Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΑΣ ΜΑΖΙ


Στη Βιργινία

Το τελευταίο ταξίδι τους μαζί, το κάνανε με ένα καράβι. Νύχτα, 22 με 23 Δεκέμβρη, έξι ολόκληρα χρόνια πριν. Λίγο κοιμήθηκε. Δεν τον έπαιρνε ο ύπνος, είτε στον καναπέ του σαλονιού γερμένος, είτε ακουμπώντας το κεφάλι στο τραπέζι. Ήθελε να τη νιώσει ως τα βάθη της ψυχής αυτή τη νύχτα, να τη ρουφήξει και να τον ρουφήξει. Να εντυπωνόταν, λέει, μέσα του ανεξίτηλα, έτσι που να μπορέσει κάποτε να τη διηγηθεί. Κάπως σαν χρέος το ένιωθε. Να αρχίσει κάποτε μια ιστορία λέγοντας "το τελευταίο ταξίδι μας μαζί, ..." και να συνέχιζε έτσι και να μπορούσε να χωρέσει αυτή η ιστορία όλη την αίσθηση εκείνης της νύχτας, ώστε να τη διηγηθεί με όλους τους ήχους της, τις μυρωδιές, τις συναντήσεις, τις κουβέντες, τις αμήχανες σιωπές, τους συνεπιβάτες, το πλήρωμα, το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, το ουίσκι στο πλαστικό ποτήρι. Να ανέπνεε η ιστορία στα λόγια του όπως ανέπνεε τότε αυτός εντός της, σκόρπιος, χαμένος, να ψάχνει μια απάνεμη γωνιά στο κατάστρωμα για να καπνίσει, και να θερίζει ο αέρας, να καίγεται το τσιγάρο πριν τραβήξει δυο γεμάτες ρουφηξιές.

Άφησε και πέρασαν τα χρόνια. Ελάχιστα μπορεί να διηγηθεί τώρα από εκείνο το ταξίδι. Λίγα συγκράτησε. Μονάχα ότι θυμόταν, όπως θυμάται τώρα, διηγήσεις διηγήσεων, είτε από αυτήν είτε γι' αυτήν, κι ένιωσε για λίγο σαν να είχε ανέβει κι η ίδια στο κατάστρωμα κι είχε σταθεί πλάι του και δεν τον κοίταζε αυτόν, μόνο μιλούσε, σαν να μιλούσε στα μαύρα κύματα, κι άκουγε τη φωνή της μέσα του, κομμάτια κι αποσπάσματα, ξέφτια ζωής, γι' αυτήν,
που ήταν η μεγαλύτερη από πέντε αγαπημένα αδέρφια,
κι είχε ο πατέρας της ο Κωσταντής ένα μαύρο γάτο που τον αγαπούσε και του έδινε από τη ρέγκα του χαριστικά να φάει,
κι ένα όμορφο άσπρο άλογο που το έφερε μαζί του από τη Μικρασία μα του το έκλεψαν κάποτε οι γύφτοι,
πως ήταν όμορφο κορίτσι κι η μάνα της της είχε φτιάξει ένα ωραίο φουστάνι από Γερμανικό αλεξίπτωτο,
και ήταν η καλύτερη μαθήτρια, μα με τον πόλεμο σταμάτησε στη τρίτη του δημοτικού,
που είχε την Αντριάνη φιλενάδα κι όλο έλεγε ιστορίες για τις κουζουλάδες που έκαναν μικρές,
κι έπαιρνε τα αδέρφια της να πάνε στο Λασίθι με το γάιδαρο, να φορτώσουνε πατάτες κι αλεύρι από τους μύλους,
που ήξερε να ζυμώνει, να φτιάχνει πιταρίδες και λουκάνικα, ελιές, σταφίδες, όλα τα καλά,
που την παντρέψανε στη Χώρα δίχως να το θέλει, και πήγε σε ένα σπίτι που ούτε εκεί τη θέλανε, γέννησε εκεί την κόρη της, έφευγε στο χωριό, γέννησε εκεί το γιο της,
κι ύστερα έμεινε χήρα,
φτώχεια,
και νοίκιαζε τα δωματιάκια γύρω από την αυλή να ζήσουν,
αυτή που άφηνε τα παιδιά να φάνε καλιτσούνια μόλις ερχόταν η μαύρη λαμαρίνα ζεστή από το φούρνο,
που τους έκανε βεντούζες όταν αρρώσταιναν,
που τους τηγάνιζε πατάτες όταν πείναγαν,
που τους άναβε το μαγκάλι όταν κρύωναν,
και τα κρατούσε από το χέρι στην πλατεία,
με μια σακούλα με κουλούρια να μοιράσει στα ανήψια στο χωριό,
που μπόρεσε να σπουδάσει τα παιδιά της,
κι ύστερα έμεινε μόνη της, ταξίδια πότε εκείνη, πότε αυτά,
που χώρια τους δεν έκανε, όμως μακρυά από τη γη και τους δικούς της δεν μπορούσε,
που γέρναγε, την έτρωγε η ζωή σιγά σιγά,
γράμματα, δέματα όλο αγάπη, με ένα μπουκέτο μανουσάκια ανάμεσα στα πορτοκάλια και το λάδι,
τα καλοκαίρια που έσμιγαν, γιορτή γι' αυτήν,
τα εγγόνια της,
να ποτίζουν το περβόλι και να μαζεύουν μαζί τα καρύδια, η χαρά της, και να τρυγούνε το αμπέλι,
κι ύστερα η αρρώστια,
η απαίσια αρρώστια που όλα τα χάλασε, όλα τα σκάρτεψε, κι αυτούς ακόμα πιο πολύ,
δύσκολα κι άχαρα χρόνια,
και πάνε τα αμπέλια, πάνε οι ελιές, πάει η αγάπη, πάει μια ολόκληρη εποχή,
"άδικα των αδίκω" θα 'λεγε,
τότε ήταν που αλήθεια καταλάβανε πως μεγαλώσανε,
αυτά κι άλλα θυμότανε.

Και τώρα να, τι να σας πει, "το τελευταίο ταξίδι μας μαζί, το κάναμε με ένα καράβι", μονάχα αυτό και σταματάει, ήταν μια κρύα νύχτα του Δεκέμβρη, αυτός άγρυπνος να καπνίζει στο κατάστρωμα, κι εκείνη που νόμισε για μια στιγμή πως ήταν εκεί δίπλα του, η μάνα του, να είναι στο αμπάρι, σε μια μαύρη κούρσα, κλεισμένη σε ένα ξύλινο κουτί, να περάσει έτσι την κρύα κι άγρια θάλασσα, να κάνει το τελευταίο ταξίδι τους μαζί, το τελευταίο ταξίδι της, να πάει πίσω εκεί να βρει τα αδέρφια της και τους δικούς της, στο σπίτι της που το έφαγε η ερημιά κι η υγρασία, στη γη της, πίσω εκεί, στην αρχή αρχή αρχή αρχή του χρόνου.


2 σχόλια: