Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

Ο ΤΟΙΧΟΣ


Δεν ήταν νύχτα ακόμα, δεν ήταν μέρα πια. Κανείς δεν ήτανε στο σπίτι. Μακριά ηχούσαν κεραυνοί. Έβρεχε στάχτη πέντε μέρες. Κατέβηκα τη σκάλα και βγήκα στο δρόμο. Το πλήθος ωρυόταν. Κάποιοι έκλαιγαν, κάποιοι γελούσαν. Πήγαιναν κι έρχονταν χωρίς σκοπό και σκουντουφλούσε ο ένας πάνω στον άλλο.
"Μετανοείτε", κράδαινε κάποιος το σπαθί του με τις τρεις λεπίδες κι ανεβασμένος σε ένα καφάσι απαριθμούσε επιτόκια. Στα πόδια του ένα σκυλί κυνηγούσε την ουρά του. Γύρω από μια φωτιά μετρούσαν λίρες που άδειαζαν από ξεπλυμένα κρανία.
Στο τέλος του δρόμου οι χτίστες ανεβασμένοι σε σκαλωσιές έχτιζαν τον τοίχο. Κόντευαν να τον τελειώσουν.
Μια διμοιρία πάνοπλων Φρουρών έφτασε τρέχοντας. Βροντούσαν τις ασπίδες τους κι ο κόσμος σκόρπισε αλαφιασμένος. Χτυπώντας όποιον έβρισκαν μπροστά τους άνοιξαν διάδρομο κι έφτασαν στην πλατεία. Ο επικεφαλής μάγος άνοιξε με επισημότητα ένα κουτί. Έγινε ησυχία. Έχωσε το χέρι του και σκόρπισε χρυσόσκονη στον αέρα. Ξανά και ξανά. Όρμησαν όλοι τότε, σέρνονταν με τα γόνατα να αρπάξουν. Μα μόλις η χρυσόσκονη άγγιζε τη λάσπη, άφριζε κι έβγαινε κίτρινος καπνός. Όσοι ήταν κοντά εξαερώθηκαν, κάμποσοι λιποθύμησαν. Φεύγοντας οι Φρουροί πήραν μαζί τους όμηρους τα λιγοστά τριαντάφυλλα του πάρκου.
Είδα μια εφημερίδα στα πόδια μου. Τη σήκωσα. Ανοδικοί ρυθμοί ανάπτυξης έγραφε. Οι καμπύλες έτειναν στο άπειρο, το μέλλον έχασκε ολόλαμπρο. Μια ριπή βρώμικου αέρα θρόισε στα φυλλώματα κι η εφημερίδα μου έφυγε από τα χέρια. Σήκωσα το κεφάλι. Παράξενα φρούτα αιωρούνταν στα κλαδιά. Στις ρίζες των δέντρων τα παιδιά ενός νηπιαγωγείου μάζευαν μανδραγόρες σε ένα καλάθι. Ο δάσκαλος χτυπούσε το καμτσίκι στις γυαλιστερές μπότες του και σιγοσφύριζε εμβατήρια. "Ο Θάνατος" ψιθύρισα. "Τι είπες;", ρώτησε το κεφάλι του κλόουν που πρόβαλε από ένα κάδο. "Ο Θάνατος". Βγήκε από την κρυψώνα του με ανοιχτή τη μαύρη ομπρέλα του." Είσαι οπαδός της ζωής", είπε και την κράδαινε απειλητικά. Του έδειξα το πένθος στο μανίκι μου. Δεν ήξερε τι να μου πει και βούτηξε ξανά στον κάδο του κι έκλεισε το καπάκι. Πήγα προς τον τοίχο.
Ο τραπεζίτης πρόβαλε ξαφνικά από τη γωνία και μου άρπαξε το χέρι. "Υπογράψτε εδώ, παρακαλώ", μου είπε. Κι έβγαλε ένα λευκό χαρτί από την τσάντα του, ένα περίστροφο και δυο σφραγίδες. Υπέγραψα, το σφράγισε και μου έδωσε ένα αντίγραφο. Έφυγε τρέχοντας κι από τις τσέπες του έπεφταν χρυσά δόντια.
Πίσω στον τοίχο ο εργολάβος σήκωσε τα μάτια στον μαύρο ουρανό. "Τετέλεσται", φώναξε θριαμβευτικά κι ύστερα κάρφωσε το κοντάρι του με το σφουγγάρι μπροστά στα πόδια μου.
"Που είναι τα παιδιά", τον ρώτησα. "Που είναι τα παιδιά;" Μου έδειξε τον τοίχο. "Πίσω από εκεί. Κλαίνε συνέχεια", μου είπε. Ακούμπησα στον τοίχο. "Έπρεπε κάπου να τα κλείσουμε", είπε. Έστησα αυτί κι άκουσα από την άλλη μεριά το βουητό της θάλασσας. Μύριζε θειάφι.
Στην κόγχη του τοίχου ήρθαν εργάτες κι ακούμπησαν μια τεράστια τηλεόραση. Την άνοιξαν. Στο πάνελ ομοιόμορφες φιγούρες με κοστούμια κοίταζαν το πλήθος και σχολίαζαν. Στην κεφαλή του τραπεζιού ο Μέγας Υποκριτής κάρφωσε πάνω μου το βλέμμα του, έκανε νόημα να σωπάσουν όλοι κι ύστερα με έδειξε με το χέρι του. Γύρισα και χώθηκα στο πρώτο στενό.
Μπροστά στο νοσοκομείο, ο υπουργός έκοψε με ένα χρυσό ψαλίδι τη μαύρη κορδέλα κι ύστερα σφάλισε την καγκελόπορτα με ένα λουκέτο. Στις πλάκες του πεζοδρομίου είχαν ξαπλώσει ένα παιδάκι. Η μάνα του το νανούριζε. Τα μάτια του δεν έβλεπαν. Η καρδιά του δεν χτυπούσε. "Θα χρειαστούν θυσίες", είπε ο υπουργός περίλυπος στον επικήδειο. Ακούστηκαν χειροκροτήματα.
"Πού είναι οι φίλοι μου", αναρωτήθηκα.
Είχε σκοτεινιάσει κι έκανε κρύο. Κι ήθελα να γυρίσω πίσω.  Ο κλόουν στάθηκε μπροστά μου. Μου έδειξε με την ομπρέλα του ένα φωτισμένο παράθυρο. Μέσα δυο νεαροί κοιμόντουσαν ζαρωμένοι δίπλα σε ένα μαγκάλι. Ένα τηλέφωνο χτυπούσε. Έφυγα τρέχοντας κι αυτός με ακολούθησε.
Στην πόρτα του δικαστηρίου κάποιοι σήκωναν στα χέρια έναν μαυροντυμένο ζητωκραυγάζοντας. Τα μάτια και τα χέρια του έσταζαν αίμα. "Αθώος!" φώναζαν υψώνοντας στον αέρα τα μαχαίρια τους.  Πίσω από τα κάγκελα άλλοι έσερναν κάποιον αιμόφυρτο. Τα πρόσωπά τους ήταν καλυμμένα με κουκούλες. Στα χέρια τους κρατούσαν λάβαρα. "Ένοχος!"
"Πού είναι η γυναίκα μου". Ο κλόουν γέλασε. "Πού είναι το σπίτι μου". Γελούσε συνέχεια. Μου έδειξε με το χέρι του.
Γύρισα και κοίταξα. Το σπίτι μου δεν ήταν εκεί. Διάβασα. Οδός Άγνωστη, αριθμός Μηδέν. Κτίζανε τώρα εκεί τον τοίχο. Είχε μείνει μια μικρή τρύπα εκεί που ήταν η πόρτα. "Θα μπεις ή θα μείνεις έξω", με ρώτησε ένας χτίστης με το μυστρί στο χέρι. Χώθηκα μέσα κι έκλεισα την πόρτα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου