Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Η ΘΛΙΒΕΡΗ ΧΟΡΟΕΣΠΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΤΡΙΚΑΛΩΝ


Κι εμείς δύσκολα μεγαλώσαμε. Από χωριά δίχως ηλεκτρικό, μας έφεραν μωρά στις πόλεις. Μα η φτώχεια ήταν δημοκρατική, η φτώχεια μας είχε αξιοπρέπεια. Με ένα μαγκάλι ζεσταινόμασταν, το ίδιο εμείς κι οι φίλοι μας. Κι όλο και καλυτέρευε σιγά σιγά η ζωή μας κι οι πατεράδες μας δεν αγόραζαν πια τσιγάρα χύμα, παίρνανε ολόκληρο πακέτο και πριν ανάψουν χτύπαγαν το τσιγάρο πάνω του με στυλ. Τους βλέπαμε και κάναμε όνειρα, σεμνά, στα μέτρα μας.
Αυτά όμως τα παιδιά τα έχουν διαλύσει. Τα ανάθρεψαν και τα μεγάλωσαν ταΐζοντάς τα με σκουπίδια. Η Ελλάδα του Mall, που έχει ταλέντο, χορεύει με τους σταρς κι επιβιώνει στο σπίτι του Μεγάλου Αδελφού. Σκυλάδικα και καφετέριες και κινητά και πόζες. Κι ύστερα ξαφνικά ένα πρωί τους είπαν στοπ. Μέχρις εδώ τα αστεία.
Τώρα τα σπίτια κάποιων από τα παιδιά αυτά είναι παγωμένα. Βγαίνουν στη γύρα για να βρουν παλιόξυλα να κάψουν. Ο πατέρας του ενός απολυμένος, του άλλου υπό απόλυση. Ο τρίτος σε προσωρινή εργασία, με ελαστικό ωράριο, δουλεύει και δεν δουλεύει, παίρνει μηνιάτικο όσα του δίνουν. Χωρίς περίθαλψη, όλοι με χρέη. Οι μάνες τους μια απ' τα ίδια, σπάνε το κεφάλι τους να βρούνε τι θα βάλουν στο τσουκάλι κάθε μέρα. Παιδιά που μεγαλώνουν με την προσταγή "να ξεχάσουν όσα ξέρανε" χωρίς ακόμα να καταλαβαίνουν ακριβώς σε τι και γιατί έφταιξαν, διδάσκονται σε αίθουσες κρύες σαν τις ψυχές τους πως προορίζονται να κουβαλούν για πάντα ένα καλάθι ζητιανιάς για να το γεμίζουν και να το επιδεικνύουν στους εργοδότες. Διπλώματα και δεξιότητες και εξειδικευμένες γνώσεις. Γυρνούν στο σπίτι τους το βράδυ μετά το φροντιστήριο και χώνονται στις κουβέρτες για έναν ύπνο χωρίς όνειρα. Μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει.
Τώρα νοιώθουν το μέλλον να ζαρώνει και να χάνεται. Ακούνε τους μεγάλους: να φύγει αυτή η χρονιά, να βγάλουμε το μήνα, να περάσει κι αυτή η βδομάδα, να βραδιάσει γρήγορα. Που να ακουμπήσουν; Που να στηριχτούν; Οι ίδιοι οι γονείς τους ετοιμόρροποι, αν ακουμπήσουν πάνω τους θα σωριαστούν κατάχαμα.
Δεν ξέρουνε τι φταίει τα παιδιά. Δεν έχουνε τον τρόπο να το βρουν. Αυτό το εφόδιο δεν φρόντισε κανείς να τους το δώσει. Ακόμα αντηχούν στα αυτιά τους τα τελευταία χειροκροτήματα, τα μάτια τους είναι θαμπά ακόμα από τους προβολείς. Ο κόσμος είναι ένα άλυτο αίνιγμα για αυτά. Και μόνο απορούν καθώς βλέπουν τη ζωή να υποβιβάζεται σε έργο δυσβάσταχτο.
Μα πρέπει να προσαρμοστούν. Έτσι τους λένε. Να παίξουν στη ζωή με τους κανόνες που τους όρισαν. Γιατί αυτοί είναι, δεν αλλάζουν. Κι εύχονται στον πατέρα τους:
"Πατέρα, καλή τύχη. Σου εύχομαι να είσαι εσύ ο τυχερός".

Μια εξάμηνη σύμβαση στα Lidl. Ο τυχερός...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου