύου. Το σεντόνι είχε γλιστρήσει και φαίνονταν τα πόδια της ως πάνω. Μου φάνηκε τόσο όμορφη σ αυτή τη στάση που αυτόματα πήρα το κινητό και την τράβηξα μια φωτογραφία. Ξάπλωσα δίπλα της και την αγκάλιασα, Ξύπνησε τότε και πετάχτηκε μακρυά μου.
"Μη!" φώναξε και με κοιτούσε ταραγμένη. Σηκώθηκε και κόλλησε στον τοίχο. Κοιτούσε γύρω της σαν να μην είχε ξαναδεί το δωμάτιό μας.
"Τι σου συμβαίνει;" ρώτησα, "είσαι καλά;"
Σιγά-σιγά φάνηκε να ηρεμεί, η αναπνοή της έγινε κανονική. Ήρθε και ξάπλωσε ξανά. Μακρυά μου όμως, κι όταν δοκίμασα να την αγγίξω έσπρωξε βίαια το χέρι μου.
"Σβήσε το φως", μου είπε, "έλα να κοιμηθούμε".
Έκανα όπως μου είπε. Μια ανησυχία με έτρωγε όμως, μια αίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Μείναμε να κοιτάμε το ταβάνι. Τότε μου μίλησε.
"Ποια είμαι, ξέρεις;"
"Η Στέλλα, η γυναίκα μου, αν και ομολογώ πως η συμπεριφορά σου με ξενίζει κάπως".
 Αναστέναξε.
"Όχι δεν είμαι αυτή που λες. Το όνομά μου είναι Μαρία, δεν είμαι η γυναίκα σου. Αυτή τη στιγμή ονειρευόμαστε κι έτυχε να συναντηθούμε στα όνειρά μας. Πρέπει να κοιμηθούμε πάλι, μόνο έτσι θα γλυτώσουμε".
Απέδωσα τα λεγόμενά της στο ότι πράγματι ζούσε ένα έντονο όνειρο πριν την ξυπνήσω κι ήταν ακόμα βυθισμένη μέσα του. Είχα το νου μου μήπως και ξυπνήσει το μωρό στο δίπλα δωμάτιο από τις μιλιές μας, έτσι δεν έδωσα συνέχεια, έκλεισα τα μάτια και μετά από πολλή ώρα κατάφερα να κοιμηθώ.

Ξύπνησα το πρωί και η Στέλλα δεν ήταν δίπλα μου. Σηκώθηκα, την αναζήτησα, δεν ήταν πουθενά. Δοκίμασα να την ψάξω στο δωμάτιο του παιδιού, αλλά αυτό στάθηκε αδύνατον. Γιατί δωμάτιο παιδιού δεν υπήρχε! Τριγυρνούσα στο άγνωστο σπίτι σαν σε λαβύρινθο. Η έντονη ανησυχία είχε ξανάρθει κι έγινε πανικός, τα τελευταία λόγια της ηχούσαν στο μυαλό μου ακόμα. Άνοιξα τη ντουλάπα κι έψαξα για τα ρούχα της. Άνοιξα τα συρτάρια και τα άδειασα. Τίποτα, μόνο δικά μου ρούχα. Άρχισα τότε να αμφιβάλλω. Προσπάθησα να τη θυμηθώ. Έφερα στο μυαλό μου κάπως την εικόνα της και προσπάθησα να την εντάξω στη ζωή μου. Άνοιξα το σημειωματάριο που βρέθηκε μπροστά μου κι άρχισα να γράφω. Όσο σκεφτόμουν, τόσο ξεθώριαζαν αυτά που πάσχιζα να συγκρατήσω, λες και τα έσβηνε η προσπάθεια να τα επαναφέρω, χάνονταν τη στιγμή που τα ανέσυρα από το κουβάρι με τις μνήμες. Όπως συμβαίνει με τα όνειρα. Συγχρόνως άλλες μνήμες έρχονταν που διέγραφαν αυτές κι όταν πια τέλειωσε αυτή η διαδικασία ήμουν άλλος, είχα επιστρέψει πλήρως στην κανονικότητα, το σπίτι μου ήταν γνώριμο, δεν είχα βέβαια ούτε γυναίκα ούτε παιδί, δεν ήμουν μηχανικός αυτοκινήτων αλλά υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρεία. 

Γύρισα από τη δουλειά το βράδυ. Όλα κανονικά, η καθημερινή ρουτίνα. Δεν με είχαν απασχολήσει καθόλου όσα έγιναν την προηγούμενη νύχτα, και θα είχα για πάντα ξεχάσει και απωθήσει εντελώς εκείνη τη δεύτερη φανταστική ζωή που είχε διεισδύσει από μια μικρή ρωγμή στην υποτιθέμενη κανονική, αν δεν έβρισκα ανοιχτό το σημειωματάριο στο κομοδίνο. Ξάπλωσα κι άρχισα να διαβάζω όσα είχα γράψει το πρωί. Τα βρήκα διασκεδαστικά. Περίεργο όνειρο σκεφτόμουν, είναι χρήσιμο να γράφει κανείς τα όνειρά του, έτσι καταλαβαίνει πολλά για τον εαυτό του. Διαβάζοντας νύσταξα, μου έπεσε από τα χέρια. Μα μόλις είχε αρχίσει να με παίρνει ο ύπνος, χτύπησε το κουδούνι. Σηκώθηκα και κοίταξα από το ματάκι. Ένας άγνωστος ήταν, ψηλός, ξερακιανός. Μισάνοιξα, χωρίς να βγάλω την αλυσίδα.
"Καλησπέρα, μου είπε "ψάχνω μια γυναίκα".
"Τι λέτε κύριε, είστε σοβαρός νυχτιάτικα;"
"Σας ζητώ συγγνώμη αλλά έχω την εντύπωση, χωρίς να μπορώ να το αποδείξω ότι πέρασε εδώ τη νύχτα της χθες".
"Ζω μόνος μου" του απάντησα "Γυναίκα έχει να πατήσει εδώ δυο χρόνια".
"Με συγχωρείτε πάλι, σας καταλαβαίνω, αλλά εγώ την ψάχνω πέντε χρόνια, τρεις μήνες και τέσσερις νύχτες ακριβώς, μαζί με τη σημερινή. Τέλος πάντων, αν τύχει και τη δείτε, πέστε της σας παρακαλώ πως την ψάχνω, ας δοκιμάσει να με ονειρευτεί απόψε. Έχει και πανσέληνο, είναι ό,τι πρέπει. Να, αυτή εδώ είναι. Μαρία τη λένε".
Κι έβγαλε από την τσέπη μια φωτογραφία και μου έδειξε. Ύστερα με καληνύχτισε ευγενικά και μπήκε στο ασανσέρ. Άρπαξα το κινητό και έψαξα τη φωτογραφία που, σύμφωνα με τις σημειώσεις, είχα τραβήξει στον ύπνο μου. Τη βρήκα, εκεί ήταν. Δεν είχα κάνει λάθος, ήταν η ίδια με τη φωτογραφία που μου έδειξε. Τι μου συνέβαινε; Δεν ήταν όνειρο λοιπόν; Μήπως τώρα ονειρευόμουν; Κι αν έπεφτα να κοιμηθώ θα ξύπναγα ή θα βυθιζόμουν σε ακόμα πιο βαθιά όνειρα; Υπήρχε μόνο ένας τρόπος να το μάθω.

Με ξύπνησε το ξυπνητήρι κι ένα σκούντημα.
"Ξύπνα, έχουμε αργήσει!"
Άνοιξα τα μάτια και είδα έναν άντρα γύρω στα εξήντα πέντε να στέκεται πάνω από το κρεβάτι. Μου τράβηξε τα σκεπάσματα.
"Σήκω σου λέω, κοντεύει οκτώ. Πότε θα ανοίξουμε το μαγαζί;"
Το μαγαζί; Ποιο μαγαζί; Κι αυτός ποιος ήταν; Γύρω μου το δωμάτιο μου φαινόταν ξένο. Προσπάθησα να βάλω σε τάξη το μυαλό μου. Είδα το σημειωματάριο δίπλα, το άνοιξα και άρχισα να γράφω. Γρήγορα για να μην ξεχάσω τίποτα. Με λεπτομέρειες. Για τον παράξενο άντρα που μου χτύπησε την πόρτα, τη φωτογραφία, το ξυπνητήρι που είχα βάλει για να πάω νωρίς στη δουλειά και να τελειώσω εκείνη την... Στη δουλειά; Ποια δουλειά; Υπάλληλος ασφαλιστικής; Καλό κι αυτό!
"Μια στιγμή, πατέρα", φώναξα, "έρχομαι!" ντυνόμουν και συγχρόνως έγραφα. Θυμόμουν αμυδρά ένα ψηλό κτίριο, ένα γραφείο, τους συναδέλφους... Αλήθεια, δεν θυμόμουν κανενός το πρόσωπο, και από τη δουλειά όσο κι αν προσπαθούσα δεν το κατάφερνα να βρω ακριβώς τι ήταν αυτό που έκανα εκεί, όλο και ξεγλιστρούσε ώσπου χάθηκε εντελώς, ενώ το μαγαζί, μάλιστα, αυτό τώρα έγινε χειροπιαστό και με άγχωσε. Τι με είχε πιάσει, έπρεπε να πάω να ανοίξω το κρεοπωλείο γρήγορα, αλλιώς θα έχανα όλους τους πρωινούς πελάτες. Μεγάλη ζημιά. Παράτησα το σημειωματάριο -τι το ήθελα πρωί-πρωί;- έριξα λίγο νερό στο πρόσωπό μου κι έφυγα τρέχοντας.
"Πάω πατέρα, έλα αργότερα εσύ".

Γύρισα στην παλιά μας μονοκατοικία ψόφιος. Άφησα τον πατέρα μου να κοιμάται στην τηλεόραση και ξάπλωσα. Με πήρε αμέσως ο ύπνος. Μα πάλι ξύπνησα τη νύχτα. Το φως ήταν αναμμένο και ένα χέρι ακουμπούσε βαρύ στο στήθος μου. Μια σφυριχτή ανάσα ακουγόταν, μύριζε σκόρδο. Πετάχτηκα όρθιος. Μια άγνωστη γυναίκα στο κρεβάτι με κοιτούσε με απορία τρίβοντας τα μάτια.
"Τι έπαθες;" μου είπε. "Πάλι εφιάλτη έβλεπες; Έλα κοιμήσου, είναι αργά". Και γύρισε πλευρό.
Έριξα μια ματιά τριγύρω. Άγνωστο το δωμάτιο, άγνωστο το σπίτι. Τρέμοντας έσβησα το φως και ξάπλωσα στην άκρη.
"Ποιος είμαι, ξέρεις;" τη ρώτησα.
Ξεφύσηξε θυμωμένη.
"Ο άντρας μου, που να μην ήσουνα. Ο Μιχάλης ο περιπτεράς, που χρωστάει και της Μιχαλούς. Άντε κοιμήσου, ξημερώνει σε λίγο".
Χτυπούσε δυνατά η καρδιά μου, νόμιζα πως θα πέθαινα.
"Όχι", τόλμησα να της πω, "δεν είμαι ο άντρας σου. Με λένε Νίκο. Απλά έτυχε να συναντηθούμε στα όνειρά μας. Θα κοιμηθούμε τώρα, θα ξυπνήσουμε, κι αντίο".
Κάτι μουρμούρισε.
"Συγγνώμη",  πήρα το θάρρος τότε και συνέχισα, "μήπως έτυχε να περάσει καμιά νύχτα από δω κάποια Μαρία;"
Το χέρι της βγήκε από τα σκεπάσματα και μου έδωσε ένα γερό χαστούκι.
"Μαρία τη λένε λοιπόν τη γκόμενα; Κι έχεις το θράσος να μου το λες; Θα σε κανονίσω το πρωί".
Σκεπάστηκε πατόκορφα και σύντομα άρχισε να ροχαλίζει. Έπρεπε οπωσδήποτε να βγω από αυτό το όνειρο -αν ήταν όνειρο. Έπρεπε δηλαδή να κοιμηθώ; Αυτό είχα καταλάβει. Κοιμήθηκα λοιπόν. Μα το πρωί που ξύπνησα... Αχ θεέ μου το πρωί που ξύπνησα...

Τέλος πάντων, αφεντικό. Μη στα πολυλογώ και σε κουράζω. Από τότε έχουν περάσει πολλές νύχτες. Σκέψου, σε καθεμιά από αυτές ξυπνούσα κι ήμουν άλλος. Σήμερα ας πούμε, όπως ξέρεις, είμαι οικοδόμος, με λένε Κώστα, και ζω με το συχωριανό μου το Λευτέρη, το μπογιατζή, σε ένα ημιυπόγειο στο Δουργούτι. Δουλειές δεν υπάρχουν και περνάμε δύσκολα. Αύριο δεν ξέρω. Ελπίζω απόψε να ξυπνήσω και να έχω κάπως προοδέψει, να είμαι, ας πούμε, αρχιτέκτονας, βιομήχανος ή έστω υπουργός. Ή συγγραφέας, βρε αδερφέ! Και να έχω δίπλα μου μια όμορφη γυναίκα. Να, σαν εκείνη τη Μαρία ή όπως αλλιώς τη λένε, που έχω ακόμα τη φωτογραφία της στο κινητό μου, αυτή που ήταν η αφορμή να αρχίσουν όλα. Φτάνει να την πετύχω πριν από εκείνο τον ψηλό. Θα ήταν μια παρηγοριά αυτό, ξέρεις. Αν γίνει αυτό, έστω και μόνο για μια μέρα, για κάποιον από τους εαυτούς μου θα είναι για ολόκληρη τη ζωή.


(αφιερωμένο στην Roubini Marini)

Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2017

Ο ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ



Ούτε που θυμόταν πια πόσο καιρό ταξίδευε. Έφτασε κάποτε σε ένα χωριό. Γνωστό του φάνηκε. Τα σπίτια ήτανε κλειστά, οι δρόμοι σκοτεινοί και η ψυχή του τρομαγμένη. Τα βήματά του είχαν ξυπνήσει τα σκυλιά κι αυτά τον γάβγιζαν πίσω απ’ τις μάντρες. Ο γρύλος τον ακολουθούσε, τα σαμιαμίθια τρέχαν πέρα δώθε και χώνονταν στις πέτρες, η σκλώπα φώναζε με θλίψη.
Μια πόρτα άνοιξε, το φως της λάμπας χύθηκε στο δρόμο. Πρόβαλε το κεφάλι της και του έγνεψε να μπει. Μπήκε και στάθηκε στη μέση του δωματίου, δεν ήξερε τι έπρεπε να πει και τι να κάνει. Του είπε να κάτσει, του έδειξε την καρέκλα και κάθισε κι αυτή από την άλλη μεριά του τραπεζιού. Καθίσαν εκεί αμίλητοι.
Γύρισε και την κοίταξε. Ήταν πολύ γριά, θα κόντευε ενενήντα.
- Θες να ανοίξω την τηλεόραση; τον ρώτησε.
Της έγνεψε ναι κι αυτή σηκώθηκε, πήγε και την άνοιξε και γύρισε με το τηλεκοντρόλ.
- Βάλτη όπου θες, του είπε και του το έδωσε.
Το άφησε σε ένα σήριαλ κι έδειξε ικανοποιημένη. Κάποια στιγμή τον ρώτησε χωρίς να γυρίσει προς το μέρος του.
- Θα φύγεις πάλι, έτσι δεν είναι;
Της είπε ναι, τι άλλο να της πει;
- Πρέπει να φας πριν φύγεις. Μη φύγεις νηστικός μέσα στη νύχτα κι αρρωστήσεις.
Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Έφερε ένα πιάτο με ψωμί κι ελιές κι ένα κομμάτι άσπρο τυρί. Έκοψε μια ντομάτα κι έριξε αλάτι, έφερε κι ένα μπουκάλι με ρακή κι ένα ποτήρι. Ύστερα κάθισε πάλι στη θέση της και κοίταζε την τηλεόραση, ρίχνοντας όμως προς το μέρος του κλεφτές ματιές.
Χτύπησε η πόρτα. Η γριά άνοιξε και μπήκε ένας ψηλός άντρας. Τη χαιρέτησε και τη φίλησε σταυρωτά χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά σ’ αυτόν.
- Ήρθε ο γιος μου, του είπε αυτή.
- Άργησε λίγο όμως, Λενιώ. Τώρα πια είσαι πεθαμένη.
Δεν του απάντησε η γριά. Κάθισε πάλι στην καρέκλα της κι έβλεπε τηλεόραση. Ο άντρας δεν έμεινε πολύ, τη χαιρέτησε κι έφυγε αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή.
- Κι εσύ έχεις πεθάνει, μπάρμπα Κωστή, έκανε να φωνάξει πίσω του, μα το μετάνιωσε, δεν είπε τίποτα.
Σηκώθηκε κι αυτός. Την είδε βουρκωμένη. Έσκυψε και της φίλησε το χέρι και βγήκε στο δρόμο. Κόσμος πολύς είχε μαζευτεί απέξω τώρα. Του έκαναν χώρο να περάσει και τον κοιτούσαν λυπημένοι. Τους ήξερε όλους, τους θυμόταν. Στη χαρουπιά γύρισε και είδε τη φιγούρα της στο φως της πόρτας. Κρατιόταν από την κάσα κι έγνεφε με το άλλο της χέρι αντίο. Έστριψε κι έφυγε μέσα στα σκοτάδια προς τον ποταμό. Κάπου από κει ακουγόταν τώρα η σκλώπα. Είχε σταθεί και τον περίμενε, είχανε δρόμο ακόμα.


(στην Πουπερμίνα)

Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ




Απ' έξω ακούονταν θαμπή
'πό 'να ραδιόφωνο μια λύρα
μέσα μονάχα η βοή
του ανεμιστήρα
-εψές τον πήρα-

Έγραφα ολημερίς σκυφτός
"γνώρισα...", "επήγα...", "είδα..."
και τώρα τα 'σβηνα, ιδού!
λευκή η σελίδα
-άδεια παγίδα-

"Αυτοβιογραφία" θα πω
το κείμενο που έτσι θα μείνει
για πάντα, σκέφτομαι, καθώς
βγαίνει η σελήνη
-άδεια κι εκείνη-


(Ιζιντόρ Μπορ, Ποιήματα που δεν θα έγραφα ποτέ, 2027)




Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

ΣΚΡΑΤΣ




Ο ανεμιστήρας κρέμεται από πάνω του. Ακούει το μουρμουρητό του και πότε πότε ένα τρίξιμο όπως ταλαντώνεται ελαφρά. Τα φτερά του δεν ξεχωρίζουν καθώς γυρνάει αγκομαχώντας. Φαίνεται μόνο ένας άσπρος δίσκος που αιωρείται λίγο κάτω από την οροφή.

Αν ήταν μαύρος, θα ήταν δίσκος βινυλίου. Ένας δίσκος που η βελόνα έφτασε στο τέρμα του κι όμως γυρνάει ακόμα κι ακούγεται το σκρατς κι ο ήχος του μοτέρ που έχει ανάψει. Η μουσική που προηγήθηκε αιωρείται ακόμα στον χλιαρό αέρα και στη σκέψη.

Η ζέστη στεγνώνει τη σκέψη, ιδρώνει τα σώματα. Μα οι επιθυμίες αντέχουν. Κανένα χέρι δεν θα απλωθεί στη βελόνα. Τα χέρια είναι απασχολημένα να χαϊδεύουν. Νωχελικά, όπως αρμόζει στις πολύ ζεστές ημέρες. Αγγίζουν το άλλο σώμα, πάλλοντας επιδέξια τις χορδές οργάνων που πρόθυμα ανταποκρίνονται. Στη μελωδία της μουσικής που προηγήθηκε.
Σώματα ιδρωμένα, σώματα που γλιστρούν το ένα πάνω στο άλλο, το ένα μέσα στο άλλο. Με το ρυθμό του σκρατς στις 33 στροφές.

Ιούλιος ήταν και τότε, ίδια η ζέστη. Τη μουσική που προηγήθηκε, δεν τη θυμάται. Ας ήταν να επιστρέψει, κι ας έβαζε όποιον δίσκο ήθελε εκείνη στο πικάπ. Το σκρατς στο τέλος θα ήταν το ίδιο.

Ο ανεμιστήρας από πάνω του γυρίζει μάταια, η ζέστη είναι ανίκητη. Ο θόρυβός του δυναμώνει ξαφνικά, "δεν θα επιστρέψει!" του φωνάζει, κι ύστερα με ένα τελευταίο σπασμό σωπαίνει. "Καμιά ζέστη δεν μοιάζει με τις άλλες, πίστεψέ με", του ψιθυρίζει, λίγο πριν τα φτερά του σταματήσουν εντελώς και ξεψυχήσει, "καμιά μουσική δεν θα ήταν σαν εκείνη, κι ας την ξέχασες. Τίποτα στη ζωή σου πια δεν θα είναι  το ίδιο".


Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΤΕΡΙΑ



Γύρω από το σπίτι μας απλώνεται η θάλασσα. Εφτά στενές λωρίδες γης φεύγουν από το σπίτι και βυθίζονται στην ομίχλη. Συχνά τη χάναμε εκεί κι ανησυχούσαμε μήπως την πάρουνε τα κύματα που κάποτε αγρίευαν και σκέπαζαν τον δρόμο. Την περιμέναμε ξάγρυπνοι. Γυρνούσε κουρασμένη, δεν μιλούσε.
Σύντομα είδε όσα είχε να δει και στα εφτά ακρωτήρια, άκουσε όλα όσα είχε να της πει ο κόσμος μας. Το νησί μας ήτανε μικρό, δεν την χωρούσε πια, ήταν ολοφάνερο. Δεν της έφτανε. Ήθελε το δικό της το ταξίδι, είχε έρθει η ώρα. Ήθελε τη Μεγάλη Στεριά. Το ξέραμε, το βλέπαμε στα μάτια της. Και το δικαιολογούσαμε. Γιατί κι εμείς είχαμε φύγει κάποτε από τα νησιά μας και περιπλανηθήκαμε σε ξένα μέρη, ώσπου φτιάξαμε το δικό μας.

Τα κύματα έφερναν θαλασσόξυλα στην πόρτα. Τα μάζευε για χρόνια, έφτιαξε ένα μεγάλο σωρό. Με πήρε, μου έδειξε τα ξύλα και μου είπε : "Φτιάξε μου ένα κρεβάτι".
Εγώ δεν είμαι ξυλουργός. Δεν ξέρω από κρεβάτια. Τα όνειρά μου δεν είναι του ύπνου. Όμως ροκάνισα και γυαλοχάρτισα τα ξύλα όπως μπορούσα, τα έβαψα τα βερνίκωσα, τα κάρφωσα. Της το έδειξα.

Όταν φτιάχνεις κρεβάτι από θαλασσόξυλα, χωρίς να το καταλάβεις, φτιάχνεις καράβι. Το έσπρωξε στη θάλασσα και αποχαιρετιστήκαμε.

Μέρα παρά μέρα τα κύματα έφερναν στην πόρτα μας μπουκάλια με μηνύματα. "Είμαι καλά", μας έγραφε. Εμείς ανησυχούσαμε. Ξέρουμε πως τα πράγματα είναι δύσκολα εκεί έξω. Η ανάμνηση της θάλασσας φέρνει ναυτία στην αρχή, κάνει τα βήματα ασταθή. Και οι Στεριανοί είναι ξένοι. Μιλούν μια γλώσσα αλλόκοτη και μέχρι να τη μάθεις είναι εύκολο να σε πληγώσουν. Ακόμα κι η καρδιά χτυπάει αλλιώς. Πρέπει να ξέρεις να διαβάζεις μάτια, να μάθεις να γυρνάς την πλάτη. Θέλει υπομονή, μέχρι να βρεις εκείνους που θα ταξιδέψετε μαζί. Υπάρχουν όμως, θα τους βρεις.

"Δεν είμαι καλά", μας έγραψε μια μέρα. Έβγαλα από την αποθήκη την παλιά μας βάρκα. Τη μπάλωσα, την καλαφάτισα. Τη ρίξαμε στη θάλασσα και βγήκαμε νύχτα στη Μεγάλη Στεριά. Το σπίτι της μύριζε ακόμα θάλασσα, το βρήκαμε εύκολα.

Της μίλησε η μάνα της. Αυτή μιλάει πιο όμορφα. Εγώ δεν ξέρω να μιλάω. Οι λέξεις μου έχουν ρίζες, κλωνάρια δεν βγάζουν. Εκείνη άκουγε.
Πριν φύγουμε έγειρε το κεφάλι στην αγκαλιά της μάνας της. "Γράφεις;" με ρώτησε. "Όχι ακόμα". "Γράψε κάτι για μένα", μου είπε τότε.
Και κάθομαι τώρα εδώ. Μα τί να γράψω, όλα κάπως στενάχωρα μου βγαίνουν. Κι αυτή δεν πρέπει να στενοχωριέται. Να, αυτό έπρεπε μόνο να της γράψω. Να μη στενοχωριέται. Γιατί, κι ας μην το νιώθει ακόμα, άρχισε το πιο ωραίο ταξίδι. Η Μεγάλη Στεριά είναι δική της. Και το νησί μας, κι όλα τα νησιά, κι όλος ο κόσμος.


Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

ΕΝΑΣ ΥΠΟΓΕΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ


Μια κριτική παρουσίαση της "Πλάνης" από τη Μαρία Μοίρα στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής.

Ένας υπόγειος κόσμος

ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΜΟΙΡΑ

Έργο της Έρης Δημητριάδη (λεπτομέρεια)


ΜΑΝΩΛΗΣ ΛΥΔΑΚΗΣ, Η πλάνη, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 285
      
Στο μυθιστόρημα του Μανώλη Λυδάκη όλα ξεκινούν και τελειώνουν με μια παλιά κιτρινισμένη φωτογραφία, που δείχνει ένα ζευγάρι σε μια πλατεία με ευκαλύπτους και δύο σχεδόν όμοια αγοράκια να κοιτάζουν σοβαρά το φακό. Μια ταλαιπωρημένη φωτογραφία που ταξίδεψε στο χρόνο σε τσέπες, τσάντες και παλιές βαλίτσες, αδιάσειστη απόδειξη ότι κάποτε υπήρξαν δυο παιδιά που ζούσαν μαζί, σ’ ένα σπίτι, σε μια πόλη, σε ένα νησί, στην πραγματική ή φανταστική  Χώρα. 
Όπως και στο προηγούμενο βιβλίο του ο συγγραφέας αξιοποιεί αφηγηματικά την ιδιοσυστασία και την ιστορική και μυθολογική καταγωγή του τόπου του. Η περίκλειστη Παλιά πόλη, εσωστρεφής και απόκοσμη, με τους ετερόνομους μικρόκοσμους εγκιβωτισμένους στη μεγαδομή του ενετικού τείχους, τη λαβυρινθώδη συντακτική δομή και το εκτεταμένο δίκτυο υπόγειων στοών, αποτελεί το ιδανικό χωρικό πλαίσιο για να εντάξει την πλοκή του μυθιστορήματός του που έχει στοιχεία περιπέτειας, αστυνομικού θρίλερ, ψυχογραφήματος, κοινωνικού σχολιασμού και πολιτικής ίντριγκας.

Στην αφήγηση συμπλέκονται το πραγματικό και το φαντασιακό, το αισθητό και το υπεραισθητό, ο ρεαλισμός και η αλληγορία. Ο ήρωας του, ένας παροπλισμένος αρχιτέκτονας, εμφορούμενος από ακοίμητες ενοχές και τρομώδεις φόβους, παραπαίει και χάνεται στους ασύμβατους κύκλους της μνήμης και της λήθης. Σκοτεινός και μυστηριώδης, απόμακρος και ανεξιχνίαστος σχεδόν υπνοβατεί παγιδευμένος στην κινούμενη άμμο των παραισθήσεων και των εφιαλτών. Η φωτογραφία που θα πέσει στα χέρια του, ενός σπιτιού άγνωστου και ταυτόχρονα ανεξήγητα οικείου, θα τον εμπλέξει ανεπίγνωστα στο αμφιβόλου προθέσεων «Σχέδιο» στο οποίο μετέχει μεταξύ άλλων και ο πατέρας του. Στην φιλόδοξη επιχειρηματική πρόταση, της δήθεν ανάπλασης και εξυγίανσης κάποιας περιοχής της Χώρας, που στην πραγματικότητα  εξυπηρετεί σκοτεινά συμφέροντα και αποσκοπεί στο κέρδος. Αυτή η φωτογραφία του ερειπωμένου διώροφου, που θα βρει στο φάκελο μαζί με άλλες, θα τον ξυπνήσει από τον λήθαργο. Λειτουργώντας σαν αιφνίδιο ανακλητικό σοκ, θα φέρει στην επιφάνεια αδέσποτες αισθητήριες μνήμες και εικόνες ενός άγνωστου παρελθόντος ενταφιασμένες για χρόνια στην κρύπτη του ενδόμυχου εαυτού.
Ενώ η αφήγηση στην αρχή βραδυπορεί καθώς ο ήρωας αδρανεί εγκλωβισμένος σε ένα διαρκές πένθος που τον ναρκώνει και τον αφοπλίζει, όταν αποβιβαστεί από το καράβι στη Χώρα η δράση θα αποκτήσει καταιγιστικούς ρυθμούς και μια ακολουθία από μυστηριώδεις εξελίξεις, απρόβλεπτες ανατροπές και συνωμοσίες θα κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι την τελευταία σελίδα.
Ο ήρωας για δυο μερόνυχτα κινείται πυρετικά στο σώμα της πόλης ακολουθώντας τις αόρατες διαδρομές της διαπλοκής, της εξουσίας και του χρήματος. Εισβάλλει στην απαλλοτριωμένη περιοχή του Σχεδίου, περιπλανάται στους δρόμους και στα εγκαταλειμμένα από τους κατοίκους τους σπίτια, βλέπει την αγωνία και τη συντριβή τους, συναντά τους εμπλεκόμενους στο έργο, τον Εργολάβο και τον Δήμαρχο, και παράλληλα καταδύεται στις υπόγειες στοές εισδύοντας στα άδυτα ενός απόκρυφου κόσμου, πραγματικού και αλληγορικού, αναζητώντας στο χώρο και στα πρόσωπα τα αποτυπώματα και της δικής του ζωής. Η διασύνδεσή του με το Σχέδιο και η αναζήτηση της ταυτότητάς του θα τον φέρουν αντιμέτωπο με μια σειρά από ευρήματα και αποκαλύψεις που ενώ εξηγούν ταυτόχρονα συσκοτίζουν το απολεσθέν για χρόνια παρελθόν του.
Η μυρωδιά από το γιασεμί, ένα μπλε ποδηλατάκι, δύο συνομήλικα αγοράκια, δυο γυναίκες που διεκδικούν τον ίδιο άντρα, ένα σκοτεινό, υγρό υπόγειο, μια κλειδωμένη ντουλάπα και ένας σχεδόν άγνωστος άντρας, ο πατέρας του. Ο πρώην επαναστάτης, μετέπειτα επιφανής πολιτικός και χρηματιστής που εξαγόρασε την αντιστασιακή του δράση στα χρόνια της δικτατορίας με πολιτική καριέρα, δύναμη και δόξα ξεπουλώντας συντρόφους και ιδεολογίες. Όλα αυτά και άλλα πολλά είναι τα κομμάτια ενός παζλ που τη μια στιγμή συντίθενται δίνοντας μια εναργή εικόνα, για να διαλυθούν αμέσως μετά σε συντρίμμια.
Στο αφηγηματικό σύμπαν του μυθιστορήματος δεν υπάρχει ελπίδα λύτρωσης καθώς η απληστία του χρήματος, η βαναυσότητα της εξουσίας, η διάχυση της διαφθοράς, η ματαιότητα του έρωτα εξαρθρώνουν τα πάντα. Στη Χώρα η ζωή βουλιάζει σε ένα τέλμα δυσώδες και ακίνητο που δεν αφήνει περιθώρια αντίστασης ή διαφυγής. Στο κείμενο η Εταιρεία, το Γραφείο, ο Εργολάβος, ο Δήμαρχος, το Σχέδιο είναι κύρια ουσιαστικά. Πίσω από την ουδετερότητα και την ανωνυμία τους κρύβονται ιδιοτελή οικονομικά συμφέροντα. Ανάλγητοι καιροσκόποι, φίλαυτοι αριβίστες και παντοδύναμοι εξουσιαστικοί μηχανισμοί κινούν τα νήματα. Στον αντίποδα ένας κόσμος υπόγειος, τιμωρός, οργισμένος, απολυταρχικός, κινείται στα όρια. Χειραγωγείται και παραπλανάται, εξεγείρεται και εξοντώνεται. Οι επαναστάτες θα εκτελέσουν τους παράγοντες του Σχεδίου χωρίς να κατορθώσουν να αποκαταστήσουν το δίκαιο ή την ηθική τάξη. Ο θάνατος των ενόχων δεν θα σταματήσει το έργο και οι μπουλντόζες θα συνεχίσουν απτόητες την κατεδάφιση των σπιτιών στη φλεγόμενη Χώρα.
Όταν «η εποχή των ψεμάτων και της πλάνης τελειώσει». Όταν η πίστη των κατοίκων σε ένα δίκαιο αγώνα εξαντληθεί και η απεγνωσμένη αντίσταση στη φαυλότητα και στην ανομία κάποιων ανυπότακτων, μοιραίων και αναλώσιμων, καμφθεί. Όταν το καράβι σαλπάρει, ο ήρωας επιτέλους γαληνεμένος και ελεύθερος θα ταξιδέψει χωρίς αντιστάσεις και αγωνίες για εκεί που δεν υπάρχει ούτε θλίψη, ούτε πένθος. Μόνο σκοτάδι και σιωπή.
Για τη Νήπενθο…

