Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

ΤΟ ΑΝΕΚΦΡΑΣΤΟ


Πρωί, φθινόπωρο, άρρωστος ήλιος.
Το φυλλορρόημα των σκέψεων διαρκεί όσο και η εναλλαγή του πρωινού νομίσματος στο χάσμα της μισάνοιχτης πόρτας. Μετά, γυμνοί κι εξουδετερωμένοι οι νευρώνες αφουγκράζονται τη σιωπή που κλιμακώνεται στο άδειο δωμάτιο και τα δάκτυλα απωθούν το πληκτρολόγιο.
Να αποθηκευτούν οι αλλαγές; Όχι. Όλα να μείνουν όπως ήταν. Τίποτα να μη γεννηθεί απ' αυτή τη στιγμιαία και άκαρπη διασάλευση της τάξης. Τίποτα αν είναι ανάξιο των προσδοκιών του Ανέκφραστου που πηγαινοέρχεται αγριεμένο στο κλουβί του.
Η μέρα θα κυλήσει. Θα δω τους δείχτες να γυρνάνε, τις σκιές να έρπουν. Αντικείμενα θα αλλάξουν θέση, μπορεί να βρέξει, κάποιοι θα έρθουν, θα πουν μια λέξη και θα φύγουν. Το μεσημεριανό, ο καφές, βράδιασε κιόλας, ύπνος.
Το Ανέκφραστο στιγμή δεν ησυχάζει. Μέρα και νύχτα. Του ανοίγω το κλουβί καμιά φορά. Σκάβει το χώμα σαν σκυλί που ψάχνει κόκαλα. Μα η πραγματικότητα το υπερβαίνει, όλος ο κόσμος είναι συλημένος. Τίποτα δε θα βρει εκεί, μόνο σπασμένα κιούπια με λειψές επιγραφές. Χαμένες λέξεις που ψάχνουν κι αυτές το δρόμο τους. Ανάμεσα σε άλλες που δεν λένε τίποτα. Που ψάχνουν άλλες λέξεις να ταιριάξουν. Που επαναλαμβάνουν το ίδιο αδιέξοδο μοτίβο με παραλλαγές. Χαμένος πάει ο κόπος του. Έρχεται με κατεβασμένο το κεφάλι, ακουμπάει το πόδι του στο δικό μου και με κοιτάει στα μάτια. Δεν έχω να σου δώσω τίποτα σήμερα, του λέω. Πειθήνια επιστρέφει στο κλουβί του και κοιμάται νηστικό.
Δεν το μπορώ όταν με κοιτάει. Μπήκα στον πειρασμό να το εγκαταλείψω. Το είχα πάρει απόφαση. Να το αφήσω να πεθάνει από την πείνα κι έτσι να ησυχάσω. Μα η πείνα του το θρέφει. Γιγαντώθηκε. Σε λίγο δεν θα χωράει στο κλουβί του.
Έξω η πόλη βουλιάζει. Ένα μαύρο ποτάμι κυλάει στους δρόμους αφρισμένο. Τα νερά του μπαινοβγαίνουν από τα ανοιχτά παράθυρα παρασέρνοντας φέρετρα και τουμπαρισμένες βάρκες. Το Ανέκφραστο ορμάει και χτυπάει τους τοίχους αφήνοντας άναρθρες κραυγές.
Ίσως το ξεγελάσω, αν το ταΐσω με όσα σκουπίδια έχω μαζεμένα τόσα χρόνια από βιβλία και φυλλάδες. Ίσως να δηλητηριαστεί και να ψοφήσει. Θα θάψω τότε το κουφάρι του βαθιά και πάνω από τον τάφο του θα απαγγείλω συγκινητικό επικήδειο.
Ενθάδε κείται...Τι;
Δεν ξέρω. Δεν θυμάμαι. Δεν θέλω. Δεν ελπίζω. Δεν μπορώ. Κουράστηκα.
Με το μικρό καλάθι μου, τις τρύπιες τσέπες και το καπέλο μου από βροχή.

Να αποθηκευτούν οι αλλαγές; Ας αποθηκευτούν. Έστω να πάρω μια αναβολή. Πριν το θηρίο με κάνει μια μπουκιά.


7 σχόλια:

  1. Κι ἂ σου μιλῶ μὲ παραμύθια καὶ παραβολὲς
    εἶναι γιατί τ ̓ ἀκοῦς γλυκότερα, κι ἡ φρίκη
    δὲν κουβεντιάζεται γιατί εἶναι ζωντανὴ
    γιατί εἶναι ἀμίλητη καὶ προχωράει-
    στάζει τὴ μέρα, στάζει στὸν ὕπνο
    μνησιπήμων πόνος.

    Γ. Σεφέρης, Τελευταίος σταθμός

    (Ευχαριστώ Έφη)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλησπέρα, Quasar. Γράφεις πολύ όμορφα. Χαίρομαι πολύ που με επισκέφθηκες. Θα σε... παρακολουθώ. :))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλησπέρα, Λωτοφάγε. Κι εγώ χαίρομαι. Σε παρακολουθώ από καιρό, τα κείμενά σου μου αρέσουν γιατί είναι λιτά και εύστοχα :-))

      Διαγραφή
  3. Πανεμορφο κειμενο,ξεχειλιζει ευαισθησια και ανθρωπια!Συγχαρητηρια!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ξύπνησα ψάχνοντας λέξεις να εκφράσω τις πολύ πρωινες σκέψεις μου. Και τότε σε διάβασα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ένα πολύ πρωινό σχόλιο κι αρχίζει ωραία η μέρα. Σε ευχαριστώ Ντίνα :)

      Διαγραφή