Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

ΣΗΜΑΙΕΣ



Όλα άρχισαν πολύ νωρίς, στην έκτη του δημοτικού. Την έπαρση και την υποστολή της σημαίας είχε αναλάβει ο Βαγγέλης. Αυτός μια μέρα αρρώστησε κι είπε σε μένα ο δάσκαλος να κάνω τη δουλειά του. Ανέβηκα στην ταράτσα και προσπάθησα να λύσω το σκοινί. Κάτι πήγε στραβά, δεν τα κατάφερνα, στο μεταξύ από κάτω οι άλλοι τραγουδάγανε κιόλας τον εθνικό ύμνο. Μπλέξανε κι άλλο τα σκοινιά, όλο το σχολείο με κοίταζε, με έλουσε κρύος ιδρώτας, τα έχασα. Τελειώσανε τον ύμνο και η σημαία ακόμα εκεί, ανέμιζε περήφανη. Με κατσάδιασε ο δάσκαλος, είπε ύστερα ένα χωρατό και γέλασαν όλοι μαζί μου, ανέβηκε ένας άλλος κι έκανε την υποστολή ωραία κι όμορφα. Τη μίσησα από τότε τη σημαία.

Ήμουν όμως καλός μαθητής και στην παρέλαση έγινα σημαιοφόρος. Όλα καλά πήγαν στις πρόβες. Μα στην παρέλαση, λες κι ήξερε η σημαία πως την μισούσα και το έκανε επίτηδες, είπε και φύσηξε ένα δυνατό αεράκι κι αυτό ακολουθούσε μόνο εμένα. Όλοι οι άλλοι σημαιοφόροι πήγαν μια χαρά. Εμένα ήρθε και τυλίχτηκε η σημαία πάνω μου σφιχτά. Την έσπρωχνα και ξαναρχόταν, δεν έβλεπα πού πήγαινα. Κατευθύνθηκα προς τους επίσημους και πίσω με ακολουθούσε υπάκουα όλο το σχολείο, τρομοκρατήθηκαν οι επίσημοι κι έκαναν πίσω, ο δήμαρχος μπλέχτηκε στην καρέκλα και σωριάστηκε. Πριν γίνει το κακό χειρότερο, έστριψα κακήν κακώς την τελευταία στιγμή κι έφτασα τελικά στο τέρμα. Χάλια παρέλαση, καταστροφή. Όταν βγήκαν οι φωτογραφίες στις βιτρίνες κι έψαχνα να βρω καμιά δική μου να έχω να θυμάμαι, μόνο μια βρήκα. Φαινόντουσαν μονάχα τα λιγνά μου πόδια με τις ελβιέλες και η σημαία τυλιγμένη γύρω μου. Είπα του φωτογράφου και την έσκισε.

Κι έπρεπε τότε στις εθνικές εορτές και στην επέτειο της εθνοσωτηρίου να βγάζουμε υποχρεωτικά σημαία στα μπαλκόνια. Μπαλκόνι εμείς δεν είχαμε στο δρόμο, μόνο ένα παράθυρο. Στερεώναμε ένα χάρτινο σημαιάκι στο παντζούρι, κι άλλο ένα στην εξώπορτα, για να αποτίσουμε κι εμείς ένα τόσο δα φόρο τιμής, να μη μας πουν αντεθνικούς και αναρχοκομμουνιστές. Μα έρχονταν τα τσογλάνια κι έκλεβαν συνεχώς το σημαιάκι από την πόρτα και πάει το χαρτζιλίκι, το έχανα, γιατί έπρεπε να αγοράσουμε άλλα σημαιάκια να σημαιοστολίσουμε και δεν περίσσευαν ψιλά για μένα. Μίσος.

Μετά μεγάλωσα κι έφτασα εδώ. Μα ο πόλεμος αυτός με τη σημαία κρατάει ακόμα. Την βλέπω στα μπαλκόνια, στις γιορτές, και αρρωσταίνω. Ελάτε, τρέξτε, ψυχαναλυτές. Όχι όμως μόνο αυτήν, όλες τις πήρα σβάρνα από τότε και με καμιά τους δεν τα πάω καλά. Με καμιά σημαία που απαιτεί να πάει αυτή μπροστά και πίσω εγώ, να στέκομαι σούζα μπροστά της, ευθυτενής να χαιρετώ και να τη σέβομαι κι ας είναι καρφωμένη σε σωρούς πτωμάτων. Που έχει κεντημένα πάνω της με αραχνοΰφαντη κλωστή τα πιο ωραία ψέμματα κι όπως φυσάει το αεράκι κυματίζει με χάρη και ψιθυρίζοντας στο αυτί σου "ιδού η αλήθεια" τυλίγεται επιδέξια γύρω σου και πρέπει εσύ να πας μπροστά άρον άρον, τυφλός, όπως πήγαινα τότε εγώ τυφλός σε εκείνη την παρέλαση.

Εγώ έχω τη δικιά μου τη σημαία. Ένα κουρέλι διπλωμένο στην καρδιά μου είναι, βρώμικο και σκισμένο πια από τόσων χρόνων ήττες, που δεν ζητάει τίποτα από μένα. Δεν έχει να γιορτάσει τίποτα, καμιά επέτειο, καμιά νίκη. Μα είναι το κουρέλι μου και πάνω του είναι κεντημένα τα δικά μου ψέμματα.

2 σχόλια:

  1. Αχ. Ειλικρινά, ακόμα δεν καταστάλαξα, να συγκινηθώ ή να χαρώ, είναι πρόσχαρο το κείμενο σου ή είναι χαστούκι σε πέτρινα μάγουλα; Όπως και να 'χει -δεν ξέρω αν με πιστεύεις- αλλά εγώ νιώθω αυτά που λες, σαν μια βαριά σημαία, που πέφτει από ένα ψηλό μπαλκόνι και σκάει στο κεφάλι μου. Κι ίσως αυτό να είναι που μας χρειάζεται. Ένα πολύ δυνατό χτύπημα, να βγούμε από τον λήθαργο...

    Υ.Γ Λογοτεχνικά, δεν τολμώ να κρίνω αυτό που διάβασα. Σου αρκεί ότι κατάφερες και το έκανες εικόνα όλο αυτό;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όταν γράφουμε επί προσωπικού ποτέ δεν ξέρουμε τί θα διαβάσει ο άλλος. Κάθε αναγνώστης κι άλλο κείμενο, αυτό έχει ενδιαφέρον. Όχι άλλα χτυπήματα πάντως... :)

      Για το "λογοτεχνικό", ασφαλώς να τολμάς, αν και εδώ έρχεται δεύτερο. Μου αρκεί που σου μίλησε κάπως.

      Διαγραφή