Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2019

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΖΩΓΡΑΦΙΖΕ ΣΤΙΣ ΠΟΡΤΕΣ




"Ούτε λεπτό μη μείνεις. Πέρνα από εκεί αν θες, μα αν είναι νύχτα μη σηκώσεις το κεφάλι, μη ρίξεις ούτε μια ματιά τριγύρω, φύγε!"
Τα λόγια του ηχούσαν στο μυαλό μου καθώς στο έμπα του χωριού είχα σταθεί και κοίταζα τα ερειπωμένα σπίτια. 
"Μέσα σε μια βραδιά, χάθηκαν όλοι. Άφαντοι!"
Για το χωριό μου μίλαγε. Που είχα να πάω πενήντα χρόνια.
Φύσηξε ένας δυνατός βοριάς και ήχησε η καμπάνα. Ξερά τα δέντρα ανασάλεψαν και έσεισαν τα γυμνά κλαδιά τους, χέρια που γύρευαν να αρπάξουν αν τύχαινε να φτερουγίσει κάτι ανάμεσα. Μα δεν πετούσε τίποτα εκεί. Μόνο στην πλαγιά απέναντι ακούστηκε ένας γκιώνης, ύστερα σώπασε κι αυτός.
"Μόνο ένα παιδί έμεινε, λένε οι ιστορίες. Το παιδί αυτό τρελάθηκε από την ερημιά. Μόνο την πλάτη του έχουν δει, τη σκιά του καθώς τρέχει να κρυφτεί από όσους τύχει να περνάνε. Γυρνάει στους δρόμους και ζωγραφίζει με την κιμωλία πάνω στις πόρτες των σπιτιών αυτούς που έμεναν κάποτε εκεί. Για να ΄χει συντροφιά; Ποιος ξέρει".
Ήθελα να του πω πως κάνει λάθος. Δεν με άφησε. Ο αφηγητής μου, ένας γέρος βοσκός, που ήρθε και κάθισε απρόσκλητος μαζί μου, όταν στο καφενείο ξεστόμισα ποιος ήμουν και πού πάω, επέμεινε.
"Μπορείς να δεις τις ζωγραφιές στις πόρτες. Όταν τις σβήνει η βροχή, πάει και τις ξαναφτιάχνει. Και απο πάνω έχει γράψει τα αρχικά του καθενός".
Πήρα τον κατάσπαρτο με ασφόδελους δρόμο. Δεξιά κι αριστερά είδα τις πόρτες των σπιτιών, άλλες κλειστές κι άλλες ορθάνοιχτες να τις φυσάει ο αέρας δείχνοντας το ρημαγμένο μέσα τους, και πάνω τους τις ζωγραφιές που μου είχε πει. Άτεχνα σχέδια, παιδικά. Εδώ ένας άντρας μόνος του, πιο πέρα μια γυναίκα, αλλού μια ολόκληρη φαμίλια.
"Όσοι ξενητεμένοι σαν και σένα γύρισαν να επισκεφτούν τον τόπο τους, έφυγαν πάλι τρομαγμένοι και δεν γύρισαν ποτέ. Δυο απ' αυτούς που ξώμειναν εκεί, δεν τους ξανάδε άνθρωπος".
Πέρασα μπροστά από το μαυρισμένο ερείπιο στην πλατεία με βήμα γρήγορο και το κεφάλι κάτω, και βρέθηκα στο σπίτι μου. Πάτησα στο κατώφλι του, εκεί που είχα σταθεί να τους κοιτάξω τελευταία φορά, τότε που για μια χούφτα λίρες με έδωσαν σε ξένους, "για το καλό μου". Είδα στην πόρτα το σχεδιασμένο πάνω της με κιμωλία ζευγάρι και από πάνω τα αρχικά τους. Την έσπρωξα, και άνοιξε τρίζοντας. Μέσα, όλα τα πράγματα στη θέση τους, θαμμένα κάτω από τη σκόνη τόσων χρόνων.
"Κι αν νυχτωθείς εκεί, όσο κουρασμένος νά 'σαι, μη διανοηθείς να κοιμηθείς. Πάει, χάθηκες".
Κάθισα κατάχαμα, ακούμπησα την πλάτη μου στον τοίχο κι έκλεισα τα μάτια.
"Πάει, χάθηκες!"
Ξύπνησα από φωνές. Με πήρε από το χέρι ο πατέρας μου και κατεβήκαμε το δρόμο προς το σπίτι εκείνο, από όπου έβγαιναν φλόγες και μαύροι καπνοί. Μπροστά στην πόρτα τους, πεσμένοι στα γόνατα, ο άντρας και η γυναίκα έκλαιγαν. Γύρω τους είχε μαζευτεί όλο το χωριό. "Αναρχικοί! Κομμούνια! Βρωμοεβραίοι!", φώναζαν και  τους έφτυναν. Το χέρι μου πόνεσε από το σφίξιμο και σήκωσα το κεφάλι να τον δω. Άγριο γυάλιζε το μάτι του καθώς φώναζε κι αυτός μαζί τους. Με έπιασε και με σήκωσε να δω καλύτερα. Σηκώθηκε ένα ξύλο, έπεσε βαρύ. Ύστερα κι άλλο. Κάποιος χτύπησε ένα παιδί, το έριξε πάνω στο ζευγάρι, κι αυτοί το αγκάλιασαν να το φυλάξουν. Με άφησε κάτω ο πατέρας μου, έσκυψε, έβαλε στο χέρι μου μια πέτρα, με έσπρωξε μπροστά. "Ρίξε!" μου είπε. Σήκωσα το χέρι. "Ρίξε!"
"Καταραμένο το χωριό σου, καλύτερα που ερήμωσε. Οι άνθρωποί του ήταν θηρία. Χωρίς καρδιά, χωρίς στάλα συμπόνοια", μου είχε πει ο βοσκός πριν φύγει.
Με πήρε ο ύπνος κι ονειρεύτηκα πως ήμουν στο σχολείο. Εκείνο το παιδί έγραφε με την κιμωλία στον πίνακα. Γεμάτος με ονόματα ήταν. Γύρισε και με κοίταξε, και είδα το πρόσωπό του μαύρο από αίμα και καπνιά. Στον πίνακα είχε γράψει τώρα τελευταίο το όνομά μου.
Κάτι σαν σούρσιμο φιδιού ακούστηκε απέξω. Πετάχτηκα όρθιος και άνοιξα την πόρτα. Κανείς. Κοίταξα πάνω το φεγγάρι που πρόβαλλε από ένα μαύρο σύννεφο. Τότε, μεμιάς, άδειασα από ζωή. Σωριάστηκα βαρύς στις πλάκες.
"Σου το 'χα πει. Δε μ' άκουσες", άκουσα πάλι το βοσκό.
Έστεκε από πάνω μου. Πίσω του είδα που είχε βγει ο ήλιος.
Πεσμένος όπως ήμουν, το βλέμμα μου έπεσε στο μαυρισμένο ερείπιο, πέρα μακριά. Φάνηκε στο παράθυρο μια σκιά και ύστερα χάθηκε. Δοκίμασα να σηκωθώ. Δεν είχα δύναμη, ένα κομμάτι κούτσουρο ήμουν. Μόνο το αριστερό μου χέρι ένιωθα. Και το μυαλό μου είχε γίνει ένα κουβάρι όπου έρχονταν κι έφευγαν σκέψεις αλλόκοτες.
"Κοίταξε εκεί", μου είπε.
Μου έπιασε το κεφάλι και το γύρισε όπως έπρεπε, να δω.
Δεν γύρευε συντροφιά εκείνο το παιδί. Εκδίκηση έψαχνε. Αυτό ήταν που ήθελα να του πω.
Στην πόρτα σχεδιασμένο ένα παιδάκι κρατιόταν τώρα από το χέρι του άντρα. Από πάνω, είχε γραμμένα τα αρχικά μου. Μισοτελειωμένο ήταν. Το κεφάλι μου έμενε ένας άδειος κύκλος και το αριστερό μου χέρι έλειπε. Η τιμωρία έμεινε μισή, και αρπάχτηκα σε αυτό τον κόσμο λίγο πριν με τραβήξει στο δικό του.
Τώρα, καθηλωμένος στο κρεβάτι, μισερός, με το μυαλό μου μόνιμα πενήντα χρόνια πριν, στη νύχτα εκείνη, εύχομαι να είχε προλάβει. Να είχε τελειώσει η ζωγραφιά μου, να ησυχάσω.

---



Με αφορμή μια ιστορία που άκουσα από φίλους για ένα χωριό στην Αμοργό
(φωτογραφία επεξεργασμένη από βίντεο του Νίκου Σαράντου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου