Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2018

Ο ΣΠΙΘΑΜΑΡΗΣ


Τον είδα ξανά τις προάλλες να κόβει βόλτες στα φύλλα ενός αναρριχητικού και να καμώνεται όταν τον άγγιξα πως είναι ένα ξερό κλαράκι. Η κάμπια-“γεωμέτρης” (ή σπιθαμάρης όπως τον λένε στο χωριό μου) πάντα μου προκαλούσε ενδιαφέρον με την ιδιαιτερότητα της κίνησής του. Μόλις πρόσφατα έμαθα ότι είναι η κάμπια ενός είδους νυχτοπεταλούδας.

Ο σπιθαμάρης μου έμοιαζε πάντα αβέβαιος για το μέλλον. Στέκεται στο ένα “πόδι” και ζυγιάζει το άλλο σαν διαβήτης, μέχρι να αποφασίσει κάποτε δειλά για το επόμενο βήμα. Κι ύστερα πάλι από την αρχή.

Υποθέτω ότι δεν γνωρίζει τον προορισμό του. Ίσως αν διέθετε αυτογνωσία, αν ήξερε ότι κάποτε θα γίνει νυχτοπεταλούδα, να είχε περισσότερη εμπιστοσύνη στα βήματά του. Θα έτρεχε τότε με ασίγαστη ορμή και πάθος να χαρεί τη ζωή και δεν θα έμενε φύλλο για φύλλο στο πέρασμά του. Κι ακόμα κι αν τον άρπαζε κάποτε κάνα σπουργίτι, έτσι που θα είχε ασυλλόγιστα ξεθαρρέψει, θα είχε τουλάχιστον την επίγνωση πως παρ’ όλα αυτά ήταν από γεννησιμιού του φτιαγμένος για άλλα. Και πριν ξεψυχήσει, κρεμασμένος από το ράμφος του πτηνού ψηλά στον ουρανό -όπου πρόλαβε να πετάξει έστω και με δανεικά φτερά-, θα συνέθετε ένα εξαίσιο μελαγχολικό ποίημα για τη ματαίωση και το πεπρωμένο. Να αφήσει κι αυτός κάτι στις επόμενες γενιές. 

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2018

Η ΠΛΑΤΕΙΑ, ΤΟ ΠΑΓΚΑΚΙ, Ο ΤΟΙΧΟΣ



Η πλατεία είναι μικρή και έχει σχήμα Πι. Μπροστά, στην ανοιχτή πλευρά της, κυλάει ο δρόμος. Πίσω, δεξιά και αριστερά υψώνονται οι τοίχοι των πολυκατοικιών και οι μάντρες από τσιμεντόλιθους  που κρύβουν τους ακάλυπτους. Οι τοίχοι είναι ζωγραφισμένοι, ως το ύψος που έφταναν οι δημιουργοί τους, με άτεχνα γκράφιτι.
Η πλατεία έχει μόνο τρία παγκάκια. Τσιμεντένια. Το ένα μπροστά, κοιτάζει προς το δρόμο. Τα άλλα δυο, τα πλαϊνά, τα έχουν στήσει μπροστά στους τοίχους των πολυκατοικιών, να βλέπουν τα ντουβάρια. Προς το εσωτερικό της πλατείας, που είναι παραμελημένη και στο πατημένο χώμα της βρίσκεις κάθε λογής σκουπίδια, δεν προβλέπεται να κοιτάει κανείς. Γι’ αυτό κι εκείνη αφέθηκε στη μοίρα της και δεν καταδέχεται, με τη σειρά της, να μας ρίξει ούτε μια ματιά.

Είναι σοφά μελετημένη αυτή η διάταξη. Ιδανική για όσους θέλουν να αποφύγουν κάθε ενοχλητική επαφή, κάθε τυχαία διασταύρωση με κάποιο ξένο βλέμμα. Ο αρχιτέκτονας έλαβε υπόψη του τις απαιτήσεις των καιρών. Καθένας να κοιτάει αλλού. Κανείς να μην κοιτάει τον άλλο. Στα τρία παγκάκια της μπορείς να ενδοσκοπείς απρόσκοπτα, στραμμένος είτε στα αυτοκίνητα, είτε στο ντουβάρι. Καμιά ανεπιθύμητη συνάντηση, καμιά παρεμβολή.
Εντούτοις, παρά την εμπνευσμένη σχεδίασή της, η πλατεία αυτή είναι πάντα άδεια. Ακόμα και οι νεαροί που της ζωγράφισαν τους τοίχους, ανήσυχοι από την απόλυτη σιωπή της, την εγκατέλειψαν και δεν ξαναπάτησαν εκεί το πόδι τους.

Πάω τακτικά και κάθομαι εκεί τα βράδια. Στο δεξί παγκάκι· αυτό είναι το αγαπημένο μου. Ο τοίχος που ορθώνεται μπροστά μου είναι το δικό μου τείχος των δακρύων, αν και ποτέ, ακόμα κι όταν το ήθελα, δεν ένοιωσα κανένα δάκρυ να κυλάει. Καθώς κοιτώ τον τοίχο μου, ο υπόλοιπος κόσμος πέρα από την πλατεία αρχίζει να θολώνει. Λίγο πριν χαθεί εντελώς, εδώ και κάποιες μέρες, μια γυναίκα έρχεται και κάθεται στο αριστερό παγκάκι. Δεν την βλέπω, αφού έχουμε τις πλάτες γυρισμένες, όμως αισθάνομαι την παρουσία της. Έρχεται κάθε φορά. Κοιτάει κι αυτή τον τοίχο της όπως εγώ, φαντάζομαι. Ποτέ δεν κατάφερα να της μιλήσω, ούτε που ξέρω τη μορφή της. Όταν συνέρχομαι μετά από ώρα και στρέφομαι προς τη μεριά της, αυτή έχει χαθεί. Σηκώνομαι τότε κι εγώ να φύγω. Καμιά φορά, θυμωμένος για απροσδιόριστους λόγους με τον εαυτό μου, στέκομαι λίγο εκεί, κοιτάω ψηλά, και αφήνω ένα βαθύ αναστεναγμό. Τότε οι ένοικοι της πολυκατοικίας βγαίνουν ανήσυχοι στα μπαλκόνια τους και με φοβερίζουν για να μην ξανάρθω.

Δεν έχουν κανένα δικαίωμα να το κάνουν αυτό, ο τοίχος τους είναι και δικός μου τοίχος. Το ίδιο και η πλατεία και τα παγκάκια της. Και ούτε που θέλω να στενοχωρώ κανένα. Μόνη μου επιθυμία και έγνοια, να μπορούμε να κοιτάμε αδιάσπαστοι τους τοίχους μας, εγώ κι εκείνη η γυναίκα. Έστω και με το φόβο πως ίσως κάποτε στραφούμε να αντικρίσουμε ο ένας τον άλλο.



Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ





Αυτό το γραφτό δεν θα το δει ποτέ κανείς. Το έγραψε κάποιος που έζησε για λίγο στο όνειρο κάποιου άλλου.

Γερμένος στο γραφείο, με το κεφάλι ακουμπισμένο στα χαρτιά και το μολύβι μου στο χέρι, είχα αποκοιμηθεί. Ξυπνώντας με την έντονη αίσθηση μιας παρουσίας, την είδα να στέκει από πάνω μου. Να με κοιτάει με τα μεγάλα μάτια της, σιωπηλή. Πρώτη φορά την έβλεπα. Όχι! την ήξερα από πάντα. Είχαμε αγαπηθεί πολύ, είχαμε ζήσει μια ζωή γεμάτη πάθος. Δεν χρειαζόταν να μιλήσουμε. Η μοίρα μας ήταν κοινή. Από τα χρόνια που πέρασαν στα χρόνια που ήταν να έρθουν.

Γράφω. Το χέρι μου γράφει. Κοιτώ το χέρι μου που γράφει.

Νόμιζα πως ήταν στο όνειρό μου, λυπόμουν που ξυπνώντας θα χανόταν. Μα ήταν δικό της το όνειρο. Χάρις σ' αυτήν υπήρξα. Τώρα, όπως ξυπνάει στο πρώτο φως και το όνειρό της ξεθωριάζει, καθώς οι καθημερινές φροντίδες εφορμούν και στο ρολόι γυρνούν αργά οι δείκτες, εγώ είμαι που χάνομαι. Η ώρα περνάει, πρέπει να βιαστεί, θυμάται ακόμα λίγο το παράξενο όνειρό της, το άγνωστο εκείνο πρόσωπο γερμένο στο γραφείο, και όσο θυμάται υπάρχω ακόμα, σε εικόνες που έρχονται και φεύγουν, στρόβιλος αναμνήσεων, μια ολόκληρη ζωή σε μια στιγμή σαν φευγαλέα λάμψη τρεμοσβήνει στο μυαλό της.

Αρχίζω να μη βλέπω το χέρι μου που γράφει.

Φτιάχνει καφέ και λίγο ακόμα με θυμάται, ζω ακόμα στο όνειρό της που θολώνει, οργανώνει τη μέρα της, τα ψώνια, οι λογαριασμοί, η δουλειά, η μάνα της, το σώμα μου γίνεται διάφανο, και γράφω, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, τώρα μόνο αυτό θυμάται από τον ξένο, το χέρι του με το μολύβι, πώς ξύπνησε όταν έσκυψε να δει αυτό που γράφει.

Παρακαλώ, κράτησε λίγο ακόμα το όνειρό σου.
Θυμήσου με να γράφω. Λίγο ακόμα.
Σκύψε να δεις.


(φωτογραφία Marcin Sacha)

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

ΑΜΟΡΓΟΣ: ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ




Κυκλάδες δεν είναι μόνο τα ακρογιάλια, τα ασπρισμένα σπίτια, οι βουκαμβίλιες, οι ξερολιθιές. Πίσω από τα κλισέ που συλλαμβάνει ο φακός της φωτογραφικής, υπάρχουν οι άνθρωποι, συχνά αόρατοι για τον τουρίστα που καταναλώνει εικόνες. Οι άνθρωποι που θα μείνουν, όταν η τουριστική περίοδος τελειώσει και η καθημερινότητά τους μπει σε διαφορετικούς ρυθμούς.
Ανάμεσα σ' αυτούς υπάρχουν κάποιοι που αγωνίζονται να κάνουν τον τόπο όπου ζουν καλύτερο. Στη διαδικασία αυτή, γίνονται καλύτεροι και οι ίδιοι. Τέτοιους ανθρώπους γνώρισα στην Αμοργό.

Ο Γιάννης Σιούτης και ο Πέτρος Ρούσσος, οι Nomades Artcore. Δυο ταλαντούχα νέα παιδιά, εξερευνητές του θεάτρου σε άμεση συνάρτηση με τη ζωή, καταλύτες της δημιουργικότητας των άλλων, που μέσα από το θέατρο ψάχνουν, ζητούν αλήθειες, κτίζουν σχέσεις, στήνοντας στο νησί θεατρικές ομάδες που κάθε τους παράσταση αφήνει πίσω της σημάδια.
Αυτή τη φορά μου έκαναν την πραγματικά μεγάλη τιμή να ασχοληθούν μαζί μου. Δεν το περίμενα. Αναπάντεχα, είδα τις "αληθινές ιστορίες" μου να ζωντανεύουν, τους ήρωες μου να αποκτούν σάρκα και οστά. Με τρόπο αληθινά εμπνευσμένο, από τη διασκευή και τη σκηνοθεσία ως τη διδασκαλία των ηθοποιών.

Οι ηθοποιοί. Νεαρές κοπέλες και άντρες, που μετά ή πριν τη δουλειά τους (δασκάλα, καθηγήτρια, γιατρός, ιδιοκτήτης μπαρ, λιμενικός... ) κατάφεραν να βρουν το χρόνο για να αφοσιωθούν σ' αυτό που αγάπησαν και που τους ένωσε. Άνθρωποι εκλεκτοί και υπέροχοι. Είχα την τύχη να τις συναντήσω (θα χρησιμοποιήσω θηλυκό μιας και η πλειοψηφία ήταν γυναίκες αλλά όσα πω αφορούν βέβαια όλες κι όλους) και να τις γνωρίσω. Λιγότερο από όσο θα ήθελα, τι να προλάβω σε τρεις μέρες. Η εμπειρία αυτή τις είχε σημαδέψει, μου είπαν. Δεν ερμήνευαν ρόλους, μιλούσαν για τη ζωή τους. Μοιράστηκαν κάτι σημαντικό, και εξ αιτίας του είχαν πια φτιάξει μεταξύ τους σχέσεις βαθιές και στέρεες.
Μου μίλησαν για τα κείμενα και εκείνα που τις άγγιξαν σ' αυτά. Ένιωσα πως δεν ήταν πια δικές μου οι ιστορίες. Με κάποιο τρόπο τους ανήκαν, κι αυτό ήταν συγκινητικό. Αυτό είναι φαντάζομαι το όνειρο καθενός που γράφει.

Γύρω από αυτούς ένα πλήθος άλλων ανθρώπων που έσπευσαν να βοηθήσουν, καθένας με τον τρόπο του. Στην οργάνωση, στις αφίσες, τα προγράμματα, τα κουβαλήματα, τις εγκαταστάσεις... Με αγάπη και δόσιμο ψυχής. Άνθρωποι που δεν πρόλαβα να τους γνωρίσω όλους.

Οι θεατές. Με την αγάπη τους και τη θερμή ανταπόκριση. Και η ίδια η Αμοργός.

Από την πρώτη νύχτα κιόλας στο νησί, μετά από το καράβι και την πρώτη γνωριμία, όταν φεύγοντας από το μπαρ είχε αρχίσει πια να χαράζει και ο Πάνος μου είπε "η καλύτερη ώρα είναι όταν αρχίζουν να τραγουδούν τα σπουργίτια" και τότε τα άκουσα να ξυπνούν στο πρώτο φως, ήξερα πως αυτή η επίσκεψη θα ήταν ξεχωριστή.
Φίλες και φίλοι, η εμπειρία αυτή και η γνωριμία μας μου έδωσε δύναμη και θα μου μείνει αξέχαστη. Σας ευχαριστώ πολύ για όλα. Και εύχομαι να μην αφήσετε ποτέ να σβήσει αυτή η φλόγα που σας άλλαξε και σας ένωσε.


.

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

Η "ΜΑΡΙΑ"




Στο καφενείο, πάνω από τον παλιό καθρέφτη, εκεί είχα κρεμάσει εκείνο το σανίδι με το όνομα της βάρκας.
Όταν αυτή το πρόσεξε, άφησε το φλυτζάνι τον καφέ στο τραπεζάκι και σηκώθηκε να το κοιτάξει από κοντά. Είχε μια βαθιά μελαγχολία το πρόσωπό της, όπως το έβλεπα στον καθρέφτη.
"Πόσο το δίνεις;"
"Δεν το πουλάω", τόλμησα να πω.
"Πόσα θες;" μου ξανάπε.
Είδα μια τόση σκοτεινιά στα μάτια της που έκανα πίσω. Δεν μπορούσα να αρνηθώ. Μόνο να επωφεληθώ μπορούσα.
"Διακόσια".
"Το θέλω", γύρισε και είπε η Μαρία στον άντρα της.
Το σκέφτηκε αυτός λίγο, θα ήθελε ίσως να το παζαρέψει, μα ντράπηκε μπροστά της. Δεν της χάλασε το χατίρι. Πλήρωσε μετρητά, το πήρε παραμάσχαλα και φύγανε. Μάλλον δεν ήξερε την ιστορία του.
Τις επόμενες μέρες δεν τους είδα. Μα άκουσα από τρίτους πως με εντολή δική της αγόρασαν τη βάρκα -ότι είχε μείνει απ' αυτήν-, την πήραν από την αυλή, όπου την είχε αφήσει σκεπασμένη η συχωρεμένη η μάνα του Μιχάλη, και την έδωσαν για φτιάξιμο ξανά. Και πως κάρφωσαν πάνω της το παλιό όνομα. "Μαρία".
Όχι, σίγουρα δεν ήξερε την ιστορία του ο Σταύρος.

Δυο χρόνια πριν είχε πνιγεί ο Μιχάλης. Λογοδοσμένοι ήταν, αγαπιόντουσαν. Την καινούργια βάρκα που παράγγειλε τη βάφτισε με το όνομά της. Την έπαιρναν και ξανοιγόντουσαν στο πέλαγος και θαύμαζαν τα αστέρια αγκαλιά τις νύχτες. Μα λίγες μέρες πριν τον αρραβώνα, ήρθαν και προξενέψαν στους γονείς της ένα καλοβαλμένο από τη Χώρα. Το Σταύρο. Χαλάσανε τον αρραβώνα αυτοί, την πήγαν και την πάντρεψαν με το στανιό, στα γρήγορα.
Μια νύχτα με φουρτούνα, μπήκε ο Μιχάλης στη βάρκα και δεν ξαναγύρισε. Την άλλη μέρα είδαν τη "Μαρία" να έρχεται άδεια. Αφού χτύπησε δυο τρεις φορές στα βράχια, βγήκε μονάχη της και άραξε στην άμμο. Κατέβαιναν οι χωριανοί και αμίλητοι τη χάζευαν. Από μακριά. Κανείς δεν τόλμησε να την αγγίξει.
Ένα πρωί συνάντησα εκεί τη μάνα του. Με ένα σκεπάρνι προσπαθούσε να βγάλει το όνομα από τη βάρκα. Πήγα κοντά, τράβηξα το μισοσπασμένο σανίδι που πάνω του κρατούσε το όνομα και το έβγαλα. Το πήρε από τα χέρια μου και το πέταξε μακριά.
"Μπορώ να το πάρω;" τη ρώτησα.
"Και δεν το παίρνεις; Χάρη θα μου κάνεις. Καταραμένο είναι. Αυτό έφαγε το παιδί μου".

Το ζευγάρι δεν το ξανάδα από κοντά, μόνο καμιά φορά στη βάρκα τους να κάνουν βόλτες γύρω στο λιμάνι.
Τη μέρα εκείνη είχε φουρτούνα. Χειμώνας ήταν. Οι βάρκες έμεναν δεμένες στο λιμάνι, κάποιες τις είχαν σύρει έξω ανήσυχοι οι ψαράδες. Είχε νυχτώσει πια εντελώς, οι δρόμοι είχαν αδειάσει και ετοιμαζόμουνα να κλείσω. Φύσηξε ξαφνικά πιο ορμητικός ο αέρας και έπιασε δυνατό μπουρίνι. Τότε ο Νικολής, ένα ορφανό που με βοηθούσε πότε-πότε, έφτασε τρέχοντας στο μαγαζί. Αφού σταμάτησε να πάρει δυο ανάσες, κατάφερε να μου μιλήσει.
"Πνίγονται!" μου είπε. "Τρέχα! Πνίγονται!"
"Ποιοι πνίγονται;"
"Η Μαρία με το Σταύρο!"
Ο Νικολής άρπαξε τα κιάλια μου από το συρτάρι και όρμησε πάλι έξω. Τον ακολούθησα και φτάσαμε στο μώλο. Έρημος ήταν, μόνο σε ένα καΐκι παραπέρα ακούγονταν φωνές. Στο βάθος, έξω από το λιμάνι, είδα τη "Μαρία". Κατευθυνόταν στα ανοιχτά, κόντρα στο κύμα. Πάνω της ίσα που διέκρινα στη σκοτεινιά τις δυο φιγούρες, τη μια γαντζωμένη στο πλάι, την άλλη να κρατάει τα κουπιά σε ένα άνισο αγώνα με τη θάλασσα. Με τη βροχή να μας μαστιγώνει, στεκόμασταν  εκεί ανήμποροι και βλέπαμε μακριά τη βάρκα να παλεύει με το κύμα. Ξέραμε μα δεν το ομολογούσαμε πως σωτηρία δεν είχε. Από στιγμή σε στιγμή θα βούλιαζε. Έβλεπα κιόλας με το νου μου το καΐκι που ετοιμαζόταν για βοήθεια ειδοποιημένο από το Νικολή, να μαζεύει τα δυο άψυχα σώματα, να τα επιστρέφει στη στεριά για να ταφούν όπως τους πρέπει.

Άκουσα πίσω μας τρεχαλητό. Γύρισα και είδα μια σκιά να κατηφορίζει το στενό και να έρχεται προς τη μεριά μας. Βγήκε στο φως και αναγνώρισα το Σταύρο που έτρεχε αλαλιασμένος και έντρομος.
Πήρα τότε τα κιάλια από τα χέρια του παιδιού και κοίταξα προσεκτικά. Τους είδα αγκαλιασμένους. Τα κουπιά είχαν χαθεί.
"Δεν είναι ο Σταύρος" του είπα, σιγά, να μην ακούσει εκείνος, που είχε σταθεί κιόλας κοντά μας. "Ο Μιχάλης είναι".
Ύστερα, ένα μεγάλο κύμα ρούφηξε τη βάρκα και δεν ήταν πια κανείς.


Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

Η ΧΩΡΑ / CHORA - NOMADES ARTCORE





ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΔΡΩΜΕΝΟ
Βασισμένο σε κείμενα από το "Η Χώρα - Αληθινές ιστορίες" και από αυτό το blog

ΑΜΟΡΓΟΣ 29&30 Μαίου ,Δημοτικό Camping Kαταπόλων
ΚΟΥΦΟΝΗΣΙΑ 2 Ιουνίου Γήπεδο Ποδοσφαίρου
ΝΑΞΟΣ 9 Ιουνίου Κυκλαδία, Δαμαλάς

Συμμετέχουν : Γιώργος Πέτικας / Άννα Μαρκεντούδη / Καλλιρρόη Ασκαρίδου / Ισαβέλλα Βελισσαρίου/ Γιώτα Γεωργοπούλου /Γεωργία Γιούλη Τσοτσόλη / Κική Ματσούκα / Θάλεια Κουρή / Εύη Λαγογιάννη /Μάτα Λαμπροπούλου /Ελένη Καράβολα / Αγγελική Παράσχου / Άλκης Μπακιρτζής / Ελένη Τζιτζιφοπούλου / Θοδωρής Θάνος / Πηνελόπη Καραγιάννη / Λαμπρινή Γκουντούρα / Κατερίνα Ντούμα / Άλκης Αποστόλου.
Συντονίζουν από τους [nomades artcore]: Γιάννης Σιούτης / Πέτρος Ρούσσος.
Τεχνική Υποστήριξη: Παρασκευάς Ρούσσος.
Φωτογραφικό Υλικό: Θοδωρής Θάνος, Θεόδωρος Θεοδωρίδης.
Γραφιστικός Σχεδιασμός: Νατάσσα Σταμούλη.
http://nomadesartcore.blogspot.gr/ 

Διοργάνωση
Cyclades Culture ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΝΟΤΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ / 
Δήμος Αμοργού/
Με την υποστήριξη
Blue Star Ferries / Πολιτιστικός Σύλλογος Κουφονησίου Κέρος / Πολιτιστικός Σύλλογος Σημωνίδης / Cycladia culture / Ξενοδοχείο Φοίνικας/




Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

ΤΟ ΦΩΣ




Ο δρόμος ήταν φωτεινός. Ψηλά στους στύλους τους, μια λάμπα από τη μια μεριά, μια λάμπα από την άλλη, καταύγαζαν την άσφαλτο, τους τοίχους και τα λίγα δέντρα. Τίποτα κάτω από τη λάμψη τους δεν έμενε κρυφό.
Το δρόμο αυτό τον περπατούσα κάθε βράδυ γυρνώντας για το σπίτι. Ποτέ πριν δεν μου είχε κάνει εντύπωση αυτή του η λαμπρότητα. Δεν με είχε απασχολήσει ως τότε, τον διάβαινα αδιάφορος εγώ και οι σκέψεις μου, με το κεφάλι μου σκυφτό. Ούτε καν τις δυο λάμπες πρόσεξα ποτέ μου. Ίσως να μην υπήρχαν πριν.
Τη νύχτα εκείνη μόλις έστριψα, σήκωσα μια στιγμή τα μάτια. Στάθηκα εκεί μαρμαρωμένος. Μπροστά μου παρατήρησα πρώτη φορά τον δρόμο αυτόν που απλωνόταν σιωπηλός, με μια στιλπνή, καθάρια φωτεινότητα που απάλειφε τα χρώματα και έδιωχνε τις σκιές. Τίποτα δεν κρυβόταν από αυτό το άπλετο φως, τίποτα δεν μπορούσε να ξεφύγει. Οι τοίχοι έλαμπαν δεξιά και αριστερά, τα τζάμια αντανακλούσαν το άσπιλο φέγγος πολλαπλασιάζοντάς το, και τα φυλλώματα των δέντρων άστραφταν με εκατομμύρια ασημένια άστρα. Κοίταξα τότε πιο ψηλά. Ο ουρανός είχε χαθεί, φεγγάρι και άστρα δεν υπήρχαν, το βλέμμα μάταια πάσχιζε να διαπεράσει το πέπλο αυτής της λάμψης.
Ο δρόμος ήταν άδειος. Πάντα ήταν άδειος, σκέφτηκα. Ποτέ δεν είχα συναντήσει εκεί κανέναν άλλο. 
Το τόσο φως με τρόμαξε. Διστακτικά έκανα ένα βήμα, μετά άλλο ένα. Τώρα πια είχα χωθεί μέσα του ολόκληρος. Τα μάτια μου δεν άντεχαν την τόση καθαρότητα. Υπέφεραν από τα περιγράμματα που με φριχτή σαφήνεια ξεχώριζαν, τόσο ευδιάκριτα όλα που ο κόσμος έμοιαζε απολυμασμένος, ξεπλυμένος, κούφιος. Ένιωσα το φως να με αγκαλιάζει βίαια και όπως τράβηξε τη σκιά μου από την άσφαλτο με δάχτυλα από κρύσταλλο και τη ρούφηξε στο απαστράπτον στόμα του αφήνοντάς με δίχως έρμα, ψαχούλευαν οι φωτεινές ακτίνες μέσα μου να αρπάξουν την ψυχή μου. Το σώμα μου γινόταν διάφανο καθώς αυτό εισχωρούσε από τους πόρους του. Η ίδια μου η σκέψη ξεγυμνώθηκε και στον στιλπνό καθρέφτη που έμεινε οι λέξεις της γλίστρησαν και σκόρπισαν στον αέρα. Κάθε μου βήμα με έχωνε και πιο βαθιά στο φως, και αυτό, με φωνή πότε νεαρού παιδιού και πότε σοφού γέρου, μου υποσχόταν την Αλήθεια.
Δεν δελεάστηκα από τις υποσχέσεις του. Έκλεισα τα μάτια και έτσι τυφλός, όπως κουφοί οι σύντροφοι του Οδυσσέα πέρασαν τις Σειρήνες, διέσχισα βιαστικά το δρόμο και έφτασα κάποτε στο τέλος του. Το φως, που είχε γαντζωθεί στην πλάτη μου με λύσσα, γλίστρησε από πάνω μου και έμεινε πίσω, και τότε άνοιξα τα μάτια και είδα τη σκιά μου να μου δείχνει με ανυπομονησία εμπρός.
Εκεί μπροστά μου, τα πράγματα ανάσαιναν ζωντανά, επιτέλους. Απαλλαγμένα από το απαίσιο φως, άφηναν να διαφαίνονται οι κρυφές, οι μαγικές υφές τους. Κάθισα, πήρα μια ανάσα. Λίγο πιο πέρα είδα να χάσκει το σκοτάδι με το μαύρο στόμα του από κατράμι. Τίποτα δεν φαινόταν μέσα του, όμως ένα εξασκημένο αυτί μπορούσε εύκολα να ακούσει  ήχους από όνειρα και τρέλα, ψίθυρους από αλλόκοτα όντα που σέρνονταν στα σκοτεινά παραμονεύοντας. Σηκώθηκα, άφησα πίσω μου τον δρόμο με το φως και με ανακούφιση, όπως χώνεται ένα μωρό στην αγκαλιά της μάνας του, βυθίστηκα στο γνώριμο και οικείο σκοτάδι.


Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ



Ήταν ένα μονώροφο σπιτάκι του ‘50, ίσως παλιότερο. Σήκωσα το μπρούτζινο ρόπτρο και το άφησα να πέσει. Στο χτύπο του δείλιασα. Σκέφτηκα να φύγω μα ήταν αργά, η πόρτα άνοιξε και μια γριά εμφανίστηκε στο άνοιγμα. Φορούσε μια σκούρα γκρι ρόμπα με μικρά άσπρα λουλουδάκια, δεμένη στη μέση με κορδόνι. Φάνηκε να απογοητεύτηκε όταν με είδε. Της είπα ποιον έψαχνα.
Δεν είναι εδώ, παιδί μου. Λείπει. Έλα να κάτσεις να τον περιμένεις. Μπορεί να 'ρθει όπου να 'ναι”.

Έπρεπε να φύγω. Γιατί είχα έρθει; Τι έλπιζα από αυτή την επίσκεψη, ποιες σκέψεις με είχαν οδηγήσει να πάρω τέτοια απόφαση; Ετοιμαζόμουν να της πω πως δεν μπορούσα, ήμουν βιαστικός, μα αυτή συνέχισε.
Λείπει πολύ καιρό. Μα ποιος ξέρει, μπορεί και να έρθει απόψε. Ποιος ξέρει. Έλα να κάτσεις λίγο”.
Πάνω στο μπουφέ είχε στολίσει μερικές φωτογραφίες με ασημί κορνίζες. Πλησίασα. Αυτός ήταν. Τον είδα μωρό, μαθητή του δημοτικού, έφηβο, φαντάρο, νέο άντρα. Σε όλες τις φωτογραφίες χαμογελαστός.
Η γριά με είδε που περιεργαζόμουν τις φωτογραφίες, πήρε μια από αυτές, αυτή του νεαρού άντρα, την πιο πρόσφατη, τη χάιδεψε και την ακούμπησε στο τραπέζι, δίπλα στο ανθοδοχείο με τα πλαστικά τριαντάφυλλα. Μου είπε να καθίσω.
Ήσασταν καλοί φίλοι, παιδί μου; Δεν σε θυμάμαι. Πού τον ήξερες;”
Ήμασταν στο στρατό μαζί”, είχα την ετοιμότητα να πω. “Από τότε έχω να τον δω. Έτυχε να περνάω από τη γειτονιά και τον θυμήθηκα και είπα να περάσω να δω αν με θυμάται κι αυτός. Ξέρετε μήπως πού είναι;”
Πέρυσι το Σεπτέμβρη έφυγε. Δεν μου είπε πού θα πήγαινε. Ποτέ δεν μου έλεγε. Μάζευε τα πράγματά του κι έφευγε. Ούτε στους φίλους του, εδώ από τη γειτονιά, είπε τίποτα”.
Κρίμα, ήθελα πολύ να τον δω. Καλό παιδί, κάναμε ωραία παρέα”.
Είχα βαλθεί να παίξω το ρόλο μου όσο καλύτερα μπορούσα. Το πρόσωπό της έλαμψε.
Μου μίλαγε συχνά για εσάς. Πόσο καλή μάνα είστε, πόσα έχετε περάσει, με πόσες δυσκολίες τον μεγαλώσατε. Σας αγαπούσε πολύ”, συνέχισα. Είχα έμπνευση.
Χρυσό παιδί. Οι άλλοι λέγανε για τις παραξενιές του μα εγώ που τον ξέρω... χρυσό παιδί! Μόνο που του άρεσε να φεύγει από μικρός, δεν έκανε με τους ανθρώπους. Πότε στα βουνά, πότε στη θάλασσα. Δούλευε όπου να 'τανε μα πουθενά δε στέριωνε. Κάπου θα έχει κρυφτεί πάλι, ποιος ξέρει. Μια μέρα θα μου χτυπήσει ξαφνικά την πόρτα, θα του ανοίξω και θα πάει να κάτσει στο τραπέζι. Να, εκεί στην κορφή είναι η θέση του. Θα του στρώσω να φάει καλά, θα του έχω και το κρασί του και τα τσιγάρα του. Και μετά θα πάει να ξαπλώσει να ξεκουραστεί, του έχω στρωμένο το κρεβάτι”.
Είχε χαμηλώσει τα μάτια. Μιλούσε σαν να μην ήμουν εκεί, μιλούσε στον εαυτό της, καθώς έβλεπε ίσως με τα μάτια της ψυχής τον ερχομό που περιέγραφε.
Όποτε χτυπάει η πόρτα, λέω αυτός θα είναι. Μα πού”.
Τη λυπήθηκα. Μου πέρασε από το μυαλό για μια στιγμή η ιδέα να της αποκαλύψω, με τρόπο όσο γινόταν όμορφο, πως δεν θα ερχόταν ποτέ ο γιος της και άδικα περίμενε, να την απαλλάξω από αυτό το βάσανο. Γρήγορα έδιωξα αυτή τη σκέψη, η αλήθεια θα ήταν πιο επώδυνη από το να ζει στο ψέμα, η ελπίδα την κρατούσε στη ζωή.
Μόνη μου έχω μείνει”, συνέχισε. “Παίρνω μια σύνταξη, τι να κάνω. Θα περιμένω ακόμα δυο τρία χρόνια κι αν δεν έρθει θα πουλήσω το σπίτι, θα τα μαζέψω και θα πάω στο χωριό μου να πεθάνω. Δεν έχω κανέναν εδώ, μόνη μου έμεινα. Τι να κάνω”.
Θυμήθηκε την παρουσία μου και σήκωσε το βλέμμα της.
Θέλεις παιδί μου να κάτσεις να φας; Έχω μακαρόνια με κιμά. Πάντα φτιάχνω παραπάνω φαΐ, μήπως κι έρθει ο γιος μου ξαφνικά και είναι νηστικός”.
Αρνήθηκα και πήγα προς την πόρτα μα αυτή επέμενε. Με έπιασε από το χέρι και με έκατσε με το στανιό σε μια καρέκλα, δίπλα σε αυτή του γιου της. Η αλήθεια είναι πως μύριζε ωραία από την κουζίνα και η πείνα μου ήταν μεγάλη. Αν δεν έτρωγα κάτι, μπορεί να σωριαζόμουν στο δρόμο μόλις έβγαινα.
Κι άμα θες μετά παιδί μου να πας να ξαπλώσεις να ξεκουραστείς πριν φύγεις. Έχω στρωμένο το κρεβάτι, καθαρό”.
Καθίσαμε και τρώγαμε μαζί. Της είπα πόσο ωραίο ήταν το φαγητό, την ευχαρίστησα ξανά. Απορροφημένος με το φαγητό, άργησα να καταλάβω την απότομη αλλαγή στον τρόπο της. Είχε πάψει να μιλάει ξαφνικά. Σταμάτησε να τρώει. Σήκωσα το κεφάλι από το πιάτο και την είδα να κοιτάει έντονα προς το λαιμό μου. Έφερα εκεί ασυναίσθητα το χέρι μου. Μετά κατάλαβα. Δεν ήταν ο λαιμός μου που κοιτούσε. Ήταν ο γιακάς από το πουκάμισο.
Πανικοβλήθηκα. Μα κι αυτή φαινόταν τρομαγμένη. Πήρε τα μάτια της από το γιακά κι έμεινε να κοιτάει τη φωτογραφία που είχε ακουμπήσει μπροστά στη καρέκλα του γιου της. Κρατιότανε από το τραπέζι σφίγγοντας το με τις παλάμες τόσο δυνατά που είχαν ασπρίσει οι αρθρώσεις της στα δάχτυλα και έτρεμε. Σηκώθηκα να φύγω. Είχα αργήσει δήθεν, ψέλλισα ένα ευχαριστώ και πήγα προς την πόρτα.
Περίμενε παιδί μου λίγο”, άκουσα πίσω μου που έβγαινε σβηστή η φωνή της.
Σταμάτησα. Τι ανοησία είχα κάνει, τι απερισκεψία! Στάθηκα εκεί με γυρισμένη πλάτη.
Πριν φύγει ο γιος μου του σιδέρωσα το άσπρο πουκάμισο. Είχε φύγει το ένα κουμπί από το γιακά του, μα δεν είχα ίδιο και του έβαλα ένα λίγο μεγαλύτερο”.
Μα πώς θα μπορούσα να το φανταστώ, ένα πουκάμισο άσπρο ήταν σαν όλα τα άλλα. Άνοιξα την πόρτα.
Μη φύγεις, σε παρακαλώ. Πες μου!”
Βγήκα στο δρόμο.
Στάσου παιδί μου! Πες μου, σε παρακαλώ!”
Έκλεισα την πόρτα και χάθηκα τρέχοντας αλαφιασμένος στο σκοτάδι. Μαύρα πουλιά χύθηκαν ξοπίσω μου. Φτερούγιζαν πάνω από το κεφάλι μου, κρώζοντας θλιβερά τα τελευταία λόγια της:
Την κατάρα μου να 'χεις! Φονιά! Φονιά!”
...

(απόσπασμα-προδημοσίευση από κάτι μεγαλύτερο που είναι ακόμα στα σχεδιάσματα)


Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΤΡΑΠΕΖΙ



Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο ήταν πιο όμορφο από όλες τις χρονιές. Είχα σταθεί εκεί δίπλα του και παρατηρούσα τους άλλους. Η γυναίκα μου, σε έξαψη, έτρεχε πάνω κάτω να σιγουρευτεί ότι όλα ήταν στη θέση τους. Ο μικρός μου γιος είχε αναλάβει να τοποθετήσει τα σερβίτσια στο τραπέζι, όπου είχε ήδη στρωθεί το κόκκινο τραπεζομάντηλο, η κόρη μου ήταν στην κουζίνα, o μεγάλος γιος έδειχνε στην κοπέλα του το σπίτι. Πρώτη φορά ερχόταν αυτή, κι ήταν ακόμα αμήχανη.
Πήρα την πρωτοβουλία και πήγα πρώτος και κάθισα στη θέση μου. Με τη βοήθεια των παιδιών η γυναίκα μου έφερε τη γάστρα με το φαγητό, τις σαλάτες, τα τυριά. Σύντομα ήρθαν και οι άλλοι και κάθισαν στις θέσεις που τους έδειξε. Σερβιρίστηκαν, είπαν τα "καλωσόρισες" και τα "καλώς σας βρήκα", τα "χρόνια πολλά". Το δικό μου πιάτο έμεινε άδειο. Δεν πεινούσα, έτσι κι αλλιώς. Όταν όμως σέρβιρε κρασί ο μεγάλος, έβαλε και στο ποτήρι μου. Η κοπέλα του έσκυψε τότε και κάτι του ψιθύρισε. Έσκυψα δίπλα τους κι εγώ και το άκουσα. "Περιμένετε κανένα;" τον είχε ρωτήσει. Την άκουσε και η γυναίκα μου και είδα που βούρκωσε. Το έκρυψε όμως.
"Είναι η θέση του πατέρα μου", είπε ο μεγάλος. "Τον χάσαμε πρόπερσι, ανήμερα τα Χριστούγεννα".
Σήκωσαν τότε συγκινημένοι τα ποτήρια και ήπιαν στη μνήμη μου. Κοίταζαν όλοι προς τα μένα, αλλά δεν με έβλεπαν.


Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟ ΠΑΡΑΜΙΛΗΤΟ ΕΝΟΣ ΣΥΛΛΕΚΤΗ... (2)

...ΚΑΘΩΣ ΤΑΚΤΟΠΟΙΕΙ ΑΧΡΗΣΤΑ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΗ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ

Καλοκαίρι. Η φωλιά, ριγμένη από χέρι παιδικό στη ρίζα της ελιάς, έμοιαζε γκρεμισμένο σπίτι. Τη σήκωσε, τη χάιδεψε και ήταν ακόμα ζωντανή. Όπως ήταν τότε ζωντανά τα σπίτια μας και μας θυμούνταν, και μας χαμογελούσαν όταν μας έβλεπαν από μακρυά.
Χαϊδεύαμε τους τοίχους του παλιού σπιτιού καθώς στεκόμασταν στην πόρτα και άνοιγε πριν ακόμα βρούμε τα κλειδιά.





Κάποια κλειδιά δεν έχουν πόρτα πια. Πάει, χάθηκε. Κάποια άλλα έχουν φτιαχτεί για να κλειδώνουν τελευταία φορά όταν φεύγεις. Μετά στομώνουν. Τότε τα σπίτια μας ξεχνούν. Όταν γυρίσουμε, ακόμα κι αν ανοίξει σπάζοντας η σκεβρωμένη πόρτα, το σπίτι θα είναι υγρό και κρύο και όσο κι αν του χαϊδέψουμε τους τοίχους δεν θα ημερέψει. Και το σκοτάδι του το μαύρο δεν το διαλύουν χίλια κεριά.





Μικρά κεριά. Μεγάλες σκιές, που περπατούν στους τοίχους και απαγγέλλουν:
"Του μέλλοντος οι μέρες... Οι περασμένες μέρες..."

Φύγετε σκιές! Φαντάσματα σωπάστε! Μονάχα λίγο φως ακόμα, μια μικρή παράταση, κι ίσως προλάβουμε να πούμε όσα δεν είπαμε, να γράψουμε όσα πρέπει. Μαζί με εκείνο το παιδί που σκυμένο στο τραπέζι με τη φορμάικα σφίγγει στο χέρι τα μολύβια του.




Μολύβια σαλιωμένα με τη γλώσσα για να γράφουν όμορφα στο μπλε τετράδιο. Μολύβια σπασμένα, δαγκωμένα, που έλιωσαν να γράφουν, σε χέρια ξυλιασμένα από το κρύο του χειμώνα, στο σπίτι που τον αγαπούσε κι ας μην ήξερε πώς να του το πει.









Χειμώνας. Μετράω και οι πόρτες που έκλεισα είναι πιο πολλές από όσες άνοιξα. Πώς γίνεται;
Το σπίτι κοιτάει αλλού αδιάφορα. Θα ξύσω επιμελώς τα μολυβάκια και θα γράψω. Κρατάνε ακόμα τα κεριά, φωτίζει λίγο, ίσως προλάβω. Αρκεί να βρω τους παραλήπτες.









Το πρώτο μέρος εδώ


Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

ΜΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕ ΤΟ ΜΗΤΣΟ




Κυριακή πρωί, καθόμασταν στο κατώφλι της κυρα Φώτως. Οι υπόλοιποι είχαν πάει άρον άρον στην εκκλησία με τις μανάδες τους. Είπαμε όσα είχαμε να πούμε για τα ποδοσφαιρικά -εγώ για Γιούτσο και Σιδέρη, αυτός για Νεστορίδη και Παπαϊωάννου-, είχαμε αρχίσει και βαριόμασταν.
"Έχεις καμιά χαρτοσακούλα σπίτι;" μου είπε ο Μήτσος. Πήγα και έφερα. Χώσαμε μέσα μια κοτρόνα, τσακίσαμε την άκρη της σακούλας να μη φαίνεται και την αφήσαμε στη μέση του δρόμου. Ο πρώτος άτυχος ήταν ο Αντώνης, ο μπακάλης. Περνώντας είδε μπροστά του τη σακούλα, πήγε να την κλωτσήσει αδιάφορα, τσάκισε το πόδι του. Έβρισε και μας κοίταξε καχύποπτα. Εμείς κάναμε πως ήμασταν απασχολημένοι να μετράμε τις κάρτες της Μέλο. Έφυγε κουτσαίνοντας. Ο δεύτερος ήταν ένας μάγκας από την επάνω γειτονιά. Κατέβαινε τρέχοντας, κάνοντας μόνος του τσαλίμια με τη μπάλα, κλώτησε επιδέξια και τη σακούλα, βρέθηκε κάτω με τα γόνατα γδαρμένα. Αυτός, που ήξερε το κόλπο, μας ψυλλιάστηκε, μας έβρισε κι έφυγε με την απειλή πως θα φέρει κι άλλους να μας πλακώσουν.
Η σακούλα είχε σκιστεί. "Έχεις καμιά μισίνα;" είπα τότε στο Μήτσο. Πήγε κι έφερε. Απλώσαμε τη μεσινέζα, την τεντώσαμε, δέσαμε τη μιαν άκρη της στο στύλο του ηλεκτρικού, την άλλη στο σίδερο για τις λάσπες. Κρυφτήκαμε στη γωνία και κρυφοκοιτάζαμε ποιος θα έρθει. Για ατυχία μας, είδαμε που κατέβαινε ο Τάσος ο τσαγκάρης. Αυτόν δεν τον χωνεύαμε, ούτε κι αυτός μας χώνευε, και από τη μέρα που μια καραβολίδα του Ηλία είχε σπάσει το τζάμι του μαγαζιού του ήμασταν σε πόλεμο. Κοιταχτήκαμε με το Μήτσο, δεν χρειάστηκε να πούμε τίποτα, το βάλαμε στα πόδια. Πριν στρίψουμε στην άλλη γωνία, γυρνώντας το κεφάλι τον είδαμε πεσμένο κάτω, να ετοιμάζεται να σηκωθεί για να μας κυνηγήσει. Τρέξαμε με την ψυχή στα δόντια, ανεβήκαμε στο Μπεντένι. Εκεί, κάτσαμε κάτω από ένα πεύκο να ξελαχανιάσουμε, προσεκτικά να μην πατήσουμε καμιά καπότα.
"Έχεις σπίρτα;" με ρώτησε ο Μήτσος. Είχα. Δεν κάπνιζα αλλά ένα κουτί σπίρτα ήταν πάντα χρήσιμο. Έβγαλε από την τσέπη του ένα σπιρτόκουτο κι αυτός. Ήταν γεμάτο με μπαρούτι, από αυτό που μαζεύαμε από τα πυρομαχικά που ήταν σπαρμένη η πόλη. Άναψα ένα σπίρτο, φυσούσε όμως λίγο κι έσβησε. Σκύψαμε πάνω από το κουτάκι, κάναμε απάγκιο με τα χέρια μας, άναψα άλλο σπίρτο, το έφερα πάνω στο μπαρούτι. Ακούστηκε ένα δυνατό "μπραφ" και ήρθε η φλόγα και μας πήρε τα πρόσωπα. Πεταχτήκαμε πάνω και το βάλαμε στα πόδια, εγώ από δω κι ο άλλος από κει. Για πότε βρέθηκα στο σπίτι, ούτε που κατάλαβα. Με είδε η μάνα μου και τρόμαξε. Τα φρύδια μου, τα ματοτσίνορα, τα μαλλιά, όλα καψαλιασμένα. Με τράβηξε στο σπίτι του Μήτσου, το ίδιο χάλια ήταν κι αυτός. Ανάστατη κι η μάνα του. Φάγαμε την κατσάδα της ζωής μας.
Το απόγευμα το σοκ είχε περάσει. Μαζευτήκαμε να παίξουμε μονότερμα. Σε άλλη ομάδα εγώ, σε άλλη ο Μήτσος. Στον τοίχο ενός άδειου σπιτιού είχαμε ζωγραφίσει με κιμωλία το τέρμα. Όλα καλά κι ωραία, ώσπου σούταρα ένα ψηλοκρεμαστό κι η μπάλα πήγε στη γωνία. "Γκολ!" λέω εγώ, "έξω" λέει ο Μήτσος. "Να ρε, εδώ είναι το σημάδι από τη μπάλα", "τι λε ρε", λέει αυτός, "εδώ είναι το σημάδι, αυτό είναι παλιό". Με τα πολλά πιαστήκαμε στα χέρια, μου δίνει μια μπουνιά και μάτωσε το χείλι μου. Πιάνω το αίμα εγώ, γίνομαι έξαλλος. Με βλέπει ο Μήτσος να έχω αγριέψει, τρέχει να φύγει. Τρέχω κι εγώ ξοπίσω του, μα αυτός ήταν πιο ψηλός, στο τρέξιμο δεν τον έφτανα, μου ξέφυγε.
Το βράδυ, τον είδα να κάθεται πάλι στης κυρα Φώτως. Πήγα και στάθηκα μπροστά του. Με κοίταξε προκλητικά.
"Στο μάτωσα το χείλι έτσι; Για να μάθεις να μη μου κάνεις το μάγκα".
"Χέστηκες όμως. Το έβαλες στα πόδια για να μη σε πιάσω".
"Γιατί, κι αν με έπιανες τι θα μου έκανες".
Έδωσα τόπο στην οργή.
"Έχεις άλλη μισίνα;"
Πήγε κι έφερε. Δέσαμε τη μια άκρη στο ρόπτρο της πόρτας της κυρα Ελένης. Ένα μπρούτζινο χεράκι ήταν. Κρυφτήκαμε στη γωνία και τραβήξαμε τη μισίνα. Βγήκε η κυρα Ελένη να δει ποιος χτύπησε, δεν είδε κανένα, έκλεισε την πόρτα. Ξανά εμείς. Δυο τρεις φορές έγινε αυτό, ώσπου άπλωσε το χέρι και κατάλαβε τι γίνεται. Το βάλαμε στα πόδια. Όταν απομακρυνθήκαμε αρκετά, καθίσαμε καταμεσής στο δρόμο και γελάσαμε με την ψυχή μας. Ήμασταν ευτυχισμένοι.
Μετά είπαμε ένα γεια και πήγαμε στα σπίτια μας. Την άλλη μέρα είχαμε σχολείο.



Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017

ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ




(Κείμενο που διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου "Στους δρόμους - ως εις ουδεμίαν πολιτείαν ανήκοντες" της Ισμήνης Καρυωτάκη, 26/10/2017)

Το “Στους δρόμους” είναι ένα βιβλίο αυτοβιογραφικό και συχνά εξομολογητικό. Η Ισμήνη μας αφηγείται όσα σημαντικά συνέβησαν σε αυτήν και μια μικρή ομάδα ανθρώπων, σε μια περίοδο ούτε πέντε χρόνων. Οκτώβρης του ‘72 – Απρίλης του ‘77. Με τριτοπρόσωπο λόγο, κρατά τη νηφαλιότητα της χρονικής απόστασης, δίνοντας χώρο σε όλα τα πρόσωπα, ώστε να εκφραστούν οι σκέψεις τους, να φωτιστούν τα κίνητρά τους και να ολοκληρωθούν σαν χαρακτήρες. Ωστόσο, πίσω από αυτή την φαινομενικά αποστασιοποιημένη αφήγηση-μαρτυρία εξακολουθεί να πάλλεται ζωντανή η συναισθηματική φόρτιση και υπολανθάνει ακέραια η συγκίνηση.
Ο προσεκτικός αναγνώστης θα διακρίνει, σαν φευγαλέο κλείσιμο του ματιού, ότι δυο φορές η Ισμήνη, η Δεσμίνα του βιβλίου, αφήνεται να αφηγηθεί σε πρώτο πρόσωπο, σε μονολόγους που απευθύνονται στον Σείριο. Αυτή η απεύθυνση σε αυτόν που λείπει, στον Σείριο, είναι νομίζω ο βαθύς πυρήνας του βιβλίου, το έρμα του -αν το βιβλίο είναι καράβι και οι ήρωες οι ταξιδιώτες του-.
Γιατί το “Στους δρόμους” είναι πρωτίστως η ιστορία ενός έρωτα, του έρωτα της Δεσμίνας με τον Σείριο, ενός έρωτα που γίνεται και η αιτία να τον ακολουθήσει στη φυγή του. Γύρω από αυτόν, πρόσωπα δορυφόροι κινούνται σε κοντινές τροχιές και λιγότερο ή περισσότερο, με τον τρόπο του το καθένα, επηρεάζουν το ταξίδι του. Άλλοτε απλά το συνοδεύουν κι άλλοτε τα βαρυτικά πεδία τους νοηματοδοτούν και διαμορφώνουν την συνθήκη του, πυροδοτούν τις εξελίξεις, και οι ήρωες απομακρύνονται και ξανασμίγουν. Είναι ένας δύσκολος έρωτας σε μια δύσκολη εποχή, που ποτέ δεν είναι δεδομένος και δοκιμάζεται καθημερινά σε αντίξοες συνθήκες, στους δρόμους της εξορίας.

Είμαστε στο 1973. Χούντα, αντίσταση, φυλακές, βασανιστήρια. Η αυτοεξορία είναι για τους κυνηγημένους η τελευταία ελπίδα διαφυγής. Ο Σείριος αποφασίζει να φύγει στο Παρίσι και η Δεσμίνα, που τον γνώρισε λίγους μήνες πριν, τον ακολουθεί πρόθυμα σε αυτή την περιπέτεια. Από μια χώρα που τους κυνηγάει σε μια άλλη που τους είναι ξένη. Εκεί όπου μια μικρή κοινότητα εμιγκρέδων, ένας μικρόκοσμος διαφορετικών, αλλά όμοιων στη διαφορετικότητα που τους καθορίζει, ανθρώπων συμβιώνει και δένεται με ισχυρούς δεσμούς. Εξόριστος για τους δικούς του λόγους ο καθένας, άλλος κυνηγημένος, άλλος από έρωτα, άλλος ταγμένος κάπου, όλοι τους όμως έχοντας την εξορία μέσα τους και όλο τον κόσμο τους σε μια βαλίτσα. Η Ισμήνη τους παρακολουθεί με αγάπη, δίχως φωτοστέφανο, στην καθημερινότητά τους, ανίσχυρες αλλά πεισματικές μονάδες, σε ένα κόσμο που προσπαθούν, θα ήθελαν, μα δεν μπορούν να αλλάξουν. Ο καθημερινός αγώνας και η επινόηση τεχνασμάτων για την επιβίωση στον ξένο τόπο, η αγωνία για αυτά που άφησαν πίσω τους, η νοσταλγία, οι ατέρμονες και ατελέσφορες πολιτικές συζητήσεις, η σύγκρουση της ουτοπίας με το ρεαλισμό και του προσωπικού με το πολιτικό, τα ερωτικά αδιέξοδα, συνθέτουν την κατάστασή τους, προσωρινή αλλά καθοριστική για την υπόλοιπη ζωή τους.
Είναι η εποχή που ακόμα ανθίζουν όλα τα λουλούδια, λίγο πριν τα πιο άγρια από αυτά, όσα δεν ευδοκιμούν σε θερμοκήπια, μαραθούν. Όλος ο κόσμος βράζει, από την Ελλάδα ως τη Χιλή. Ο κόσμος μπορεί να αλλάξει, λένε, οι σχέσεις μπορούν να αλλάξουν, αρκεί να αγωνιστούμε γι’ αυτό. Η Δεσμίνα παρακολουθεί με θαυμασμό αυτές τις παθιασμένες συζητήσεις προσπαθώντας να καταλάβει και να συμμεριστεί τον ενθουσιασμό τους.
Μετά, θα έλθει η πτώση της χούντας, το τέλος της εξορίας και η επιστροφή στην πατρίδα. Οι υπερβολικές ελπίδες για μια ριζικότερη αλλαγή διαψεύδονται γρήγορα και ο αρχικός ενθουσιασμός, αφού εκτονωθεί σε ογκώδεις συναυλίες, κατακάθεται. Για τους εμιγκρέδες που επιστρέφουν αρχίζει η προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα και η προσπάθεια να σβήσουν τα σημάδια της εξορίας. Να βρουν μια νέα κανονικότητα και να συμφιλιωθούν, πρώτα με τον εαυτό τους και ύστερα με τη ζωή.

Ο έρωτας λοιπόν από τη μια, η εποχή και ο τόπος από την άλλη, όλα σημαδεμένα από το “δρόμο”. Το ανέστιο των φυγάδων είναι και το ανέστιο της ψυχής τους καθώς πορεύονται μαζί και χώρια, ψάχνοντας σημείο συνάντησης και συγχρόνως αυτοπροσδιορισμού, εκείνο το δέσιμο που δεν θα αναιρεί τη διαφορετικότητα. Οι “δρόμοι” του βιβλίου δεν είναι μόνο οι δρόμοι της εξορίας είναι και οι εσωτερικές διαδρομές αυτών των ανθρώπων, που αγωνιούν να φτάσουν κάπου, όπως και να το λένε αυτό. Πατρίδα, επανάσταση, έρωτα. Το βιβλίο είναι μια εκ των έσω μαρτυρία, ευαίσθητη και διαφωτιστική, για αυτή την εποχή και αυτό τον κόσμο.

Η Ισμήνη, εκτός από εξαιρετική συγγραφέας -και πολλά άλλα-, είναι αρχιτέκτονας και σκηνογράφος. Βλέπει τους τόπους και τους χώρους με άλλο μάτι και αυτό βγαίνει αβίαστα στη γραφή της. Στις περιγραφές της οι τόποι ζωντανεύουν και συνομιλούν κι έτσι αυτό είναι ένα βιβλίο που δεν το διαβάζεις μόνο, το βλέπεις κιόλας, σαν εκείνα τα εικονογραφημένα που γυρίζεις τη σελίδα και ξεδιπλώνουν τρισδιάστατα τα κτίρια και τα τοπία, και βρίσκεσαι έξαφνα να περπατάς σε ένα ξωκλήσι στο Ζεφύρι, σε μια πλατεία στη Μπολόνια, στις υπαίθριες αγορές και τα καφέ του Παρισιού. Από τη γέφυρα του σταθμού Λαρίσης σε μια άλλη γέφυρα στο Σηκουάνα και από το ημιυπόγειο των Εξαρχείων στον πέμπτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας στο Μαραί. Με σχεδόν μόνιμη υπόκρουση από την αρχή ως το τέλος του ταξιδιού, εκτός από σημαδιακά τραγούδια, τον ήχο μιας επίμονης και μελαγχολικής βροχής.

Όμως μια άλλη εικόνα δίνει τον τόνο, ταξιδεύει από το Παρίσι στην πλατεία των Αέρηδων και κλείνει το βιβλίο. Η εικόνα του ακροβάτη που ισορροπεί σε ένα σκοινί. Αυτός ο ακροβάτης που φαινομενικά αδιάφορος για όσα γίνονται στο δρόμο εκτελεί με ηρεμία το νούμερό του, θα μπορούσε να είναι η ίδια η Δεσμίνα, καθώς ισορροπεί με προσήλωση πάνω από το κενό και αναμετριέται στα ίσα με τους φόβους και τις επιθυμίες της. Το σκοινί είναι ο δικός της δρόμος της εξορίας, ένα πέρασμα κι ένας “μη τόπος” όπως εκείνη η γέφυρα μια νύχτα πάνω από το σταθμό Λαρίσης. Και το βιβλίο είναι ο αναστοχασμός αυτού του προσωπικού της ταξιδιού στους δρόμους της “εξορίας”, εκεί που ενώ δεν ανήκεις πουθενά και τίποτα δεν σου ανήκει διεκδικείς τα πάντα, με πάθος αλλά και τη μοναχική ηρεμία ενός σχοινοβάτη καθώς αυτός ισορροπεί πάνω από το κενό.




Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ




Από τη νύχτα εκείνη η ζωή μου άλλαξε εντελώς. Δεν ξέρω πια τι θα μου ξημερώσει, ούτε ποιος είμαι. Δεν κάνω σχέδια, όλα είναι ρευστά και προσωρινά για μένα. Και το χειρότερο, αν με ρωτήσετε, είναι που δεν είμαι σίγουρος αν τότε άλλαξε πραγματικά η ζωή μου ή αν απλώς αυτό που γράφω εδώ πάντα συνέβαινε εν αγνοία μου, πάντα ήμουν κάθε μέρα κι άλλος, και απλά το συνειδητοποίησα μόνο όταν άρχισα να γράφω και να κρατώ σημειώσεις κάθε πρωί πριν σβήσουν εντελώς από τη μνήμη μου όσα συνέβαιναν τις νύχτες.
Όλα είναι γραμμένα σ' αυτό εδώ το σημειωματάριο, που όταν το ανοίγω και διαβάζω όσα έγραψα λίγες ώρες πριν, είναι σαν να τα βλέπω πρώτη φορά, σαν να τα έχει γράψει κάποιος άλλος. Ευχαρίστως σου το δίνω, να απαλλαγώ από αυτό μια και καλή. Έτσι κι αλλιώς σκόπευα να το κάψω. Γιατί αν δεν είχα αρχίσει από εκείνη την καταραμένη μέρα τη συνήθεια να ξυπνάω με την έγνοια να γράφω όσα θυμόμουν από τα όνειρα, θα ζούσα μια ήρεμη ζωή. Τι κι αν ήμουν διαφορετικός κάθε μέρα; Έτσι κι αλλιώς, δεν θα το ήξερα. Θα ζούσα άπειρες ζωές σε άπειρα παράλληλα σύμπαντα και σε όλες θα ήμουν ξέγνοιαστος. Κανέναν από τους πολλούς εαυτούς μου δεν θα βασάνιζε το άγχος που με βασανίζει τώρα, οι σκόρπιες αναμνήσεις που έχω καταγράψει από άλλες ζωές, κι όλα τα σχετικά ερωτήματα, ποιος είμαι δήθεν και που πάω και όλα αυτά τα υπαρξιακά.

Στις 18 Οκτωβρίου του 2017, λοιπόν, ξύπνησα τη νύχτα και το φως ήταν αναμμένο. Σηκώθηκα για να το σβήσω, απορημένος που το είχαμε αφήσει έτσι. Η Στέλλα, δίπλα μου, κοιμόταν βαθιά σε στάση εμβρύου. Το σεντόνι είχε γλιστρήσει και φαίνονταν τα πόδια της ως πάνω. Μου φάνηκε τόσο όμορφη σ αυτή τη στάση που αυτόματα πήρα το κινητό και την τράβηξα μια φωτογραφία. Ξάπλωσα δίπλα της και την αγκάλιασα, Ξύπνησε τότε και πετάχτηκε μακρυά μου.
"Μη!" φώναξε και με κοιτούσε ταραγμένη. Σηκώθηκε και κόλλησε στον τοίχο. Κοιτούσε γύρω της σαν να μην είχε ξαναδεί το δωμάτιό μας.
"Τι σου συμβαίνει;" ρώτησα, "είσαι καλά;"
Σιγά-σιγά φάνηκε να ηρεμεί, η αναπνοή της έγινε κανονική. Ήρθε και ξάπλωσε ξανά. Μακρυά μου όμως, κι όταν δοκίμασα να την αγγίξω έσπρωξε βίαια το χέρι μου.
"Σβήσε το φως", μου είπε, "έλα να κοιμηθούμε".
Έκανα όπως μου είπε. Μια ανησυχία με έτρωγε όμως, μια αίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Μείναμε να κοιτάμε το ταβάνι. Τότε μου μίλησε.
"Ποια είμαι, ξέρεις;"
"Η Στέλλα, η γυναίκα μου, αν και ομολογώ πως η συμπεριφορά σου με ξενίζει κάπως".
 Αναστέναξε.
"Όχι δεν είμαι αυτή που λες. Το όνομά μου είναι Μαρία, δεν είμαι η γυναίκα σου. Αυτή τη στιγμή ονειρευόμαστε κι έτυχε να συναντηθούμε στα όνειρά μας. Πρέπει να κοιμηθούμε πάλι, μόνο έτσι θα γλυτώσουμε".
Απέδωσα τα λεγόμενά της στο ότι πράγματι ζούσε ένα έντονο όνειρο πριν την ξυπνήσω κι ήταν ακόμα βυθισμένη μέσα του. Είχα το νου μου μήπως και ξυπνήσει το μωρό στο δίπλα δωμάτιο από τις μιλιές μας, έτσι δεν έδωσα συνέχεια, έκλεισα τα μάτια και μετά από πολλή ώρα κατάφερα να κοιμηθώ.

Ξύπνησα το πρωί και η Στέλλα δεν ήταν δίπλα μου. Σηκώθηκα, την αναζήτησα, δεν ήταν πουθενά. Δοκίμασα να την ψάξω στο δωμάτιο του παιδιού, αλλά αυτό στάθηκε αδύνατον. Γιατί δωμάτιο παιδιού δεν υπήρχε! Τριγυρνούσα στο άγνωστο σπίτι σαν σε λαβύρινθο. Η έντονη ανησυχία είχε ξανάρθει κι έγινε πανικός, τα τελευταία λόγια της ηχούσαν στο μυαλό μου ακόμα. Άνοιξα τη ντουλάπα κι έψαξα για τα ρούχα της. Άνοιξα τα συρτάρια και τα άδειασα. Τίποτα, μόνο δικά μου ρούχα. Άρχισα τότε να αμφιβάλλω. Προσπάθησα να τη θυμηθώ. Έφερα στο μυαλό μου κάπως την εικόνα της και προσπάθησα να την εντάξω στη ζωή μου. Άνοιξα το σημειωματάριο που βρέθηκε μπροστά μου κι άρχισα να γράφω. Όσο σκεφτόμουν, τόσο ξεθώριαζαν αυτά που πάσχιζα να συγκρατήσω, λες και τα έσβηνε η προσπάθεια να τα επαναφέρω, χάνονταν τη στιγμή που τα ανέσυρα από το κουβάρι με τις μνήμες. Όπως συμβαίνει με τα όνειρα. Συγχρόνως άλλες μνήμες έρχονταν που διέγραφαν αυτές κι όταν πια τέλειωσε αυτή η διαδικασία ήμουν άλλος, είχα επιστρέψει πλήρως στην κανονικότητα, το σπίτι μου ήταν γνώριμο, δεν είχα βέβαια ούτε γυναίκα ούτε παιδί, δεν ήμουν μηχανικός αυτοκινήτων αλλά υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρεία. 

Γύρισα από τη δουλειά το βράδυ. Όλα κανονικά, η καθημερινή ρουτίνα. Δεν με είχαν απασχολήσει καθόλου όσα έγιναν την προηγούμενη νύχτα, και θα είχα για πάντα ξεχάσει και απωθήσει εντελώς εκείνη τη δεύτερη φανταστική ζωή που είχε διεισδύσει από μια μικρή ρωγμή στην υποτιθέμενη κανονική, αν δεν έβρισκα ανοιχτό το σημειωματάριο στο κομοδίνο. Ξάπλωσα κι άρχισα να διαβάζω όσα είχα γράψει το πρωί. Τα βρήκα διασκεδαστικά. Περίεργο όνειρο σκεφτόμουν, είναι χρήσιμο να γράφει κανείς τα όνειρά του, έτσι καταλαβαίνει πολλά για τον εαυτό του. Διαβάζοντας νύσταξα, μου έπεσε από τα χέρια. Μα μόλις είχε αρχίσει να με παίρνει ο ύπνος, χτύπησε το κουδούνι. Σηκώθηκα και κοίταξα από το ματάκι. Ένας άγνωστος ήταν, ψηλός, ξερακιανός. Μισάνοιξα, χωρίς να βγάλω την αλυσίδα.
"Καλησπέρα, μου είπε "ψάχνω μια γυναίκα".
"Τι λέτε κύριε, είστε σοβαρός νυχτιάτικα;"
"Σας ζητώ συγγνώμη αλλά έχω την εντύπωση, χωρίς να μπορώ να το αποδείξω ότι πέρασε εδώ τη νύχτα της χθες".
"Ζω μόνος μου" του απάντησα "Γυναίκα έχει να πατήσει εδώ δυο χρόνια".
"Με συγχωρείτε πάλι, σας καταλαβαίνω, αλλά εγώ την ψάχνω πέντε χρόνια, τρεις μήνες και τέσσερις νύχτες ακριβώς, μαζί με τη σημερινή. Τέλος πάντων, αν τύχει και τη δείτε, πέστε της σας παρακαλώ πως την ψάχνω, ας δοκιμάσει να με ονειρευτεί απόψε. Έχει και πανσέληνο, είναι ό,τι πρέπει. Να, αυτή εδώ είναι. Μαρία τη λένε".
Κι έβγαλε από την τσέπη μια φωτογραφία και μου έδειξε. Ύστερα με καληνύχτισε ευγενικά και μπήκε στο ασανσέρ. Άρπαξα το κινητό και έψαξα τη φωτογραφία που, σύμφωνα με τις σημειώσεις, είχα τραβήξει στον ύπνο μου. Τη βρήκα, εκεί ήταν. Δεν είχα κάνει λάθος, ήταν η ίδια με τη φωτογραφία που μου έδειξε. Τι μου συνέβαινε; Δεν ήταν όνειρο λοιπόν; Μήπως τώρα ονειρευόμουν; Κι αν έπεφτα να κοιμηθώ θα ξύπναγα ή θα βυθιζόμουν σε ακόμα πιο βαθιά όνειρα; Υπήρχε μόνο ένας τρόπος να το μάθω.

Με ξύπνησε το ξυπνητήρι κι ένα σκούντημα.
"Ξύπνα, έχουμε αργήσει!"
Άνοιξα τα μάτια και είδα έναν άντρα γύρω στα εξήντα πέντε να στέκεται πάνω από το κρεβάτι. Μου τράβηξε τα σκεπάσματα.
"Σήκω σου λέω, κοντεύει οκτώ. Πότε θα ανοίξουμε το μαγαζί;"
Το μαγαζί; Ποιο μαγαζί; Κι αυτός ποιος ήταν; Γύρω μου το δωμάτιο μου φαινόταν ξένο. Προσπάθησα να βάλω σε τάξη το μυαλό μου. Είδα το σημειωματάριο δίπλα, το άνοιξα και άρχισα να γράφω. Γρήγορα για να μην ξεχάσω τίποτα. Με λεπτομέρειες. Για τον παράξενο άντρα που μου χτύπησε την πόρτα, τη φωτογραφία, το ξυπνητήρι που είχα βάλει για να πάω νωρίς στη δουλειά και να τελειώσω εκείνη την... Στη δουλειά; Ποια δουλειά; Υπάλληλος ασφαλιστικής; Καλό κι αυτό!
"Μια στιγμή, πατέρα", φώναξα, "έρχομαι!" ντυνόμουν και συγχρόνως έγραφα. Θυμόμουν αμυδρά ένα ψηλό κτίριο, ένα γραφείο, τους συναδέλφους... Αλήθεια, δεν θυμόμουν κανενός το πρόσωπο, και από τη δουλειά όσο κι αν προσπαθούσα δεν το κατάφερνα να βρω ακριβώς τι ήταν αυτό που έκανα εκεί, όλο και ξεγλιστρούσε ώσπου χάθηκε εντελώς, ενώ το μαγαζί, μάλιστα, αυτό τώρα έγινε χειροπιαστό και με άγχωσε. Τι με είχε πιάσει, έπρεπε να πάω να ανοίξω το κρεοπωλείο γρήγορα, αλλιώς θα έχανα όλους τους πρωινούς πελάτες. Μεγάλη ζημιά. Παράτησα το σημειωματάριο -τι το ήθελα πρωί-πρωί;- έριξα λίγο νερό στο πρόσωπό μου κι έφυγα τρέχοντας.
"Πάω πατέρα, έλα αργότερα εσύ".

Γύρισα στην παλιά μας μονοκατοικία ψόφιος. Άφησα τον πατέρα μου να κοιμάται στην τηλεόραση και ξάπλωσα. Με πήρε αμέσως ο ύπνος. Μα πάλι ξύπνησα τη νύχτα. Το φως ήταν αναμμένο και ένα χέρι ακουμπούσε βαρύ στο στήθος μου. Μια σφυριχτή ανάσα ακουγόταν, μύριζε σκόρδο. Πετάχτηκα όρθιος. Μια άγνωστη γυναίκα στο κρεβάτι με κοιτούσε με απορία τρίβοντας τα μάτια.
"Τι έπαθες;" μου είπε. "Πάλι εφιάλτη έβλεπες; Έλα κοιμήσου, είναι αργά". Και γύρισε πλευρό.
Έριξα μια ματιά τριγύρω. Άγνωστο το δωμάτιο, άγνωστο το σπίτι. Τρέμοντας έσβησα το φως και ξάπλωσα στην άκρη.
"Ποιος είμαι, ξέρεις;" τη ρώτησα.
Ξεφύσηξε θυμωμένη.
"Ο άντρας μου, που να μην ήσουνα. Ο Μιχάλης ο περιπτεράς, που χρωστάει και της Μιχαλούς. Άντε κοιμήσου, ξημερώνει σε λίγο".
Χτυπούσε δυνατά η καρδιά μου, νόμιζα πως θα πέθαινα.
"Όχι", τόλμησα να της πω, "δεν είμαι ο άντρας σου. Με λένε Νίκο. Απλά έτυχε να συναντηθούμε στα όνειρά μας. Θα κοιμηθούμε τώρα, θα ξυπνήσουμε, κι αντίο".
Κάτι μουρμούρισε.
"Συγγνώμη",  πήρα το θάρρος τότε και συνέχισα, "μήπως έτυχε να περάσει καμιά νύχτα από δω κάποια Μαρία;"
Το χέρι της βγήκε από τα σκεπάσματα και μου έδωσε ένα γερό χαστούκι.
"Μαρία τη λένε λοιπόν τη γκόμενα; Κι έχεις το θράσος να μου το λες; Θα σε κανονίσω το πρωί".
Σκεπάστηκε πατόκορφα και σύντομα άρχισε να ροχαλίζει. Έπρεπε οπωσδήποτε να βγω από αυτό το όνειρο -αν ήταν όνειρο. Έπρεπε δηλαδή να κοιμηθώ; Αυτό είχα καταλάβει. Κοιμήθηκα λοιπόν. Μα το πρωί που ξύπνησα... Αχ θεέ μου το πρωί που ξύπνησα...

Τέλος πάντων, αφεντικό. Μη στα πολυλογώ και σε κουράζω. Από τότε έχουν περάσει πολλές νύχτες. Σκέψου, σε καθεμιά από αυτές ξυπνούσα κι ήμουν άλλος. Σήμερα ας πούμε, όπως ξέρεις, είμαι οικοδόμος, με λένε Κώστα, και ζω με το συχωριανό μου το Λευτέρη, το μπογιατζή, σε ένα ημιυπόγειο στο Δουργούτι. Δουλειές δεν υπάρχουν και περνάμε δύσκολα. Αύριο δεν ξέρω. Ελπίζω απόψε να ξυπνήσω και να έχω κάπως προοδέψει, να είμαι, ας πούμε, αρχιτέκτονας, βιομήχανος ή έστω υπουργός. Ή συγγραφέας, βρε αδερφέ! Και να έχω δίπλα μου μια όμορφη γυναίκα. Να, σαν εκείνη τη Μαρία ή όπως αλλιώς τη λένε, που έχω ακόμα τη φωτογραφία της στο κινητό μου, αυτή που ήταν η αφορμή να αρχίσουν όλα. Φτάνει να την πετύχω πριν από εκείνο τον ψηλό. Θα ήταν μια παρηγοριά αυτό, ξέρεις. Αν γίνει αυτό, έστω και μόνο για μια μέρα, για κάποιον από τους εαυτούς μου θα είναι για ολόκληρη τη ζωή.


(αφιερωμένο στην Roubini Marini)

Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2017

Ο ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ



Ούτε που θυμόταν πια πόσο καιρό ταξίδευε. Έφτασε κάποτε σε ένα χωριό. Γνωστό του φάνηκε. Τα σπίτια ήτανε κλειστά, οι δρόμοι σκοτεινοί και η ψυχή του τρομαγμένη. Τα βήματά του είχαν ξυπνήσει τα σκυλιά κι αυτά τον γάβγιζαν πίσω απ’ τις μάντρες. Ο γρύλος τον ακολουθούσε, τα σαμιαμίθια τρέχαν πέρα δώθε και χώνονταν στις πέτρες, η σκλώπα φώναζε με θλίψη.
Μια πόρτα άνοιξε, το φως της λάμπας χύθηκε στο δρόμο. Πρόβαλε το κεφάλι της και του έγνεψε να μπει. Μπήκε και στάθηκε στη μέση του δωματίου, δεν ήξερε τι έπρεπε να πει και τι να κάνει. Του είπε να κάτσει, του έδειξε την καρέκλα και κάθισε κι αυτή από την άλλη μεριά του τραπεζιού. Καθίσαν εκεί αμίλητοι.
Γύρισε και την κοίταξε. Ήταν πολύ γριά, θα κόντευε ενενήντα.
- Θες να ανοίξω την τηλεόραση; τον ρώτησε.
Της έγνεψε ναι κι αυτή σηκώθηκε, πήγε και την άνοιξε και γύρισε με το τηλεκοντρόλ.
- Βάλτη όπου θες, του είπε και του το έδωσε.
Το άφησε σε ένα σήριαλ κι έδειξε ικανοποιημένη. Κάποια στιγμή τον ρώτησε χωρίς να γυρίσει προς το μέρος του.
- Θα φύγεις πάλι, έτσι δεν είναι;
Της είπε ναι, τι άλλο να της πει;
- Πρέπει να φας πριν φύγεις. Μη φύγεις νηστικός μέσα στη νύχτα κι αρρωστήσεις.
Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Έφερε ένα πιάτο με ψωμί κι ελιές κι ένα κομμάτι άσπρο τυρί. Έκοψε μια ντομάτα κι έριξε αλάτι, έφερε κι ένα μπουκάλι με ρακή κι ένα ποτήρι. Ύστερα κάθισε πάλι στη θέση της και κοίταζε την τηλεόραση, ρίχνοντας όμως προς το μέρος του κλεφτές ματιές.
Χτύπησε η πόρτα. Η γριά άνοιξε και μπήκε ένας ψηλός άντρας. Τη χαιρέτησε και τη φίλησε σταυρωτά χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά σ’ αυτόν.
- Ήρθε ο γιος μου, του είπε αυτή.
- Άργησε λίγο όμως, Λενιώ. Τώρα πια είσαι πεθαμένη.
Δεν του απάντησε η γριά. Κάθισε πάλι στην καρέκλα της κι έβλεπε τηλεόραση. Ο άντρας δεν έμεινε πολύ, τη χαιρέτησε κι έφυγε αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή.
- Κι εσύ έχεις πεθάνει, μπάρμπα Κωστή, έκανε να φωνάξει πίσω του, μα το μετάνιωσε, δεν είπε τίποτα.
Σηκώθηκε κι αυτός. Την είδε βουρκωμένη. Έσκυψε και της φίλησε το χέρι και βγήκε στο δρόμο. Κόσμος πολύς είχε μαζευτεί απέξω τώρα. Του έκαναν χώρο να περάσει και τον κοιτούσαν λυπημένοι. Τους ήξερε όλους, τους θυμόταν. Στη χαρουπιά γύρισε και είδε τη φιγούρα της στο φως της πόρτας. Κρατιόταν από την κάσα κι έγνεφε με το άλλο της χέρι αντίο. Έστριψε κι έφυγε μέσα στα σκοτάδια προς τον ποταμό. Κάπου από κει ακουγόταν τώρα η σκλώπα. Είχε σταθεί και τον περίμενε, είχανε δρόμο ακόμα.


(στην Πουπερμίνα)

Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ




Απ' έξω ακούονταν θαμπή
'πό 'να ραδιόφωνο μια λύρα
μέσα μονάχα η βοή
του ανεμιστήρα
-εψές τον πήρα-

Έγραφα ολημερίς σκυφτός
"γνώρισα...", "επήγα...", "είδα..."
και τώρα τα 'σβηνα, ιδού!
λευκή η σελίδα
-άδεια παγίδα-

"Αυτοβιογραφία" θα πω
το κείμενο που έτσι θα μείνει
για πάντα, σκέφτομαι, καθώς
βγαίνει η σελήνη
-άδεια κι εκείνη-


(Ιζιντόρ Μπορ, Ποιήματα που δεν θα έγραφα ποτέ, 2027)




Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

ΣΚΡΑΤΣ




Ο ανεμιστήρας κρέμεται από πάνω του. Ακούει το μουρμουρητό του και πότε πότε ένα τρίξιμο όπως ταλαντώνεται ελαφρά. Τα φτερά του δεν ξεχωρίζουν καθώς γυρνάει αγκομαχώντας. Φαίνεται μόνο ένας άσπρος δίσκος που αιωρείται λίγο κάτω από την οροφή.

Αν ήταν μαύρος, θα ήταν δίσκος βινυλίου. Ένας δίσκος που η βελόνα έφτασε στο τέρμα του κι όμως γυρνάει ακόμα κι ακούγεται το σκρατς κι ο ήχος του μοτέρ που έχει ανάψει. Η μουσική που προηγήθηκε αιωρείται ακόμα στον χλιαρό αέρα και στη σκέψη.

Η ζέστη στεγνώνει τη σκέψη, ιδρώνει τα σώματα. Μα οι επιθυμίες αντέχουν. Κανένα χέρι δεν θα απλωθεί στη βελόνα. Τα χέρια είναι απασχολημένα να χαϊδεύουν. Νωχελικά, όπως αρμόζει στις πολύ ζεστές ημέρες. Αγγίζουν το άλλο σώμα, πάλλοντας επιδέξια τις χορδές οργάνων που πρόθυμα ανταποκρίνονται. Στη μελωδία της μουσικής που προηγήθηκε.
Σώματα ιδρωμένα, σώματα που γλιστρούν το ένα πάνω στο άλλο, το ένα μέσα στο άλλο. Με το ρυθμό του σκρατς στις 33 στροφές.

Ιούλιος ήταν και τότε, ίδια η ζέστη. Τη μουσική που προηγήθηκε, δεν τη θυμάται. Ας ήταν να επιστρέψει, κι ας έβαζε όποιον δίσκο ήθελε εκείνη στο πικάπ. Το σκρατς στο τέλος θα ήταν το ίδιο.

Ο ανεμιστήρας από πάνω του γυρίζει μάταια, η ζέστη είναι ανίκητη. Ο θόρυβός του δυναμώνει ξαφνικά, "δεν θα επιστρέψει!" του φωνάζει, κι ύστερα με ένα τελευταίο σπασμό σωπαίνει. "Καμιά ζέστη δεν μοιάζει με τις άλλες, πίστεψέ με", του ψιθυρίζει, λίγο πριν τα φτερά του σταματήσουν εντελώς και ξεψυχήσει, "καμιά μουσική δεν θα ήταν σαν εκείνη, κι ας την ξέχασες. Τίποτα στη ζωή σου πια δεν θα είναι  το ίδιο".


Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΤΕΡΙΑ



Γύρω από το σπίτι μας απλώνεται η θάλασσα. Εφτά στενές λωρίδες γης φεύγουν από το σπίτι και βυθίζονται στην ομίχλη. Συχνά τη χάναμε εκεί κι ανησυχούσαμε μήπως την πάρουνε τα κύματα που κάποτε αγρίευαν και σκέπαζαν τον δρόμο. Την περιμέναμε ξάγρυπνοι. Γυρνούσε κουρασμένη, δεν μιλούσε.
Σύντομα είδε όσα είχε να δει και στα εφτά ακρωτήρια, άκουσε όλα όσα είχε να της πει ο κόσμος μας. Το νησί μας ήτανε μικρό, δεν την χωρούσε πια, ήταν ολοφάνερο. Δεν της έφτανε. Ήθελε το δικό της το ταξίδι, είχε έρθει η ώρα. Ήθελε τη Μεγάλη Στεριά. Το ξέραμε, το βλέπαμε στα μάτια της. Και το δικαιολογούσαμε. Γιατί κι εμείς είχαμε φύγει κάποτε από τα νησιά μας και περιπλανηθήκαμε σε ξένα μέρη, ώσπου φτιάξαμε το δικό μας.

Τα κύματα έφερναν θαλασσόξυλα στην πόρτα. Τα μάζευε για χρόνια, έφτιαξε ένα μεγάλο σωρό. Με πήρε, μου έδειξε τα ξύλα και μου είπε : "Φτιάξε μου ένα κρεβάτι".
Εγώ δεν είμαι ξυλουργός. Δεν ξέρω από κρεβάτια. Τα όνειρά μου δεν είναι του ύπνου. Όμως ροκάνισα και γυαλοχάρτισα τα ξύλα όπως μπορούσα, τα έβαψα τα βερνίκωσα, τα κάρφωσα. Της το έδειξα.

Όταν φτιάχνεις κρεβάτι από θαλασσόξυλα, χωρίς να το καταλάβεις, φτιάχνεις καράβι. Το έσπρωξε στη θάλασσα και αποχαιρετιστήκαμε.

Μέρα παρά μέρα τα κύματα έφερναν στην πόρτα μας μπουκάλια με μηνύματα. "Είμαι καλά", μας έγραφε. Εμείς ανησυχούσαμε. Ξέρουμε πως τα πράγματα είναι δύσκολα εκεί έξω. Η ανάμνηση της θάλασσας φέρνει ναυτία στην αρχή, κάνει τα βήματα ασταθή. Και οι Στεριανοί είναι ξένοι. Μιλούν μια γλώσσα αλλόκοτη και μέχρι να τη μάθεις είναι εύκολο να σε πληγώσουν. Ακόμα κι η καρδιά χτυπάει αλλιώς. Πρέπει να ξέρεις να διαβάζεις μάτια, να μάθεις να γυρνάς την πλάτη. Θέλει υπομονή, μέχρι να βρεις εκείνους που θα ταξιδέψετε μαζί. Υπάρχουν όμως, θα τους βρεις.

"Δεν είμαι καλά", μας έγραψε μια μέρα. Έβγαλα από την αποθήκη την παλιά μας βάρκα. Τη μπάλωσα, την καλαφάτισα. Τη ρίξαμε στη θάλασσα και βγήκαμε νύχτα στη Μεγάλη Στεριά. Το σπίτι της μύριζε ακόμα θάλασσα, το βρήκαμε εύκολα.

Της μίλησε η μάνα της. Αυτή μιλάει πιο όμορφα. Εγώ δεν ξέρω να μιλάω. Οι λέξεις μου έχουν ρίζες, κλωνάρια δεν βγάζουν. Εκείνη άκουγε.
Πριν φύγουμε έγειρε το κεφάλι στην αγκαλιά της μάνας της. "Γράφεις;" με ρώτησε. "Όχι ακόμα". "Γράψε κάτι για μένα", μου είπε τότε.
Και κάθομαι τώρα εδώ. Μα τί να γράψω, όλα κάπως στενάχωρα μου βγαίνουν. Κι αυτή δεν πρέπει να στενοχωριέται. Να, αυτό έπρεπε μόνο να της γράψω. Να μη στενοχωριέται. Γιατί, κι ας μην το νιώθει ακόμα, άρχισε το πιο ωραίο ταξίδι. Η Μεγάλη Στεριά είναι δική της. Και το νησί μας, κι όλα τα νησιά, κι όλος ο κόσμος.


Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

ΕΝΑΣ ΥΠΟΓΕΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ


Μια κριτική παρουσίαση της "Πλάνης" από τη Μαρία Μοίρα στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής.

Ένας υπόγειος κόσμος

ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΜΟΙΡΑ

Έργο της Έρης Δημητριάδη (λεπτομέρεια)


ΜΑΝΩΛΗΣ ΛΥΔΑΚΗΣ, Η πλάνη, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 285
      
Στο μυθιστόρημα του Μανώλη Λυδάκη όλα ξεκινούν και τελειώνουν με μια παλιά κιτρινισμένη φωτογραφία, που δείχνει ένα ζευγάρι σε μια πλατεία με ευκαλύπτους και δύο σχεδόν όμοια αγοράκια να κοιτάζουν σοβαρά το φακό. Μια ταλαιπωρημένη φωτογραφία που ταξίδεψε στο χρόνο σε τσέπες, τσάντες και παλιές βαλίτσες, αδιάσειστη απόδειξη ότι κάποτε υπήρξαν δυο παιδιά που ζούσαν μαζί, σ’ ένα σπίτι, σε μια πόλη, σε ένα νησί, στην πραγματική ή φανταστική  Χώρα. 
Όπως και στο προηγούμενο βιβλίο του ο συγγραφέας αξιοποιεί αφηγηματικά την ιδιοσυστασία και την ιστορική και μυθολογική καταγωγή του τόπου του. Η περίκλειστη Παλιά πόλη, εσωστρεφής και απόκοσμη, με τους ετερόνομους μικρόκοσμους εγκιβωτισμένους στη μεγαδομή του ενετικού τείχους, τη λαβυρινθώδη συντακτική δομή και το εκτεταμένο δίκτυο υπόγειων στοών, αποτελεί το ιδανικό χωρικό πλαίσιο για να εντάξει την πλοκή του μυθιστορήματός του που έχει στοιχεία περιπέτειας, αστυνομικού θρίλερ, ψυχογραφήματος, κοινωνικού σχολιασμού και πολιτικής ίντριγκας.

Στην αφήγηση συμπλέκονται το πραγματικό και το φαντασιακό, το αισθητό και το υπεραισθητό, ο ρεαλισμός και η αλληγορία. Ο ήρωας του, ένας παροπλισμένος αρχιτέκτονας, εμφορούμενος από ακοίμητες ενοχές και τρομώδεις φόβους, παραπαίει και χάνεται στους ασύμβατους κύκλους της μνήμης και της λήθης. Σκοτεινός και μυστηριώδης, απόμακρος και ανεξιχνίαστος σχεδόν υπνοβατεί παγιδευμένος στην κινούμενη άμμο των παραισθήσεων και των εφιαλτών. Η φωτογραφία που θα πέσει στα χέρια του, ενός σπιτιού άγνωστου και ταυτόχρονα ανεξήγητα οικείου, θα τον εμπλέξει ανεπίγνωστα στο αμφιβόλου προθέσεων «Σχέδιο» στο οποίο μετέχει μεταξύ άλλων και ο πατέρας του. Στην φιλόδοξη επιχειρηματική πρόταση, της δήθεν ανάπλασης και εξυγίανσης κάποιας περιοχής της Χώρας, που στην πραγματικότητα  εξυπηρετεί σκοτεινά συμφέροντα και αποσκοπεί στο κέρδος. Αυτή η φωτογραφία του ερειπωμένου διώροφου, που θα βρει στο φάκελο μαζί με άλλες, θα τον ξυπνήσει από τον λήθαργο. Λειτουργώντας σαν αιφνίδιο ανακλητικό σοκ, θα φέρει στην επιφάνεια αδέσποτες αισθητήριες μνήμες και εικόνες ενός άγνωστου παρελθόντος ενταφιασμένες για χρόνια στην κρύπτη του ενδόμυχου εαυτού.
Ενώ η αφήγηση στην αρχή βραδυπορεί καθώς ο ήρωας αδρανεί εγκλωβισμένος σε ένα διαρκές πένθος που τον ναρκώνει και τον αφοπλίζει, όταν αποβιβαστεί από το καράβι στη Χώρα η δράση θα αποκτήσει καταιγιστικούς ρυθμούς και μια ακολουθία από μυστηριώδεις εξελίξεις, απρόβλεπτες ανατροπές και συνωμοσίες θα κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι την τελευταία σελίδα.
Ο ήρωας για δυο μερόνυχτα κινείται πυρετικά στο σώμα της πόλης ακολουθώντας τις αόρατες διαδρομές της διαπλοκής, της εξουσίας και του χρήματος. Εισβάλλει στην απαλλοτριωμένη περιοχή του Σχεδίου, περιπλανάται στους δρόμους και στα εγκαταλειμμένα από τους κατοίκους τους σπίτια, βλέπει την αγωνία και τη συντριβή τους, συναντά τους εμπλεκόμενους στο έργο, τον Εργολάβο και τον Δήμαρχο, και παράλληλα καταδύεται στις υπόγειες στοές εισδύοντας στα άδυτα ενός απόκρυφου κόσμου, πραγματικού και αλληγορικού, αναζητώντας στο χώρο και στα πρόσωπα τα αποτυπώματα και της δικής του ζωής. Η διασύνδεσή του με το Σχέδιο και η αναζήτηση της ταυτότητάς του θα τον φέρουν αντιμέτωπο με μια σειρά από ευρήματα και αποκαλύψεις που ενώ εξηγούν ταυτόχρονα συσκοτίζουν το απολεσθέν για χρόνια παρελθόν του.
Η μυρωδιά από το γιασεμί, ένα μπλε ποδηλατάκι, δύο συνομήλικα αγοράκια, δυο γυναίκες που διεκδικούν τον ίδιο άντρα, ένα σκοτεινό, υγρό υπόγειο, μια κλειδωμένη ντουλάπα και ένας σχεδόν άγνωστος άντρας, ο πατέρας του. Ο πρώην επαναστάτης, μετέπειτα επιφανής πολιτικός και χρηματιστής που εξαγόρασε την αντιστασιακή του δράση στα χρόνια της δικτατορίας με πολιτική καριέρα, δύναμη και δόξα ξεπουλώντας συντρόφους και ιδεολογίες. Όλα αυτά και άλλα πολλά είναι τα κομμάτια ενός παζλ που τη μια στιγμή συντίθενται δίνοντας μια εναργή εικόνα, για να διαλυθούν αμέσως μετά σε συντρίμμια.
Στο αφηγηματικό σύμπαν του μυθιστορήματος δεν υπάρχει ελπίδα λύτρωσης καθώς η απληστία του χρήματος, η βαναυσότητα της εξουσίας, η διάχυση της διαφθοράς, η ματαιότητα του έρωτα εξαρθρώνουν τα πάντα. Στη Χώρα η ζωή βουλιάζει σε ένα τέλμα δυσώδες και ακίνητο που δεν αφήνει περιθώρια αντίστασης ή διαφυγής. Στο κείμενο η Εταιρεία, το Γραφείο, ο Εργολάβος, ο Δήμαρχος, το Σχέδιο είναι κύρια ουσιαστικά. Πίσω από την ουδετερότητα και την ανωνυμία τους κρύβονται ιδιοτελή οικονομικά συμφέροντα. Ανάλγητοι καιροσκόποι, φίλαυτοι αριβίστες και παντοδύναμοι εξουσιαστικοί μηχανισμοί κινούν τα νήματα. Στον αντίποδα ένας κόσμος υπόγειος, τιμωρός, οργισμένος, απολυταρχικός, κινείται στα όρια. Χειραγωγείται και παραπλανάται, εξεγείρεται και εξοντώνεται. Οι επαναστάτες θα εκτελέσουν τους παράγοντες του Σχεδίου χωρίς να κατορθώσουν να αποκαταστήσουν το δίκαιο ή την ηθική τάξη. Ο θάνατος των ενόχων δεν θα σταματήσει το έργο και οι μπουλντόζες θα συνεχίσουν απτόητες την κατεδάφιση των σπιτιών στη φλεγόμενη Χώρα.
Όταν «η εποχή των ψεμάτων και της πλάνης τελειώσει». Όταν η πίστη των κατοίκων σε ένα δίκαιο αγώνα εξαντληθεί και η απεγνωσμένη αντίσταση στη φαυλότητα και στην ανομία κάποιων ανυπότακτων, μοιραίων και αναλώσιμων, καμφθεί. Όταν το καράβι σαλπάρει, ο ήρωας επιτέλους γαληνεμένος και ελεύθερος θα ταξιδέψει χωρίς αντιστάσεις και αγωνίες για εκεί που δεν υπάρχει ούτε θλίψη, ούτε πένθος. Μόνο σκοτάδι και σιωπή.
Για τη Νήπενθο…

Η Μαρία Μοίρα είναι αρχιτέκτονας και διδάσκει στο ΤΕΙ της Αθήνας

http://avgi-anagnoseis.blogspot.gr/2017/04/blog-post_89.html