Η Μαρία Μοίρα είναι αρχιτέκτονας και διδάσκει στο ΤΕΙ της Αθήνας

http://avgi-anagnoseis.blogspot.gr/2017/04/blog-post_89.html

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Η ΜΟΡΑ


Ήμουν εννιά χρονών όταν πέθανε ο πατέρας μου. Με είχαν στείλει σε μια κατασκήνωση για να μην τον δω πώς φεύγει. Έστειλε τότε αυτός έναν ανεμοστρίφουλα εκεί που ήμουν και με ειδοποίησε. Το έχω διηγηθεί αλλού αυτό. Μα φαίνεται πως αυτή η ξαφνική αναχώρηση -για μένα, οι άλλοι γνώριζαν καλά πως ερχόταν το τέλος- κι ο τρόπος που την πληροφορήθηκα, δίχως την αναγκαία προετοιμασία, κάποια κουβέντα αποχαιρετισμού ίσως, μια τελευταία ματιά ή μια συμβουλή, άφησε, εκτός από το κενό στην ψυχή μου, και κάποια πόρτα του άγνωστου μισάνοιχτη. Από εκεί είναι που ξεγλίστρησε στον κόσμο μου η Μόρα και ήρθε και τρύπωσε στις νύχτες μου. Δεν ήξερα ακόμα τότε το όνομά της. Το έμαθα αργότερα.
Ερχόταν κάθε βράδυ. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, μόνο να περιμένω μέχρι να 'ρθει. Έσβηνε η μάνα μου το φως και την περίμενα. Ανάσκελα στο κρεβάτι, ακίνητος, κουκουλωμένος, με ορθάνοιχτα τα μάτια κάτω από τις κουβέρτες, πάσχιζα να κρατήσω την ανάσα μου, να μη μ' ακούσει, μήπως ξεγελαστεί και φύγει. Μα αυτή ερχόταν πάντα. Άκουγα πρώτα την ανάσα της, σαν ρόγχο. Μετά το θρόισμα από τα φουστάνια της, το σύρσιμο των βημάτων της στο τσιμέντο. Ποτέ δεν τόλμησα να βγάλω το κεφάλι να κοιτάξω, μα ούτε που μπορούσα γιατί είχα παγώσει με τον ερχομό της. Ήξερα όμως, ένιωθα, πότε ήταν γαντζωμένη στο μεγάλο εικονοστάσι, πότε κούρνιαζε κάτω από το κρεβάτι, πότε ερχόταν να καθίσει στο στήθος μου για να με πνίξει.

Οι επισκέψεις της αραίωσαν κάπως με τα χρόνια. Μα ακόμα κι όταν δεν ερχόταν, ο φόβος μην εμφανιστεί έκανε τις νύχτες μου μαρτύριο. Και στο φως της μέρας, συχνά έπιανα με την άκρη του ματιού μου κάποια κίνηση ή ένιωθα μια κρύα ανάσα πίσω μου.

Κάποτε, έφηβος ακόμα, έτυχε να μείνω μόνος κάποιες μέρες. Επιστρέφοντας ένα βράδυ, είδα φως στην κουζίνα. Μπήκα και είδα τον πατέρα μου να κάθεται εκεί. Πάνω στην ξεφτισμένη φορμάικα του τραπεζιού είχε ακουμπήσει ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και δυο ποτήρια. Κάθισα μαζί του. Έβγαλε από την τσέπη του ένα πακέτο Ματσάγγος και μου πρόσφερε. Πϊναμε και καπνίζαμε σιωπηλοί. Τον κοίταξα. Φαινόταν κουρασμένος, η αρρώστεια τον είχε εξαντλήσει. Στο τέλος μίλησε.
"Έχω πεθάνει, το ξέρεις, έτσι δεν είναι;"
Έγνεψα ναι.
"Πρέπει να το πάρεις απόφαση, είσαι μεγάλος πια. Να με ξεχάσεις, όπως ξεχνούν τους πεθαμένους".
Μείναμε πάλι σιωπηλοί. Ύστερα μου έδειξε το δωματιάκι μου.
"Πήγαινε να ξαπλώσεις, να ξεκουραστείς".

Ξάπλωσα στο κρεβάτι μα δεν σκεπάστηκα, ούτε έκλεισα τα μάτια. Δεν άργησε να έρθει. Από τη γωνία εκείνη που ήταν βυθισμένη στο σκοτάδι κάτι κινήθηκε, σαν κάποιο πλάσμα, που οι σκιές ήταν το ρούχο που το σκέπαζε κι έμενε εκεί κουλουριασμένο ή ήταν το ίδιο αυτή η μαύρη σκοτεινιά, να ξύπνησε από τον ύπνο του, και αναδεύτηκε με μιας το λίγο φως και χάθηκε. Το πλάσμα αυτό ερχόταν στη μεριά μου. Δοκίμασα να σηκωθώ, μα είχα ήδη παραλύσει. Το γνώριμο πια ρίγος και η ανατριχίλα κυρίευσε ολόκληρο το σώμα μου και πάγωσα, καθώς πίσω από το βουητό που δεν ήμουν σίγουρος αν ερχόταν από εκείνη τη σκιά ή από το σαλεμένο μυαλό μου που παλλόταν από φρίκη, ακούστηκε εκείνος ο ρόγχος. Το πλάσμα με πλησίαζε κι εγώ το παρακολουθούσα ανήμπορος. Όταν έφτασε στο κρεβάτι, το σκοτάδι γύρω του διαλύθηκε κι είδα ένα μικρό κοριτσάκι ντυμένο στα μαύρα, με ένα πλεχτό σκουφί κι ένα μακρύ φουστάνι. Έβαλε τα χέρια, ανέβηκε και κάθισε στα πόδια του κρεβατιού. Γύρισε το κεφάλι και με κοίταξε.
Έκλεισα τα μάτια και δοκίμασα να σηκωθώ. Μα ακόμα κείτομουν παράλυτος, ούτε ένα δάχτυλό μου δεν μπορούσα να κουνήσω. Πήρα βαθιές ανάσες. Τότε ένιωσα ένα πλάκωμα και άνοιξα τα μάτια. Χριστέ μου! Η γριά καθόταν στο στήθος μου. Το σταφιδιασμένο πρόσωπό της ήταν σκυμένο πάνω μου κι όπως κάγχαζε απαίσια άσπριζαν στο σκοτάδι τα λειψά δόντια της. Το σκουφί σκέπαζε το κεφάλι της με τα αραιά μαλλιά. Μου κοβόταν η ανάσα, πέθαινα.
Ακούστηκε ένας θόρυβος. Μια πόρτα κάπου άνοιξε, το φως με τύφλωσε. Μια σκιά στεκόταν στο άνοιγμα. Έβαλα όση δύναμη μπορούσα και κατάφερα να σηκώσω το χέρι μου. Ύστερα η πόρτα έκλεισε με θόρυβο κι όλα ησύχασαν.

Ξύπνησα ξημερώματα, ξεκούραστος κι ανάλαφρος, παρά τον εφιάλτη. Το σπίτι ήταν άδειο. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη της ντουλάπας. Τα χρόνια είχαν περάσει, ήμουν μεγάλος πια, γύρω στα εικοσιπέντε. Βγήκα στο δρόμο. Στην απέναντι οικοδομή οι εργάτες είχαν ανάψει φωτιά σε ένα κομμένο βαρέλι για να ζεσταθούν. Έβγαλα από την τσέπη το μαύρο σκουφί που έσφιγγα στο χέρι μου. Το έριξα στη φωτιά κι έμεινα λίγο να το δω να καίγεται. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει, το είχα πάρει απόφαση. Η Μόρα είχε φύγει. Ήμουν ελεύθερος.


Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Η ΤΙΓΡΗ



Την αγαπούσα στα κρυφά, την ήθελα. Όμως, τίποτα δεν της είχα πει, τίποτα δεν της είχα δείξει. Αυτή, περνούσε δίπλα μου σαν να μην με έβλεπε. Έκανα κι εγώ πως δεν την βλέπω. Μα η καρδιά μου σπαρταρούσε, καθώς περνώντας με άγγιζε η φούστα της και με μεθούσε το άρωμά της και η μυρωδιά του σώματός της. Και φανταζόμουνα συχνά το σώμα αυτό -λεπτό κι αέρινο ήταν- να αφήνεται στην αγκαλιά μου, να της σηκώνω λέει τη φούστα εκείνη αργά χαϊδεύοντάς την ως επάνω, να έχω το στήθος της στο στήθος μου, να τη φιλώ στα χείλη κι αυτή να αναστενάζει, να κλείνει τα μάτια και να με σφίγγει πάνω της. Τέτοια και άλλα φανταζόμουνα, ερήμην της.

Εκείνες τις Απόκριες, εγώ κι ο φιλαράκος μου, είπαμε να μασκαρευτούμε. Με ένα σεντόνι τυλιγμένοι, μια άσπρη μάσκα με πανί που έκρυβε εντελώς το πρόσωπο, τίποτε άλλο. Και πήγαμε στο πάρτυ της αδελφής της και δεν μιλούσαμε καθόλου, μη μας καταλάβουν. Καθόμασταν σε μια γωνιά και χαζεύαμε τις μασκαράτες, και κάθε τόσο γυρνούσαμε από την άλλη, σηκώναμε ελαφρά τη μάσκα κι αδειάζαμε το ποτηράκι το κρασί.
Αυτή ήταν ντυμένη τίγρη. Ολόσωμη εφαρμοστή στολή με ουρά και νύχια, μια μαύρη μάσκα για τα μάτια. Την είδα κάποτε που μπήκε στην κουζίνα κι έτρεξα πίσω της, δήθεν να πιω νερό. Γύρισε και με κοίταξε.
"Για να σε δω καλά, ρε φάντασμα", μου κάνει.
Και έφερε το πρόσωπό της φάτσα στο δικό μου. Με κοίταξε στα μάτια, τα χείλη της ήρθαν κοντά στα χείλη μου, μύρισα τη ζεστή ανάσα της, με κοίταξε λοιπόν στα μάτια και είπε "ωραία μάτια έχεις εσύ", μ' έπιασε από τον ώμο κι ήρθε ακόμα πιο κοντά ώσπου ακούμπησε το στήθος της στο στήθος μου, κι ύστερα "κάπου τα ξέρω αυτά τα μάτια" και γέλασε "τώρα κατάλαβα ποιος είσαι" και έκλεισε τα μάτια της, "μη φοβάσαι, δε θα σε κοιτάξω, καλύτερα έτσι", κι ύστερα σήκωσε το πανί της μάσκας ίσα που να αποκαλυφθεί το στόμα και με φίλησε "πάντα μου άρεσες, δεν το είχες καταλάβει;" και με έσφιξε κοντά της και τα χέρια της βρήκαν το άνοιγμα στο σεντόνι και με χάιδευαν παντού, και τα δικά μου χέρια που είχαν παραλύσει σηκώθηκαν κι αυτά κι έπιασαν πρώτα την ουρά της και ξαφνιάστηκα, κι ύστερα κίνησαν το ένα κάτω της, το άλλο πιο πάνω, και τότε άκουσα να τη φωνάζουν κι ώσπου να συνέλθω με είχε παρατήσει, ήταν φευγάτη κιόλας, είδα την άκρη της ουράς στην πόρτα κι άκουσα μόνο τη φωνή της "θα τα πούμε αύριο".
Ούτε νερό ήπια, ούτε τίποτα. Σηκώθηκα κι έφυγα, πήρα τους δρόμους κι έτρεχα με το σεντόνι να ανεμίζει σαν σημαία θριάμβου, γελούσε η νύχτα, χόρευαν ψηλά τα αστέρια. Κι ούτε κοιμήθηκα καθόλου, είχα ορθάνοιχτα τα μάτια κι έβλεπα οπτασίες στο σκοτάδι μέχρι που ξημέρωσε.

Την άλλη μέρα που την αναζήτησα στο στέκι, την είδα να μιλά με μια παρέα. Πήγα προς το μέρος τους όλο χαμόγελο. Είχα πια φτάσει κοντά της μα αυτή πάλι δεν μου έδωσε σημασία, σαν να μη με είδε, όπως πάντα. Έστριψα τότε, πήγα παραπέρα, με το χαμόγελο να έχει παγώσει, "ίσως θέλει διακριτικότητα" σκέφτηκα όπως στεκόμουν εκεί αόρατος γι' αυτήν, λουσμένος ξανά το άρωμά της, μα καθώς με την άκρη του ματιού μου θαύμαζα το σώμα που είχα αγκαλιάσει χθες κι ένιωθα ξανά τα χάδια της, άκουσα τη φωνή της να λέει στο μάγκα που την κοιτούσε με απορία "τί εννοείς δεν ήσουνα εσύ χθες βράδυ;" κι εκείνον να της απαντάει "αφού σου λέω, ήμουνα άρρωστος στο κρεβάτι χθες" κι ύστερα "μην ανησυχείς, θα τον βρω τον πούστη και θα τον πατήσω κάτω".

Όρκισα το φιλαράκο μου ποτέ να μη μιλήσει σε κανένα για εκείνη μας τη μεταμφίεση. Και πια όχι μόνο δεν της μίλησα, ούτε που πέρασα ξανά κοντά της. Μα κάθε Απόκριες, αρκεί να κλείσω μια στιγμή τα μάτια και, ερήμην της, ερήμην μου, βρίσκεται ξανά στην αγκαλιά μου και νιώθω τα χάδια της να χαράζουν ίχνη ανεξίτηλα στο σώμα μου. Κι όταν η γυναίκα μου με ρωτάει τι είναι αυτά τα σημάδια στην πλάτη μου, της απαντάω "από τίγρη, αγάπη μου, στο ορκίζομαι".



Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

ΟΙ ΑΦΕΛΕΙΕΣ



Να σας κάνω ωφέλειες; την είχε ρωτήσει η κοπέλα στο κομμωτήριο. Μάλλον Αλβανή ήταν.
Ωφέλειες; Γέλασε από μέσα της. Ναι, καλό ακούγεται.
Χάζευε αφηρημένα στον καθρέφτη την αεικίνητη κοπελίτσα, τις άλλες πελάτισσες, τις προθήκες με τα σαμπουάν και τα καλλυντικά, τις αφίσες. Ύστερα κοίταξε μπροστά το πρόσωπο με τις αφέλειες.

Ο καθρέφτης άδειασε, το κομμωτήριο μέσα του έσβησε. Σαν να κοίταζε από ένα παράθυρο έξω στην ομίχλη, μια σχολική αίθουσα ξεπρόβαλλε σιγά σιγά. Είναι η μέρα της φωτογράφισης. Τα παιδιά μαζεμένα σε μιαν άκρη περιμένουν τη σειρά τους, ανυπόμονα. Έρχεται και η σειρά της. Τρέχει καμαρωτή, με την μπλε κορδέλα στα μαλλιά και το καινούργιο κούρεμα με τις αφέλειες. Η ποδιά της καθαρή, ο γιακάς κατάλευκος. Κάθεται στο θρανίο. Ο φωτογράφος της λέει να στήσει πιο όρθιο το κορμί της. Πιάνει το μολύβι και κάνει πως γράφει στο τετράδιο μπροστά της.

Τέλειωσε η φωτογράφιση, σηκώθηκε.
Πώς σας φαίνεται; ρώτησε η κοπέλα.

Η δασκάλα τους μοιράζει τις φωτογραφίες. Παίρνει τη δική της με λαχτάρα. Το κορίτσι κοιτάζει το φακό με τα μεγάλα μάτια του και χαμογελάει αχνά. Το χέρι της κρατάει χαλαρά το μολύβι. Είναι όμορφη. Οι αφέλειες της πηγαίνουν. Είναι ευτυχισμένη. Πίσω της κρέμεται ένας χάρτης. Δεν φοβάται το μέλλον. Δεν φοβάται τίποτα.

Ωραία είναι, σε ευχαριστώ πολύ, είπε στην κοπέλα.

Έβρεχε έξω. Άνοιξε την ομπρέλα να μη χαλάσει τα μαλλιά της.
Έφτασε στο σπίτι, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και κάθισε στο γραφείο της. Έβαλε ένα χαρτί μπροστά της, έπιασε το μολύβι κι άρχισε να γράφει.
"Να σας κάνω ωφέλειες; την είχε ρωτήσει η ..."

Άνοιξε η πόρτα. Έστησε το κορμί της όρθιο, σήκωσε το κεφάλι και χαμογέλασε αχνά στον φωτογράφο χωρίς να αφήσει το μολύβι.
Πώς σου φαίνομαι; τον ρώτησε.
Ο άντρας της την κοίταξε.
Σαν μαθήτρια του Δημοτικού, σκέφτηκε.
Δεν της το είπε. Δεν ήξερε πώς θα το έπαιρνε.
Πολύ ωραία είναι, της είπε μόνο. Σου πάνε.
Έφυγε, να τσιμπήσει κάτι και να πάρει έναν υπνάκο.

Τέλειωσε αυτό που έγραφε.
"...Πού την έχω καταχωνιάσει εκείνη τη φωτογραφία;"
Ύστερα δίπλωσε το χαρτί, άφησε δίπλα το μολύβι, σηκώθηκε κι άρχισε να ψάχνει τα συρτάρια. Ξεφύλλισε όλα τα παλιά άλμπουμ. Πήρε τη σκάλα, ανέβηκε στο πατάρι, άνοιξε τις κούτες. Τίποτα.
Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και προσπάθησε να κρατήσει τα δάκρυά της.

Πού το έχω καταχωνιάσει εκείνο το κορίτσι;


Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Η ΣΚΑΛΑ



Ήταν ακουμπισμένη με το πλάι στον τοίχο κι έβγαζε σε μια τρύπα στο ταβάνι. Ήταν μια σκάλα που δεν την ανέβαινε κανείς. Μπροστά της στέκονταν η ψάθινη πολυθρόνα της γιαγιάς μου. Επίτηδες την έβαζε εκεί. Γιατί αυτή η γιαγιά ήταν σκληρή και άκαρδη. Είχε στην τσέπη μια μουτσούνα. Την έβγαζε συχνά, τη φόραγε και σε κοιτούσε. Το μάτι άγριο, σου πάγωνε το αίμα. Μπορούσε να σου απαγορεύσει να αναπνέεις. Να κοιτάξεις. Σίγουρα σου απαγόρευε να ανεβείς τη σκάλα.
Καμιά φορά, όπως καθόταν, την έπαιρνε ο ύπνος και ροχάλιζε σαν δράκος που φυλάει τη σπηλιά του. Νυχοπατώντας τότε πήγαινα στο πλάι, έγερνα λίγο το κεφάλι και κοίταζα ψηλά στη μαύρη τρύπα. Η τρύπα αυτή ήταν στόμα. Φαφούτικο, μουρμούραε μόνο κι έτρεμε το σπίτι. Έστηνα αυτί και άκουγα. "Έλα...έλα..."
Μα δεν μπορούσα. Ποτέ δεν σηκωνότανε απ' την πολυθρόνα η γριά, εκεί κοιμόταν.
Τη νύχτα έβγαινα κρυφά από το δωμάτιό μου. Έπεφτα στα γόνατα, παραμέριζα τα φουστάνια της και σερνόμουν κάτω από την πολυθρόνα. Καθόμουν στο πρώτο σκαλί, προσεκτικά, μην τρίξει και ξυπνήσει ο δράκος. Στο σκοτάδι έστηνα αυτί και άκουγα το σαράκι να τρώει το ξύλο. Επίμονα, φιλότιμα.
Έτσι είναι τα σαράκια, δεν έχουν τίποτα άλλο στο μυαλό τους. Τρώνε και τρώνε, να μη μείνει τίποτα. Κανένα ίχνος που να λέει, να, εδώ υπήρχε κάποτε μια σκάλα.

Θα σας το πω τώρα. Δεν ειμαι σίγουρος. Ποτέ δεν είμαι. Αυτή η σκάλα ίσως δεν υπήρξε. Όμως, από την άλλη, τη θυμάμαι. Μπορώ να σας την περιγράψω σαν να είναι αλήθεια. Και μόλις γίνει αυτό, μόλις σας πείσω, τότε η σκάλα αυτή θα υπάρξει. Τότε και μόνο τότε.

Μια φορά, τόλμησα και ανέβηκα ως τη μέση. Και κοίταξα, και είδα αμυδρά όσα είχε καταπιεί από παλιά, πολύ παλιά, το κατασκότεινο ξεδοντιασμένο στόμα. Σκόνη κι αράχνες, έπιπλα διαλυμένα, ρούχα, στρώματα, ένα σεντούκι. Όλα όσα αρμόζουν σε σοφίτα. Και μια κιθάρα. Οι χορδές της κρέμονταν χαλαρές, σπασμένες. Ήχησε, με τον ήχο που έχει μια κιθάρα κλεισμένο μέσα της και περιμένει να ακουστεί, αρκεί να την κοιτάξεις.

Πέρασαν από τότε πολλά χρόνια. Γκρεμίστηκε το σπίτι, το ξανάχτισαν, ο δράκος έχει πια πεθάνει. Όλα θα ξεχαστούν. Όλα φτιαγμένα από άμμο, ριγμένα σε μια αδυσώπητη κλεψύδρα. Κι όσο περνάει ο καιρός κυλούν οι κόκκοι, λιώνουν τα πράγματα και σβήνουν. Κι εγώ που ακόμα λαχταρώ να την ανέβω, ούτε που υπάρχει πια κανείς για να μου πει "ναι, εκείνη η σκάλα, τη θυμάμαι".

Αν δεν πιστέψετε κι εσείς ότι υπήρξε αυτή η σκάλα, ποτέ δεν θα υπάρξει. Θα είναι για πάντα μια πλάνη, φτιαγμένη από την άμμο των ονείρων, και θα χαθεί κι αυτή σε εκείνη την κλεψύδρα. Θα ξεχαστεί κι εγώ θα μείνω εκεί στη μέση της για πάντα, να ακούω το σαράκι της.
Αν τύχει και σας πείσω, θα το καταλάβω. Και σας υπόσχομαι να την ανέβω μέχρι πάνω. Θα χωθώ στη μαύρη τρύπα, θα συμμαζέψω τα πράγματα, θα κουρδίσω την κιθάρα. Ύστερα, θα ανοίξω εκείνη την κασέλα και θα σας διηγηθώ όλα όσα βρω εκεί μέσα.


Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

ΤΟ ΦΛΟΥΡΙ



"Θα μου δείξεις πού θα το βάλεις, να το τύχω;" παρακαλούσε η μικρή τη μάνα της για το φλουρί. "Όχι", της έλεγαν, "δεν είναι σωστό".
Τύλιγαν δυο νομίσματα με αλουμινόχαρτο και τα έχωναν κρυφά στην πίτα. Σημάδευαν τα σημεία με ένα ελατάκι ή έναν Αη-Βασίλη κι ύστερα την πασπάλιζαν με ζάχαρη άχνη, να χαθεί κάθε ίχνος. Κι όταν έφτανε η ώρα και κόβανε την πίτα, "αυτό είναι του μπαμπά, της μαμάς, της γιαγιάς, του Χριστού, του φτωχού, ..." κάθε χρονιά, τι περίεργη τύχη, τα δυο παιδάκια βρίσκανε στο κομμάτι τους κι από ένα φλουρί.
"Φοβερή τύχη, να πέφτει σ' εμάς κάθε φορά!" θαύμαζε ο μεγάλος.
Κι έτσι άρχιζε με γέλια και χαρά ο καινούργιος χρόνος.

Μια ιεροτελεστία, μια αθώα σκευωρία, λίγο να σπρώξουνε την τύχη εκεί που πρέπει, να καλοπιάσουνε το χρόνο να 'ναι γλυκός με τα παιδάκια, να βάλουνε το χέρι τους όσο μπορούν να εξευμενίσουν το άγνωστο, τίποτα να μην τους λείψει, τίποτα να μην τα πληγώσει, μόνο αυτό το γέλιο να κρατήσει, η λάμψη αυτή στα μάτια τους.

Θα φύγουν κάποτε. Θα έρθουν Πρωτοχρονιές που θα περνάνε χώρια. Μα αυτοί όσο μπορούν και φτιάχνουνε τη βασιλόπιτα, κι ας είναι μόνοι τους, θα βάζουν πάντα δυο νομίσματα. Κι όταν την κόβουν τα μεσάνυχτα, τι περίεργη τύχη, πάντα θα πέφτουν τα φλουριά στα δυο παιδιά που λείπουν. Θα κοιτάζονται και θα γελάνε συνωμοτικά, όπως τότε.
Και τα παιδιά, ό,που κι αν βρίσκονται, ίσως να το διαισθάνονται εκείνη τη στιγμή, ίσως να θυμούνται, κι αν τους ξεφύγει κι αυτών ένα γέλιο και κάποιος τα ρωτήσει, θα πουν πως απλά χαίρονται γιατί τους έτυχε και φέτος, όπως πάντα, το φλουρί, και σίγουρα θα πάει καλά η χρονιά τους. Ναι, σίγουρα θα πάει καλά η ζωή τους.


Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

ΓΚΡΙΖΑ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ (2)




ΠΡΟΣΕΧΩΣ:


DAS CABINET DES DR. CALIGARI (Robert Wiene, 1920)

THE KID (Charlie Chaplin, 1921)

PSYCHO (Alfred Hitchcock, 1960)

THE EXORCIST ( William Friedkin, 1973)

SCARFACE (Brian De Palma, 1983)



 (Συνέχεια από ΓΚΡΙΖΑ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ)



Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Ο ΚΑΙΡΟΣ




Ούτε να κεντήσει έβλεπε, ούτε να πλέξει. Έτσι κι αλλιώς όσα προικιά είχε κάνει στη ζωή της τα έτρωγε ο σκώρος στις κασέλες. Κάτι πουλόβερ, άλλα ξεχειλωμένα, άλλα λιωμένα στους αγκώνες, ζούσαν ακόμα στις ντουλάπες χάρη στη μεγαλοθυμία των παιδιών της. "Ναι, ρε μάνα, εδώ το 'χω, δες, το φοράω πότε πότε". Μην τη στεναχωρήσουν. Κι όποτε ερχόταν έβγαζαν κι ένα σεμεδάκι και το άπλωναν στο σαλόνι ή έστρωναν στα κρεβάτια των παιδιών τα σεντόνια που είχε κεντήσει με ένα φτιαγμένο με χρωματιστά λουλούδια "σ' αγαπώ".

Τίποτα δεν ζητούσε. Να βοηθήσει δεν μπορούσε πια. Δοκίμαζε καμιά φορά να μαγειρέψει. Πότε ανάλατο και πότε λύσσα το φαΐ. Την αποπήρανε δυο τρεις φορές, πάει, το παράτησε κι αυτό. Έβρισκε μια γωνιά κι έβαζε την καρέκλα της και κάθονταν.

Η μεγάλη πόλη ήταν γι' αυτήν ένας ξένος κόσμος. Έβγαινε στο μπαλκόνι κι έκθαμβη κοίταζε τους άλλους στα δικά τους μπαλκόνια, πώς είχαν τακτοποιήσει έτσι τη ζωή τους στα κουτιά τους, σαν να κοιτούσε ένα άλυτο αίνιγμα.
Να βγει στο δρόμο; Έτρεμε. Μα έσφιγγε τα δόντια και πήγαινε από το ένα παιδί στο άλλο. Ώσπου τα πόδια της δεν την κρατούσαν πια και το σταμάτησε.

Τα βράδυα στήνονταν στην τηλεόραση. Δεν έβλεπε τα σήριαλ, τις ταινίες, ούτε τις ειδήσεις. Μόνο περίμενε ανυπόμονα να ακούσει τον "καιρό". Να μάθει τι καιρό θα κάνει στο χωριό της. Αν είχε ξηρασία, ανησυχούσε. Ποιος θα ποτίσει το περβόλι; Πάνε τα αμπέλια, στέναζε, θα ξεραθούν. Κι αν έβρεχε πολύ, ποιος θα τα ράντιζε να μην τα πιάσει ο περονόσπορος; Κι αν έμπαιναν νερά στο σπίτι;

Ύστερα κάθονταν εκεί αμίλητη κι έβλεπε ένα καράβι που έρχονταν φωτισμένο στο παράθυρο. Αν είχε πει ο "καιρός" πως θα είχε αέρα δεν ταξίδευε, φοβόταν. Αν όχι, έπαιρνε το καράβι κι έφευγε, ταξίδευε γλυκά γλυκά, ώσπου την έπαιρνε ο ύπνος στην καρέκλα, και περιμέναμε να φτάσει, δεν την ξυπνούσαμε, να δει ότι όλα είναι εντάξει σπίτι της, δεν μπήκανε νερά από τον τοίχο, και το ταβάνι στέκει ακόμα.


Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

ΜΙΚΡΗ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ



Μια όμορφη μέρα του Φθινόπωρου σκαλίζοντας τα κίτρινα φύλλα που σκέπαζαν το πάρκο ένα μικρό παιδί ξέθαψε ένα στρατιωτάκι που είχε χάσει πολλά χρόνια πριν εκείνος ο γέρος που ψάχνοντας στα σκουπίδια που ξεχείλιζαν στον κάδο παραδίπλα βρήκε ένα κουτί και μέσα μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Στη φωτογραφία μια γυναίκα κοιτούσε τη θάλασσα γερμένη στην άμμο, ένα μικρό παιδί έπαιζε με ένα στρατιωτάκι κι ο αέρας σκόρπιζε τις φωτογραφίες από το κουτί που κρατούσε ανοιχτό στα χέρια του ένας γέρος,

"Αυτή είναι η μάνα μας", είπε ο γέρος στο παιδί και του έδειξε. "Αυτό το αγόρι είμαι εγώ κι αυτός ο γέρος είσαι εσύ".

Αντάλλαξαν τα ευρήματά τους κι έφυγαν.
Βράδιασε και το πάρκο ερήμωσε. Ήρθαν εργάτες του δήμου και σάρωσαν τα φύλλα και το σκουπιδιάρικο άδειασε τον κάδο κι έφυγε.
Ύστερα τίποτα.


Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

ΤΟ ΠΥΡΑΥΛΑΚΙ



Αυτή είναι μια αληθινή ιστορία. Είχα ένα πυραυλάκι κάποτε. Από αυτά τα πλαστικά με τα καψούλια, οι πιο μεγάλοι θα θυμούνται. Κόκκινο. Ξεβίδωνες την κορυφή τους, έβαζες στην υποδοχή που είχε στο κάτω μέρος ένα καψούλι - αυτά τα πλαστικά σφαιράκια που βάζαμε και στα πιστόλια-, την ξαναβίδωνες. Στην άκρη είχε ένα έμβολο, ένα σιδεράκι. Πετούσες το πυραυλάκι ψηλά, αυτό έπεφτε με τη μύτη, το έμβολο χτυπούσε το καψούλι κι έσκαγε.
Τα καψούλια κόστιζαν, όσο να 'ναι. Σκαρφιστήκαμε άλλο κόλπο. Βγάζαμε το σιδεράκι και στη θέση του βάζαμε ένα καρφί. Πετάγαμε πάλι ψηλά το πυραυλάκι, όσο πιο ψηλά μπορούσαμε, έπεφτε με τη μύτη αυτό και καρφωνότανε στο δρόμο.
Μια μέρα, κάτι πήγε άσχημα στην πτήση. Πέταξα ψηλά το πυραυλάκι, πολύ ψηλά όμως, είχε και ήλιο και με στράβωνε, δεν το έβλεπα, δεν πρόλαβα να καλυφθώ. Στην προσγείωση ήρθε και καρφώθηκε στο κεφάλι μου. Έμεινε εκεί και ταλαντεύονταν με χάρη. Με κουρεμένο το κεφάλι μου γουλί, ωραίος θα φαινόμουν. Σήκωσα το χέρι, το τράβηξα, το έβγαλα και πήγα στη μάνα μου. "Πονάει το κεφάλι μου", της λέω. "Γιατί" μου λέει, "τί έπαθες;" "Μου έπεσε στο κεφάλι ένας πύραυλος". Είδε την τρυπουλίτσα στο κεφάλι μου μα μάλλον δεν κατάλαβε ακριβώς. Γιατί μου έβαλε μόνο λίγο ιώδιο με το μπαμπάκι και με ξαπόστειλε.

Εκείνο το βράδυ είδα ένα όνειρο. Πως κάποιος πύραυλος προσγειώθηκε σε έναν μικρό πλανήτη με αραιή, χαμηλή βλάστηση. Άνοιξε η πόρτα και βγήκαν όλοι οι φίλοι μου. Ο Τζιμ Άνταμς, ο Γκαούρ, ο Ζαγκόρ, ο Λέμμυ Κώσιον, ο ντετέκτιβ Χ, το Γεράκι, ο Γιώργος Θαλάσσης, ο Παράξενος Αδάμ, ο Άγιος, ο Φαντομάς, ο Μπλεκ, ο Γερόλυκος, ο Νυχτερίδας, ο Υδατάνθρωπος κι ένα σωρό άλλοι. Κατέβηκαν σε ένα πηγάδι, χάθηκαν, κι ύστερα ο πύραυλος απογειώθηκε και ξύπνησα.
Μετά είδα κι άλλο. Πως μόλις έπεσε λέει το καρφί, έσκασε το κεφάλι μου σαν μπαλόνι.
Ή πως όταν το τράβηξα άρχισε το κεφάλι μου να ξεφουσκώνει. Ξεφούσκωνε, ξεφούσκωνε, ώσπου δεν έμεινε πια τίποτα. Ξύπνησα κι ούτε έβλεπα, ούτε άκουγα, ούτε μιλούσα.
Ή, σε άλλη παραλλαγή, ακόμα χειρότερη, πως ξεφούσκωνα ολόκληρος, με τόση δύναμη που πεταγόμουν πέρα δώθε σπαστικά και χτύπαγα στους τοίχους όπως κάνουν τα μπαλόνια όταν τα φουσκώνεις και τα αφήνεις.
Με τον καιρό έπαψαν τα όνειρα, ξεχάστηκε το περιστατικό.

Τείνω τώρα να πιστέψω πως όταν τράβηξα το πυραυλάκι συνέβη κάτι τρομερό κι ανεπανόρθωτο. Κάποια ζημιά ανεπαίσθητη αρχικά, που με τα χρόνια επιδεινώθηκε.
Δεν είναι μόνο που ακούω φωνές από το υπερπέραν, οι περισσότεροι ακούν κι ας μην το παραδέχονται, έτσι δεν είναι; Δεν είναι; Τέλος πάντων. Είναι που κάποιες φορές, ενώ το σώμα μου είναι εδώ, το μυαλό μου σαν να ταξιδεύει και να σκορπίζεται στο σκοτεινό διάστημα. Σαν να είναι τρύπιο το κεφάλι μου, όλες οι λέξεις μου έχουν χαθεί, ψάχνω και δεν βρίσκω καμιά τους. Κι ύστερα ξαφνικά γυρνάνε μαζεμένες, τόσο πολλές που στριμώχνονται και φρακάρουν και γίνονται όλες μια μάζα και δεν μπορώ να τις ξεχωρίσω. Το αποτέλεσμα ίδιο.

Γι' αυτό, ήθελα να σας πω, μη με παρεξηγείτε αν καμιά φορά φέρομαι λίγο παράξενα και σας κοιτάζω σιωπηλός, σαν να είμαι αλλού ή να μη σας βλέπω. Να θυμάστε μόνο τούτο. Κάποτε έπεσε ένας πύραυλος στο κεφάλι μου.


Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Η ΑΡΑΒΩΝΙΑΣΤΙΚΙΑ ΤΟΥ ΑΕΡΟΠΟΡΟΥ



Τέλη Ιούνη ήταν, χρόνια πριν. Η πανσιόν μακρυά από το χωριό, οι ένοικοι λιγοστοί. Ένας μονόχνωτος συνταξιούχος, ένα ζευγάρι ερωτευμένων Γάλλων, μια γριά Αγγλίδα, κι εγώ.
Έφτασα αργά το απόγευμα. Αφού τακτοποίησα τα πράγματά μου, πήγα και κάθισα σε ένα από τα τραπεζάκια που είχαν στήσει στην άμμο. Έπινα την κρύα μπύρα μου και χάζευα τους άλλους. Ο συνταξιούχος είχε αράξει στο μπαλκόνι του και διάβαζε εφημερίδα. Πιο πέρα οι Γάλλοι είχαν βρει ένα κουβαδάκι κι έπαιζαν. Αυτός έφτιαχνε πύργους κι αυτή τους χάλαγε γελώντας σκανταλιάρικα κι όταν δήθεν τη μάλωνε του έδινε ένα φιλί και του έλεγε γλυκόλογα. Η Αγγλίδα, σε ένα τραπέζι παραδίπλα, είχε ακουμπήσει το κεφάλι στα ρυτιδιασμένα χέρια της κι είχε τα μάτια της στραμμένα προς τη θάλασσα. Ακίνητη, προσηλωμένη.
Όταν πια έπεσε το φως, ο συνταξιούχος μπήκε στο δωμάτιό του και δεν ξαναφάνηκε, οι ερωτευμένοι πήραν αγκαλιασμένοι το χωματόδρομο για το χωριό, η γριούλα σηκώθηκε και μπήκε στην πανσιόν βαδίζοντας με δυσκολία, με πόδια που έτρεμαν.
Πήγα στο δωμάτιό μου, διάβασα λίγο και ύστερα έπεσα να κοιμηθώ. Μάταια, δεν είχα ύπνο. Η ζέστη αφόρητη. Σηκώθηκα και με ένα μπουκάλι ούζο στο χέρι πήρα το μονοπάτι για τη διπλανή αμμουδιά. Σε δέκα λεπτά είχα φτάσει.
Ωραία φώτιζε το φεγγαράκι. Λαμπύριζε ασημένια ο δρόμος του όπως λικνίζονταν στον ελαφρύ κυματισμό, κοιμόνταν τα ψαράκια ήσυχα. Στην άκρη ο φλοίσβος ελαφρύς, ίσα να ακούγεται. Όλη η φύση ησυχασμένη. Μα η τόση σιωπή με τρόμαξε, κι ήρθε και με έπιασε μια δυσθυμία. Η μια μετά την άλλη, σκέψεις στενάχωρες με έκαναν να μελαγχολήσω. Έγειρα πίσω, ξάπλωσα στην άμμο, κάτω από το μεγάλο αρμυρίκι. Σκόρπιες εικόνες ήρθαν στο μυαλό μου, κουβέντες ξεχασμένες, στιγμές που θα ήθελα να ήταν στο χέρι μου και να τις σβήσω, πράγματα που μετάνιωνα γιατί τα είχα ή δεν τα είχα κάνει, έρωτες που δεν φτούρησαν, φιλίες που ξέφτισαν, άνθρωποι που έφυγαν ή πέθαναν. Μαύρες κι άχαρες σκέψεις, τέτοιες μου έρχονταν. Εκεί, καταμεσής στην ερημιά. Κι άνοιγα το μπουκάλι το ούζο κι έπινα μια γουλιά, το έκλεινα, έπινα πάλι, ώσπου άδειασε. Και ήμουν πια σίγουρος πως το φεγγάρι με κοιτούσε και πως τα κυματάκια μίλαγαν για μένα.
Τότε είδα ξαφνικά εκείνη την κοπέλα. Είχε έρθει εκεί μπροστά μου δίχως να την καταλάβω. Ούτε κι αυτή με είχε δει, έτσι καλά κρυμμένος που ήμουν στο αρμυρίκι. Στάθηκε στην ακρογιαλιά, τα πόδια της να βρέχονται. Μετά έβγαλε το φουστάνι της, το πέταξε στην άμμο κι ολόγυμνη προχώρησε στη θάλασσα. Ήταν τόσο όμορφη όπως διαγράφονταν στο φεγγαρόφωτο η μορφή της, που μου κόπηκε η ανάσα. Σαν μαγεμένος την κοιτούσα. Προχώρησε αργά ώσπου χάθηκε στο νερό το σώμα της κι έμεινε μόνο το κεφάλι με τα μακριά ίσια ξανθά μαλλιά της, να κολυμπάει προς τα βαθιά, εκεί που έπλεε μια σημαδούρα.
Και είδα τότε, δεν με γέλασαν τα μάτια μου, είδα ένα άλλο κεφάλι να αναδύεται δίπλα στη σημαδούρα και να έρχεται κοντά της. Έσμιξαν τα δυο κεφάλια και φιλήθηκαν. Ναι, ήταν μακρυά μα το είδα, φώτιζε ωραία το φεγγάρι, είδα τα χέρια της να τυλίγονται στο λαιμό του και τα δικά του να χαϊδεύουν τα μαλλιά της και να φιλιούνται, και άκουσα τους στεναγμούς τους. Και το φεγγάρι είχε στραφεί και τους κοιτούσε, ως και τα κυματάκια σώπασαν και έστησαν αυτί.
Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε. Είχε χαθεί κάθε αίσθηση του χρόνου. Ούτε και πού βρισκόμουν ήξερα καλά καλά. Κάποια στιγμή αυτή άρχισε να κολυμπάει προς την ακτή. Κρύφτηκα, δεν είχα πια καιρό να φύγω μα ούτε και ήθελα, κάτι με κρατούσε εκεί, και κούρνιασα πίσω από το αρμυρίκι μου. Κι όταν ώρα μετά τόλμησα να σηκώσω το κεφάλι, την είδα να στέκεται σαν οπτασία εκεί μπροστά στο κύμα και να γνέφει αντίο με το χέρι. Και στη θάλασσα τίποτα δεν υπήρχε πια, μόνο η σημαδούρα εκείνη.
Όταν έβαλε το φουστάνι της και ξεκίνησε να φύγει, σηκώθηκα και την ακολούθησα από απόσταση. Βάδιζε γρήγορα στην άμμο, δρασκέλιζε επιδέξια τα βραχάκια, πήρε με άνεση το μονοπάτι. Με δυσκολία την πρόφταινα. Ήταν βαριά τα πόδια μου σαν την ψυχή μου, πρόσεχα και να μη με δει. Όταν χάθηκε στην τελευταία στροφή πριν το ξενοδοχείο, ήρθε ένα σύννεφο και έκρυψε για λίγο το φεγγάρι. Έστριψα και είδα πάλι τη σκιά της να κατηφορίζει μα τώρα ένιωσα σαν κάτι να μην πήγαινε καλά κι ας μη μπορούσα ακόμα να το προσδιορίσω. Βγήκε το φεγγαράκι πάλι και τότε συνειδητοποίησα τί ήταν αυτό. Κάπως σαν να άλλαζε όπως προχωρούσε. Το σώμα της είχε ζαρώσει και κυρτώσει, το βήμα της γινόταν ασταθές και περπατούσε πια αργά και δύσκολα. Ήταν ιδέα μου; Επιτάχυνα το βήμα μου και στη μάντρα του ξενοδοχείου την πρόφτασα. Της έπιασα το τρεμάμενο ισχνό μπράτσο και τη βοήθησα να ανέβει το σκαλί και τότε η γριά Αγγλίδα γύρισε και μου χαμογέλασε γλυκά και με ευχαρίστησε και είδα που το βλέμμα της ήταν υγρό όπως υγρά ήταν και τα κάτασπρα μαλλιά της που είχαν μουσκέψει το φουστάνι της στους ώμους. Δεν μου έριξε δεύτερη ματιά, πήγε στο δωμάτιό της και δεν την ξανάδα γιατί έφυγε την άλλη μέρα πρωί πρωί. Πήρε το καραβάκι κι έφυγε.
Δεν είπα σε κανένα τίποτα, θα με περνούσαν για τρελό. Ίσως μες στη ζαλάδα μου την είχα χάσει, σκέφτηκα, και ακολούθησα λάθος σκιά
Έπιασα επιδέξια την κουβέντα με τον ξενοδόχο. "Αυτή η γριούλα", μου είπε εμπιστευτικά, "ήταν η αρραβωνιαστικιά εκείνου του πιλότου. Ξέρεις, του αεροπλάνου που είναι βυθισμένο κάτω από τη σημαδούρα. Έρχεται κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, επέτειο του χαμού του, μένει μια μέρα μόνο, σαν προσκύνημα, κι ύστερα φεύγει. Κάθε χρόνο ανελλιπώς, τουλάχιστον όσο καιρό είμαι εγώ εδώ. Αθάνατος έρωτας".
Άνοιξε το συρτάρι και μου έδειξε μια παλιά φωτογραφία. Ανατρίχιασα. Ένα νεαρό ζευγάρι ήταν καθισμένο σε ένα παγκάκι. Πίσω τους για ντεκόρ είχε ζωγραφισμένο ένα τοπίο με πρασινάδες. Είχαν κι οι δυο στραμμένο ελαφριά το σώμα και κοιτάζονταν στα μάτια. Ο αεροπόρος και, σωστά μαντέψατε, η κοπέλα που είχα δει στην παραλία.
Την επόμενη χρονιά, ίδια μέρα, ξαναπήγα. Οι Γάλλοι κι ο συνταξιούχος ήταν εκεί, μαζί και κάποιοι άλλοι. Ρώτησα για τη γριούλα και μου είπε ο ξενοδόχος πως δεν θα ξανάρθει, τον είχαν ειδοποιήσει ότι πέθανε. Τη νύχτα πήγα στην παραλία εκείνη, νηφάλιος αυτή τη φορά, ξάπλωσα στο αρμυρίκι και περίμενα με τις ώρες. Άδικα, τίποτα δεν συνέβη. Άδεια η αμμουδιά, τα κυματάκια παίζαν μεταξύ τους, το φεγγαράκι κοίταζε αδιάφορο αλλού. Μα το ήξερα από πριν πως τίποτα δεν θα γινόταν, σίγουρος ήμουν. Ο μυστηριώδης κολυμβητής που είχα δει εκείνη τη νύχτα, με την κάσκα του αεροπόρου στο κεφάλι, δεν πρόκειται να αναδυθεί ποτέ ξανά από το βυθό.

(Η ιστορία αυτή με έχει στοιχειώσει. Είχα σκοπό να μην τη γράψω ποτέ, να την κρατήσω για τον εαυτό μου, μέχρι να την ξεχάσω. Μα ένας καλός φίλος, που έτυχε να δει στη βιβλιοθήκη μου εκείνη τη φωτογραφία που βούτηξα κρυφά από τον ξενοδόχο, επέμενε εδώ και καιρό να του διηγηθώ την ιστορία της. Αυτός τουλάχιστον θα με πιστέψει).


Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

ΤΟ ΚΑΡΠΟΥΖΙ



Ανοίγω το ψυγείο. Μέσα έχει ένα καρπούζι. Από αυτά τα σκουροπράσινα και στρογγυλά. Μικρό καρπούζι.
Είχα μια υδρόγειο κάποτε, ίδιο μέγεθος. Ευρώπη - Αμερική μια παιδική σπιθαμή δρόμος. Χάρη σ' αυτήν, πριν φύγω ακόμα από το νησί, χόρτασα ταξίδια. Καρπούζια όχι, μα δεν μ' ένοιαζε.

Το αγγίζω κι είναι παγωμένο. Έτσι πρέπει να τρώγεται ένα καρπούζι.
Μπορείς βέβαια να το έχεις ακουμπήσει πριν στη σκιά δίπλα στο βράχο και να έχεις στερεώσει δυο τρεις πέτρες γύρω του. Αν δεν στο πάρει η θάλασσα ή δεν κομματιαστεί από το κύμα, ακόμα κι αν δεν είναι κρύο δεν θα σε νοιάζει, εύκολα θα φαντάζεσαι ότι είναι.

Τώρα είναι πάνω στο τραπέζι. Μαχαίρι και πιρούνι σε ένα πιάτο, δίπλα χαρτοπετσέτες. Είναι απαραίτητες οι χαρτοπετσέτες όταν τρως καρπούζι.
Εκτός κι αν είσαι σε μια αμμουδιά και κάθεσαι εκεί που σκάει το κύμα και τρέχουν τα ζουμιά και δε σε νοιάζει, τα ξεπλένει η θάλασσα, κι είσαι γύρω στα είκοσι, δίπλα σου αυτή, ακουμπάν τα πόδια κι οι αγκώνες σας, γελάτε, κανείς δεν είναι γύρω, είστε οι μόνοι άνθρωποι στον κόσμο.

Ο ήχος που κάνει το καρπούζι όταν καρφώνεις το μαχαίρι και το κόβεις και σκάει αυτό, θριαμβευτικά, σαν ανυπόμονο να ανοίξει. Κι όταν χώνεις τα δόντια στη σάρκα του κι είναι όσο πρέπει ζουμερό και τραγανό, τι ήχος πάλι!
Ήχος από τζιτζίκια, χελιδόνια, στάχυα, φλοίσβος μικρών κυμάτων, αρμυρίκια, κοχύλι στο αυτί, σύρσιμο σαύρας στην ξερολιθιά, σεντόνια που τσαλακώνονται από σώματα, σώματα με ιδρώτα, άμμο και αλάτι.

Κατακόκκινο είναι. Σχεδόν με προκαλεί. Σαν σώμα που φωνάζει "πάρε με" είναι. Να σκύψω και να το δαγκώσω και να ρουφήξω τους χυμούς του με κλειστά τα μάτια.
Μετά θα θες να τη φιλήσεις. Κι αυτή θα θέλει. Αμέσως μετά όμως, όταν κολλάει ακόμα το στόμα από τη ζάχαρη. Οι πολύ ερωτευμένοι θα δαγκώσετε το ίδιο κομμάτι μέχρι να σμίξουν τα χείλη και οι γλώσσες. Με κλειστά τα μάτια.

Πέφτει το βράδυ. Το βράδυ τα καρπούζια είναι κάπως μελαγχολικά, δεν κάνουν δίχως ήλιο, να το ξέρετε.

Μιλώντας για καρπούζια, θα ήθελα κάποτε, όταν μεγαλώσω (κι άλλο), να ταξιδέψω πάλι στην υδρόγειο. Κι αφού δω όσα έχω να δω, να γίνω ναυαγός. Να με ξεβράσουνε τα κύματα σε μια αμμουδιά και να προβάλλουν από το δάσος με τις φοινικιές οι ιθαγενείς. Οι άντρες με βρακιά και μακριά κοντάρια και οι γυναίκες με φούστες από χόρτα και γυμνόστηθες. Θα με πάρουν στο χωριό τους και θα μου προσφέρουν φρούτα. Θα ανοίξω ένα καρπούζι στα δυο και θα είναι το ένα κομμάτι η βάρκα της ζωής μου, και τα κουκούτσια εγώ και οι συνταξιδιώτες μου. Και θα δακτυλοδείχνω τα κουκούτσια και θα τους διηγηθώ με ονόματα και διευθύνσεις ποιοι λιποτάκτησαν στα δύσκολα και με εγκατέλειψαν και ποιοι στασίασαν και με έριξαν στην άλλη βάρκα να παλεύω μόνος μου με τα κύματα. Όπως στη Ναυτική Ανταρσία. Και θα συγκινηθούν οι ιθαγενείς με τη δακρύβρεχτη ιστορία μου και θα με κάνουν βασιλιά τους σε ένδειξη σεβασμού, και όλες οι γυναίκες θα θέλουν να με παρηγορήσουν στην αγκαλιά τους. Και θα καθόμαστε στην ακροθαλασσιά και θα τρώμε καρπούζια.

Το καρπούζι είναι πάλι στο ψυγείο. Κομμένο στα δυο αλλά ανέγγιχτο. Πάνω στο τραπέζι είναι τώρα τρία κουκούτσια από βερίκοκα. Είναι ωραία τα βερίκοκα, όχι όμως σαν καρπούζι. Ούτε καν μιλάνε.



Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝΤΡΟ



Ήτανε μια φορά κι ένα καιρό, ένας άνθρωπος που έγινε δέντρο. Δεν το είχε σχέδιο. Εκεί που περπατούσε σκεφτικός, έβγαλε ρίζες ξαφνικά που χώθηκαν στη γη, και ύστερα κλαδιά και φύλλα. Κι έμεινε εκεί για πάντα. Του άρεσε.

Ο άνθρωπος δέντρο δεν φοβότανε το μέλλον. Τίποτα δεν φοβόταν. Άπλωνε τα κλαδιά στον ήλιο κι έρχονταν κοτσύφια. Και λοιδορούσε όσους ξαπόσταιναν στη σκιά του κι ύστερα έφευγαν γι' αλλού. "Πού πάτε", φώναζε, "είναι σκληρός ο κόσμος, θα χαθείτε εκεί που πάτε". Και γελούσε.

Ο άνθρωπος δέντρο ήταν σίγουρος. "Το χώμα μ' αγαπάει. Με νοιάζεται. Σφίγγει τις ρίζες μου γλυκά, με θρέφει".
Το χώμα δεν μιλούσε, άκουγε μόνο. Κι αφουγκραζόταν, κάθε που έπεφτε η βροχή και το ξεδίψαγε, που του ψιθύριζαν τα ρυάκια της, "έλα να πάμε ως τη θάλασσα, έλα, έλα..."

Ο άνθρωπος δέντρο ήθελε τη γαλήνη. Του φαίνονταν ωραίος ο κόσμος του κι ας ήταν πάντα ο ίδιος. Αρκούσε που περνούσαν οι εποχές κι άλλαζε κάπως το τοπίο. "Ο χρόνος είναι με το μέρος μου", έλεγε στους περαστικούς. "Εδώ ο χρόνος είναι κυκλικός, κι εγώ είμαι το κέντρο του".

Το χώμα όμως δεν ησύχαζε. Και ήρθε ο καιρός και το πήρε απόφαση να ταξιδέψει. Κουράστηκε συνέχεια στο ίδιο μέρος, ζήλεψε το ταξίδι του νερού, ονειρεύτηκε τη θάλασσα. Χαλάρωσε, άφησε να το παρασέρνουνε τα ρυάκια και έφευγε σιγά σιγά αφήνοντας γυμνές τις ρίζες.

Ο άνθρωπος δέντρο το ένοιωσε. Μα δεν φοβήθηκε. "Οι ρίζες μου είναι γερές", σκεφτόταν, "το χώμα είναι βαθύ". Πέσαν τα φύλλα του, γέμισε ρόζους, στέγνωσε, έσκασε το κορμί του και στην κουφάλα που άνοιξε μπαινόβγαιναν ποντίκια και τον έτρωγαν. Στρούφιξαν τα κλαριά, χώθηκαν μέσα του. Πόνεσε τότε και φοβήθηκε. Κι ύστερα φύσηξε ένα ελαφρύ αεράκι, έγειρε κι έπεσε. Στην πρώτη δυνατή βροχή τον πήρε ο χείμαρρος μακρυά.

Και θα σκεφτόταν σίγουρα αν μπορούσε να σκεφτεί, τόσο ανόητος ήταν, "να! ακόμα ταξιδεύουμε μαζί, το χώμα που μ' αγάπησε κι εγώ". Μα δεν μπορούσε πια να σκεφτεί τίποτα, ένα άθλιο κούτσουρο ήταν που παράδερνε στο ρέμα, που γκρεμοτσακιζόταν άτσαλα και χτύπαγε με ορμή στα βράχια, ώσπου έγινε μικρά μικρά κομμάτια.

Δεν έζησε καλά ο άνθρωπος δέντρο, εμείς θα ζήσουμε καλύτερα.