Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

ΟΥΤΟΠΙΑ


Ο αέρας μύριζε ακόμα χημικά. Ανέβηκα τα σκαλιά του Συντάγματος ανοίγοντας δύσκολα δρόμο ανάμεσα στο πλήθος. Πίσω από τις μάσκες και τα άσπρα από το μαλόξ πρόσωπα οι ξαγρυπνισμένοι άνθρωποι χαμογελούσαν. Από τα παράθυρα της Βουλής οι πολιορκημένοι αστυνομικοί κοιτούσαν έντρομοι. Πήρα την Πανεπιστημίου και κατέβηκα μέχρι την πλατεία Ταξίμ. Εκεί οι Τούρκοι σύντροφοι είχαν στήσει γλέντι. Χόρευαν χαρούμενοι γύρω από τις φωτιές και τραγουδούσαν. Μια ομάδα Πορτογάλων μπήκε στην πλατεία φωνάζοντας συνθήματα και αγκαλιάστηκαν με τους Τούρκους. Έφυγα από εκεί παρέα με κάτι χαροκόπους Βέλγους. Ανέβηκα από τη Σταδίου κι έστριψα στη Μεγάλη Οδό. Στο σημείο που συναντά την Πουέρτα ντελ Σολ, ασφυκτικά γεμάτη από κόσμο, οι Ισπανοί, αποκαμωμένοι από τη μάχη, είχαν γείρει να ξεκουραστούν. Μαύρες και κόκκινες σημαίες ανέμιζαν. Κάποιος φώναξε πως οι Ιταλοί χρειάζονται βοήθεια και χιλιάδες κόσμος έτρεξε κι ανέβηκε τη Σόλωνος. Πήγα μαζί τους. Στην Πιάτσα Σάντι Απόστολι μερικοί αστυνομικοί πρόβαλαν την τελευταία αντίσταση. Σύντομα, περικυκλωμένοι από Ιρλανδούς, Γερμανούς και Άγγλους αγωνιστές πέταξαν τις ασπίδες και τα ρόπαλα και παραδόθηκαν. Ξαναγύρισα στο Σύνταγμα, πήρα τη Φιλελλήνων και βρέθηκα στην Πλατεία Βαστίλης όπου οι Γάλλοι ζητωκραύγαζαν σκαρφαλωμένοι στα οδοφράγματα. Κοίταξα γύρω μου. Οι άνθρωποι, νικητές, άφηναν τα μετερίζια τους και έσμιγαν με τους άλλους. Όλες οι γλώσσες, όλες οι εθνικότητες συγχέονταν. Όλες οι ηλικίες. Το πλήθος με παρέσυρε κι ανέβηκα τη σκάλα. Εκεί, από την ταράτσα του σπιτιού μου φαίνονταν οι πλατείες όλου του κόσμου να λάμπουν από τις φωτιές. Ο αέρας έπαιρνε μακριά το σύννεφο από τα δακρυγόνα. Ξημέρωνε μια καινούργια μέρα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου