Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

Η "ΜΑΡΙΑ"




Στο καφενείο, πάνω από τον παλιό καθρέφτη, εκεί είχα κρεμάσει εκείνο το σανίδι με το όνομα της βάρκας.
Όταν αυτή το πρόσεξε, άφησε το φλυτζάνι τον καφέ στο τραπεζάκι και σηκώθηκε να το κοιτάξει από κοντά. Είχε μια βαθιά μελαγχολία το πρόσωπό της, όπως το έβλεπα στον καθρέφτη.
"Πόσο το δίνεις;"
"Δεν το πουλάω", τόλμησα να πω.
"Πόσα θες;" μου ξανάπε.
Είδα μια τόση σκοτεινιά στα μάτια της που έκανα πίσω. Δεν μπορούσα να αρνηθώ. Μόνο να επωφεληθώ μπορούσα.
"Διακόσια".
"Το θέλω", γύρισε και είπε η Μαρία στον άντρα της.
Το σκέφτηκε αυτός λίγο, θα ήθελε ίσως να το παζαρέψει, μα ντράπηκε μπροστά της. Δεν της χάλασε το χατίρι. Πλήρωσε μετρητά, το πήρε παραμάσχαλα και φύγανε. Μάλλον δεν ήξερε την ιστορία του.
Τις επόμενες μέρες δεν τους είδα. Μα άκουσα από τρίτους πως με εντολή δική της αγόρασαν τη βάρκα -ότι είχε μείνει απ' αυτήν-, την πήραν από την αυλή, όπου την είχε αφήσει σκεπασμένη η συχωρεμένη η μάνα του Μιχάλη, και την έδωσαν για φτιάξιμο ξανά. Και πως κάρφωσαν πάνω της το παλιό όνομα. "Μαρία".
Όχι, σίγουρα δεν ήξερε την ιστορία του ο Σταύρος.

Δυο χρόνια πριν είχε πνιγεί ο Μιχάλης. Λογοδοσμένοι ήταν, αγαπιόντουσαν. Την καινούργια βάρκα που παράγγειλε τη βάφτισε με το όνομά της. Την έπαιρναν και ξανοιγόντουσαν στο πέλαγος και θαύμαζαν τα αστέρια αγκαλιά τις νύχτες. Μα λίγες μέρες πριν τον αρραβώνα, ήρθαν και προξενέψαν στους γονείς της ένα καλοβαλμένο από τη Χώρα. Το Σταύρο. Χαλάσανε τον αρραβώνα αυτοί, την πήγαν και την πάντρεψαν με το στανιό, στα γρήγορα.
Μια νύχτα με φουρτούνα, μπήκε ο Μιχάλης στη βάρκα και δεν ξαναγύρισε. Την άλλη μέρα είδαν τη "Μαρία" να έρχεται άδεια. Αφού χτύπησε δυο τρεις φορές στα βράχια, βγήκε μονάχη της και άραξε στην άμμο. Κατέβαιναν οι χωριανοί και αμίλητοι τη χάζευαν. Από μακριά. Κανείς δεν τόλμησε να την αγγίξει.
Ένα πρωί συνάντησα εκεί τη μάνα του. Με ένα σκεπάρνι προσπαθούσε να βγάλει το όνομα από τη βάρκα. Πήγα κοντά, τράβηξα το μισοσπασμένο σανίδι που πάνω του κρατούσε το όνομα και το έβγαλα. Το πήρε από τα χέρια μου και το πέταξε μακριά.
"Μπορώ να το πάρω;" τη ρώτησα.
"Και δεν το παίρνεις; Χάρη θα μου κάνεις. Καταραμένο είναι. Αυτό έφαγε το παιδί μου".

Το ζευγάρι δεν το ξανάδα από κοντά, μόνο καμιά φορά στη βάρκα τους να κάνουν βόλτες γύρω στο λιμάνι.
Τη μέρα εκείνη είχε φουρτούνα. Χειμώνας ήταν. Οι βάρκες έμεναν δεμένες στο λιμάνι, κάποιες τις είχαν σύρει έξω ανήσυχοι οι ψαράδες. Είχε νυχτώσει πια εντελώς, οι δρόμοι είχαν αδειάσει και ετοιμαζόμουνα να κλείσω. Φύσηξε ξαφνικά πιο ορμητικός ο αέρας και έπιασε δυνατό μπουρίνι. Τότε ο Νικολής, ένα ορφανό που με βοηθούσε πότε-πότε, έφτασε τρέχοντας στο μαγαζί. Αφού σταμάτησε να πάρει δυο ανάσες, κατάφερε να μου μιλήσει.
"Πνίγονται!" μου είπε. "Τρέχα! Πνίγονται!"
"Ποιοι πνίγονται;"
"Η Μαρία με το Σταύρο!"
Ο Νικολής άρπαξε τα κιάλια μου από το συρτάρι και όρμησε πάλι έξω. Τον ακολούθησα και φτάσαμε στο μώλο. Έρημος ήταν, μόνο σε ένα καΐκι παραπέρα ακούγονταν φωνές. Στο βάθος, έξω από το λιμάνι, είδα τη "Μαρία". Κατευθυνόταν στα ανοιχτά, κόντρα στο κύμα. Πάνω της ίσα που διέκρινα στη σκοτεινιά τις δυο φιγούρες, τη μια γαντζωμένη στο πλάι, την άλλη να κρατάει τα κουπιά σε ένα άνισο αγώνα με τη θάλασσα. Με τη βροχή να μας μαστιγώνει, στεκόμασταν  εκεί ανήμποροι και βλέπαμε μακριά τη βάρκα να παλεύει με το κύμα. Ξέραμε μα δεν το ομολογούσαμε πως σωτηρία δεν είχε. Από στιγμή σε στιγμή θα βούλιαζε. Έβλεπα κιόλας με το νου μου το καΐκι που ετοιμαζόταν για βοήθεια ειδοποιημένο από το Νικολή, να μαζεύει τα δυο άψυχα σώματα, να τα επιστρέφει στη στεριά για να ταφούν όπως τους πρέπει.

Άκουσα πίσω μας τρεχαλητό. Γύρισα και είδα μια σκιά να κατηφορίζει το στενό και να έρχεται προς τη μεριά μας. Βγήκε στο φως και αναγνώρισα το Σταύρο που έτρεχε αλαλιασμένος και έντρομος.
Πήρα τότε τα κιάλια από τα χέρια του παιδιού και κοίταξα προσεκτικά. Τους είδα αγκαλιασμένους. Τα κουπιά είχαν χαθεί.
"Δεν είναι ο Σταύρος" του είπα, σιγά, να μην ακούσει εκείνος, που είχε σταθεί κιόλας κοντά μας. "Ο Μιχάλης είναι".
Ύστερα, ένα μεγάλο κύμα ρούφηξε τη βάρκα και δεν ήταν πια κανείς.


2 σχόλια: