Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

ΜΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕ ΤΟ ΜΗΤΣΟ




Κυριακή πρωί, καθόμασταν στο κατώφλι της κυρα Φώτως. Οι υπόλοιποι είχαν πάει άρον άρον στην εκκλησία με τις μανάδες τους. Είπαμε όσα είχαμε να πούμε για τα ποδοσφαιρικά -εγώ για Γιούτσο και Σιδέρη, αυτός για Νεστορίδη και Παπαϊωάννου-, είχαμε αρχίσει και βαριόμασταν.
"Έχεις καμιά χαρτοσακούλα σπίτι;" μου είπε ο Μήτσος. Πήγα και έφερα. Χώσαμε μέσα μια κοτρόνα, τσακίσαμε την άκρη της σακούλας να μη φαίνεται και την αφήσαμε στη μέση του δρόμου. Ο πρώτος άτυχος ήταν ο Αντώνης, ο μπακάλης. Περνώντας είδε μπροστά του τη σακούλα, πήγε να την κλωτσήσει αδιάφορα, τσάκισε το πόδι του. Έβρισε και μας κοίταξε καχύποπτα. Εμείς κάναμε πως ήμασταν απασχολημένοι να μετράμε τις κάρτες της Μέλο. Έφυγε κουτσαίνοντας. Ο δεύτερος ήταν ένας μάγκας από την επάνω γειτονιά. Κατέβαινε τρέχοντας, κάνοντας μόνος του τσαλίμια με τη μπάλα, κλώτησε επιδέξια και τη σακούλα, βρέθηκε κάτω με τα γόνατα γδαρμένα. Αυτός, που ήξερε το κόλπο, μας ψυλλιάστηκε, μας έβρισε κι έφυγε με την απειλή πως θα φέρει κι άλλους να μας πλακώσουν.
Η σακούλα είχε σκιστεί. "Έχεις καμιά μισίνα;" είπα τότε στο Μήτσο. Πήγε κι έφερε. Απλώσαμε τη μεσινέζα, την τεντώσαμε, δέσαμε τη μιαν άκρη της στο στύλο του ηλεκτρικού, την άλλη στο σίδερο για τις λάσπες. Κρυφτήκαμε στη γωνία και κρυφοκοιτάζαμε ποιος θα έρθει. Για ατυχία μας, είδαμε που κατέβαινε ο Τάσος ο τσαγκάρης. Αυτόν δεν τον χωνεύαμε, ούτε κι αυτός μας χώνευε, και από τη μέρα που μια καραβολίδα του Ηλία είχε σπάσει το τζάμι του μαγαζιού του ήμασταν σε πόλεμο. Κοιταχτήκαμε με το Μήτσο, δεν χρειάστηκε να πούμε τίποτα, το βάλαμε στα πόδια. Πριν στρίψουμε στην άλλη γωνία, γυρνώντας το κεφάλι τον είδαμε πεσμένο κάτω, να ετοιμάζεται να σηκωθεί για να μας κυνηγήσει. Τρέξαμε με την ψυχή στα δόντια, ανεβήκαμε στο Μπεντένι. Εκεί, κάτσαμε κάτω από ένα πεύκο να ξελαχανιάσουμε, προσεκτικά να μην πατήσουμε καμιά καπότα.
"Έχεις σπίρτα;" με ρώτησε ο Μήτσος. Είχα. Δεν κάπνιζα αλλά ένα κουτί σπίρτα ήταν πάντα χρήσιμο. Έβγαλε από την τσέπη του ένα σπιρτόκουτο κι αυτός. Ήταν γεμάτο με μπαρούτι, από αυτό που μαζεύαμε από τα πυρομαχικά που ήταν σπαρμένη η πόλη. Άναψα ένα σπίρτο, φυσούσε όμως λίγο κι έσβησε. Σκύψαμε πάνω από το κουτάκι, κάναμε απάγκιο με τα χέρια μας, άναψα άλλο σπίρτο, το έφερα πάνω στο μπαρούτι. Ακούστηκε ένα δυνατό "μπραφ" και ήρθε η φλόγα και μας πήρε τα πρόσωπα. Πεταχτήκαμε πάνω και το βάλαμε στα πόδια, εγώ από δω κι ο άλλος από κει. Για πότε βρέθηκα στο σπίτι, ούτε που κατάλαβα. Με είδε η μάνα μου και τρόμαξε. Τα φρύδια μου, τα ματοτσίνορα, τα μαλλιά, όλα καψαλιασμένα. Με τράβηξε στο σπίτι του Μήτσου, το ίδιο χάλια ήταν κι αυτός. Ανάστατη κι η μάνα του. Φάγαμε την κατσάδα της ζωής μας.
Το απόγευμα το σοκ είχε περάσει. Μαζευτήκαμε να παίξουμε μονότερμα. Σε άλλη ομάδα εγώ, σε άλλη ο Μήτσος. Στον τοίχο ενός άδειου σπιτιού είχαμε ζωγραφίσει με κιμωλία το τέρμα. Όλα καλά κι ωραία, ώσπου σούταρα ένα ψηλοκρεμαστό κι η μπάλα πήγε στη γωνία. "Γκολ!" λέω εγώ, "έξω" λέει ο Μήτσος. "Να ρε, εδώ είναι το σημάδι από τη μπάλα", "τι λε ρε", λέει αυτός, "εδώ είναι το σημάδι, αυτό είναι παλιό". Με τα πολλά πιαστήκαμε στα χέρια, μου δίνει μια μπουνιά και μάτωσε το χείλι μου. Πιάνω το αίμα εγώ, γίνομαι έξαλλος. Με βλέπει ο Μήτσος να έχω αγριέψει, τρέχει να φύγει. Τρέχω κι εγώ ξοπίσω του, μα αυτός ήταν πιο ψηλός, στο τρέξιμο δεν τον έφτανα, μου ξέφυγε.
Το βράδυ, τον είδα να κάθεται πάλι στης κυρα Φώτως. Πήγα και στάθηκα μπροστά του. Με κοίταξε προκλητικά.
"Στο μάτωσα το χείλι έτσι; Για να μάθεις να μη μου κάνεις το μάγκα".
"Χέστηκες όμως. Το έβαλες στα πόδια για να μη σε πιάσω".
"Γιατί, κι αν με έπιανες τι θα μου έκανες".
Έδωσα τόπο στην οργή.
"Έχεις άλλη μισίνα;"
Πήγε κι έφερε. Δέσαμε τη μια άκρη στο ρόπτρο της πόρτας της κυρα Ελένης. Ένα μπρούτζινο χεράκι ήταν. Κρυφτήκαμε στη γωνία και τραβήξαμε τη μισίνα. Βγήκε η κυρα Ελένη να δει ποιος χτύπησε, δεν είδε κανένα, έκλεισε την πόρτα. Ξανά εμείς. Δυο τρεις φορές έγινε αυτό, ώσπου άπλωσε το χέρι και κατάλαβε τι γίνεται. Το βάλαμε στα πόδια. Όταν απομακρυνθήκαμε αρκετά, καθίσαμε καταμεσής στο δρόμο και γελάσαμε με την ψυχή μας. Ήμασταν ευτυχισμένοι.
Μετά είπαμε ένα γεια και πήγαμε στα σπίτια μας. Την άλλη μέρα είχαμε σχολείο.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου