Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΕΝΤΡΟ



Ένα μικρό δεντράκι είχαμε για τα Χριστούγεννα, το ίδιο πάντα. Το είχε κλεισμένο στην κασέλα η μάνα μου και το έβγαζε κάθε χρονιά, μαζί με τα μπαμπάκια του, τη φάτνη από χαρτόνι που ξεδίπλωνε και γίνονταν τρισδιάστατη, τις μπάλες, τα στολίδια, το αστέρι.
Το ίδιο δέντρο, το ίδιο μπαμπάκι που είχε με τα χρόνια κιτρινίσει και σβολιάσει, οι ίδιες μπάλες, όλα ίδια κι απαράλλαχτα για όσα χρόνια έζησα εκεί. Ίσως να είναι ακόμα φυλαγμένο κάπου, εκεί που θα το άφησε την τελευταία φορά η μάνα μου πριν χρόνια, με προσεκτικά διπλωμένα τα κλαδιά του, μαζί με τα στολίδια του τυλιγμένα σε παλιές εφημερίδες. Κι η φάτνη ίσως να υπάρχει, μισοσκισμένη, μουχλιασμένη. Κάπου, στο παλιό μου σπίτι.

Έφηβος έφυγα από εκεί. Πήρα ένα καράβι κι έφυγα. Μεγάλωσα, είδα άλλους τόπους, γνώρισα κόσμο, την ερωτεύτηκα και με ερωτεύτηκε, φτιάξαμε το δικό μας σπίτι. Χριστουγεννιάτικο δέντρο, όμως, δεν μπήκε εκεί για χρόνια. Είχαμε τους δικούς μας τρόπους να γιορτάζουμε, δεν χρειαζόμασταν να πορευτούμε με τους άλλους. Ο καταναλωτισμός των εορτών, λέγαμε, κι ήμασταν απασχολημένοι να ξεθάψουμε την αμμουδιά κάτω από το πλακόστρωτο, να πιούμε τη ζωή μας μονορούφι. Πώς να ταιριάξει ο Ίγγυ με τους άγγελους και οι Βέλβετς με το Θείο βρέφος...

Μετά από χρόνια, ήρθαν τα παιδιά. Μαζί τους επέστρεψε θριαμβευτικά στη ζωή μας και το δέντρο. Κάθε χρονιά καινούργιο, ζωντανό, τόσο ψηλό που κόβαμε την κορφή για να χωράει στο σαλόνι. Μπάλες, λαμπάκια, στολίδια σε αφθονία. Μαζί και γράμματα στον Άι Βασίλη, κάλαντα, δώρα. Γελούσαν τα παιδιά, γλύκαινε η ζωή μας.

Ύστερα, ήρθαν τα δύσκολα. Οι νέοι μεγαλώνουν, οι μεγάλοι γερνούν. Οι πρώτες απώλειες. Πού κέφι για γιορτές. Και απανωτά η κρίση που μας διέλυσε μαζί με όλους τους άλλους. Καθώς τα χρόνια περνούσαν, και πριν ακόμα πάρουν το δρόμο τους τα παιδιά μας, το δέντρο που ο ερχομός τους είχε φέρει, βγήκε από τη ζωή μας. Θα το έχουν όμως στην καρδιά τους να θυμούνται.

Γυρνώ τα βράδια και η γειτονιά είναι κατασκότεινη. Στα λιγοστά ανοικτά παράθυρα αναβοσβήνουν τα λαμπάκια κάποιου δέντρου. Τα φώτα τους, έτσι μοναχικά που νεύουν στους διαβάτες, μου μοιάζουνε συχνά με φώτα καραβιών που παλεύουν με τα κύματα πριν βυθιστούν.

Απόψε, μια σκέψη σηκώνει από το χώμα το νήμα της ζωής μου απαλά, το δένει κόμπο σε όσα σημεία έχει κοπεί  και με οδηγεί σε αυτό το σκοτεινό λαβύρινθο που περιπλανιέμαι. Η σκέψη πως στο παλιό μου σπίτι, που τώρα έρημο και ακατοίκητο το τρώει η υγρασία, εκεί στη ντουλάπα του διαδρόμου, αν στέκει ακόμα όρθια, ή στην αρχαία κασέλα, το δεντράκι μου κοιμάται με διπλωμένα τα κλαδιά του και με περιμένει. Να το σηκώσω σαν μωρό από την κούνια του και να το στήσω στη γωνιά του. Να το στολίσω όμορφα, με τα μπαμπάκια και τις μπάλες του, να του φορέσω στην κορφή το αστέρι, να ανοίξω στη βάση του τη φάτνη, να ανάψω τα λαμπάκια του. Και τότε θα φωτίσει, λέει, ξαφνικά, ολόκληρη η ζωή μου και θα φανεί ολοκάθαρα πως ο λαβύρινθος δεν ήταν παρά ένας κύκλος.


6 σχόλια:

  1. Απαντήσεις
    1. Σε ευχαριστώ. Αν έρθεις τα Χριστούγεννα, μέχρι και δέντρο θα στολίσουμε.

      Διαγραφή
  2. Συγκινητικό!
    Αυτά τα Χριστούγεννα, λοιπόν, στο παλιό σπίτι με το πρώτο δέντρο που σίγουρα σε περιμένει!

    ΑπάντησηΔιαγραφή