Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2017

Ο ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ



Ούτε που θυμόταν πια πόσο καιρό ταξίδευε. Έφτασε κάποτε σε ένα χωριό. Γνωστό του φάνηκε. Τα σπίτια ήτανε κλειστά, οι δρόμοι σκοτεινοί και η ψυχή του τρομαγμένη. Τα βήματά του είχαν ξυπνήσει τα σκυλιά κι αυτά τον γάβγιζαν πίσω απ’ τις μάντρες. Ο γρύλος τον ακολουθούσε, τα σαμιαμίθια τρέχαν πέρα δώθε και χώνονταν στις πέτρες, η σκλώπα φώναζε με θλίψη.
Μια πόρτα άνοιξε, το φως της λάμπας χύθηκε στο δρόμο. Πρόβαλε το κεφάλι της και του έγνεψε να μπει. Μπήκε και στάθηκε στη μέση του δωματίου, δεν ήξερε τι έπρεπε να πει και τι να κάνει. Του είπε να κάτσει, του έδειξε την καρέκλα και κάθισε κι αυτή από την άλλη μεριά του τραπεζιού. Καθίσαν εκεί αμίλητοι.
Γύρισε και την κοίταξε. Ήταν πολύ γριά, θα κόντευε ενενήντα.
- Θες να ανοίξω την τηλεόραση; τον ρώτησε.
Της έγνεψε ναι κι αυτή σηκώθηκε, πήγε και την άνοιξε και γύρισε με το τηλεκοντρόλ.
- Βάλτη όπου θες, του είπε και του το έδωσε.
Το άφησε σε ένα σήριαλ κι έδειξε ικανοποιημένη. Κάποια στιγμή τον ρώτησε χωρίς να γυρίσει προς το μέρος του.
- Θα φύγεις πάλι, έτσι δεν είναι;
Της είπε ναι, τι άλλο να της πει;
- Πρέπει να φας πριν φύγεις. Μη φύγεις νηστικός μέσα στη νύχτα κι αρρωστήσεις.
Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Έφερε ένα πιάτο με ψωμί κι ελιές κι ένα κομμάτι άσπρο τυρί. Έκοψε μια ντομάτα κι έριξε αλάτι, έφερε κι ένα μπουκάλι με ρακή κι ένα ποτήρι. Ύστερα κάθισε πάλι στη θέση της και κοίταζε την τηλεόραση, ρίχνοντας όμως προς το μέρος του κλεφτές ματιές.
Χτύπησε η πόρτα. Η γριά άνοιξε και μπήκε ένας ψηλός άντρας. Τη χαιρέτησε και τη φίλησε σταυρωτά χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά σ’ αυτόν.
- Ήρθε ο γιος μου, του είπε αυτή.
- Άργησε λίγο όμως, Λενιώ. Τώρα πια είσαι πεθαμένη.
Δεν του απάντησε η γριά. Κάθισε πάλι στην καρέκλα της κι έβλεπε τηλεόραση. Ο άντρας δεν έμεινε πολύ, τη χαιρέτησε κι έφυγε αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή.
- Κι εσύ έχεις πεθάνει, μπάρμπα Κωστή, έκανε να φωνάξει πίσω του, μα το μετάνιωσε, δεν είπε τίποτα.
Σηκώθηκε κι αυτός. Την είδε βουρκωμένη. Έσκυψε και της φίλησε το χέρι και βγήκε στο δρόμο. Κόσμος πολύς είχε μαζευτεί απέξω τώρα. Του έκαναν χώρο να περάσει και τον κοιτούσαν λυπημένοι. Τους ήξερε όλους, τους θυμόταν. Στη χαρουπιά γύρισε και είδε τη φιγούρα της στο φως της πόρτας. Κρατιόταν από την κάσα κι έγνεφε με το άλλο της χέρι αντίο. Έστριψε κι έφυγε μέσα στα σκοτάδια προς τον ποταμό. Κάπου από κει ακουγόταν τώρα η σκλώπα. Είχε σταθεί και τον περίμενε, είχανε δρόμο ακόμα.


(στην Πουπερμίνα)

5 σχόλια:

  1. Ένα μικρό διαμάντι. Μού ήρθε στο νου: "Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμένα

    βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,

    βλέπει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.

    Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,

    και τα σπιτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα."

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τόσο μεγάλη τιμή, δε θα τη φανταζόμουνα ποτέ :)
      Σε ευχαριστώ πολύ

      Διαγραφή
  2. Ένα μόνο θα πω: σα σήμερα έχασα πριν χρόνια τη μάνα μου. Ευχαριστώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή