Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

ΑΓΙΟΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΓΙΑΣΕΜΙ




Δεν ξαναπάω σ' αυτό το σινεμά. Να με σταυρώνετε, δεν ξαναπάω.
Αρχές Αυγούστου ήταν. Άδεια η γειτονιά, άδεια η πόλη.

Πάω κάθε μέρα εκεί. Κάθε μέρα. Κι όταν ξεμένω από λεφτά, κάθομαι απ' έξω με τις ώρες.

Και το θερινό σινεμά, άδειο κι αυτό. Κανείς. Μα μου είπε ο ιδιοκτήτης πως θα παίξουν την ταινία, μόνο για μένα, δεν πειράζει. Ωραία ήταν, αγιόκλημα και γιασεμί.

Μπήκα και ήταν άδειο. Μόνο αυτή η κοπέλα ήταν εκεί. Κάθισα δυο σειρές πιο πίσω, λίγο στα δεξιά της. Να μην ενοχλώ.

Τότε ήρθε εκείνος. Πιο πολύ τον μύρισα παρά τον άκουσα. Γύρισα να τον δω. Ένας μαυριδερός ήταν, από Συρία ή κάτι τέτοιο, δεν τους ξεχωρίζω.

Γύρισε και με κοίταξε. Ήταν όμορφη. Ολόιδια η γυναίκα μου ήταν. Της χαμογέλασα. Νομίζω ότι χαμογέλασε κι αυτή.

Δεν είδα την ταινία. Δεν μπορούσα. Ένιωθα όλη την ώρα καρφωμένα στην πλάτη μου τα μάτια του. Όποτε γύρναγα το κεφάλι τον έβλεπα να με κοιτάει και να χασκογελάει.

Δεν είδα την ταινία. Δεν μπορούσα. Κοίταζα τα μαλλιά της κι ήταν σαν να έβλεπα τη Φατιμέ μου.

Στο διάλειμμα πήγα και πήρα μια πορτοκαλάδα. Ήρθε κι αυτός, δεν πήρε τίποτα, μόνο με κοίταζε. Μετά κάθισα στην τελευταία σειρά. Ήρθε και κάθισε δυο θέσεις παραπέρα.

Ήθελα να της μιλήσω. Ξέρω λίγα αγγλικά. Μα ντρεπόμουν. Κάθισα κοντά της, μήπως και βρω το θάρρος.

Σηκώθηκα και πήγα στον ιδιοκτήτη. Του είπα ότι με ενοχλεί. Μου είπε ότι θα το κανονίσει. Όταν γύρισα και κάθισα, σηκώθηκε και ήρθε προς το μέρος μου. Τρόμαξα.

Ήθελα να πάω δίπλα της για να της πω πόσο έμοιαζε στη Φατιμέ. Μόνο αυτό. Τότε ήρθαν δυο άντρες με ξυρισμένο κεφάλι και με άρπαξαν.

"Πετάξτε τον έξω!", φώναζα έξαλλη. "Που ήρθαν στη χώρα μας και δεν μπορούμε ούτε να βγούμε από τα σπίτια μας".

Δεν ξέρω Ελληνικά. Αυτή τους φώναζε να σταματήσουν και να φύγουν, σίγουρα. Μα δεν της έδωσαν σημασία. Με πήραν έξω και με χτύπησαν.

Έτρεμα από τη σύγχυση. Κάθισα μέχρι που τέλειωσε η ταινία, δεν θυμάμαι ούτε ποια ταινία έβλεπα. Σηκώθηκα να φύγω κι έτρεμα ακόμα.

Πονούσα πολύ. Σηκώθηκα και πήγα ένα στενάκι παραπέρα και κάθισα στο πεζοδρόμιο να συνέλθω. Την είδα τότε να έρχεται.

Είχα μπει στο στενάκι. Πίσω μου έρχονταν οι δυο νεαροί. Για προστασία, τους είπα, μέχρι να βγω στα φώτα. Τότε πετάχτηκε εμπρός μου και μου φώναξε. Δεν έχω ξαναπάρει τόσο τρόμο.

Τους είχα δει που την ακολουθούσαν. Δεν θα άφηνα να της κάνουν κακό. Της φώναξα να φύγει και μπήκα ανάμεσά τους. Έτρεξε μακριά και γλύτωσε. Εμένα με χτύπησαν πολύ. Με έριξαν κάτω και με κλώτσησαν με τις αρβύλες.

Δεν ξαναπάω σ' αυτό το σινεμά. Τελείωσε. Το σκέφτομαι και με πιάνει φρίκη.

Πάω κάθε μέρα εκεί μήπως ξανάρθει. Δεν έχω πού αλλού να πάω. Ξύρισα και τα γένεια μου για να μη με γνωρίζουν. Κι όταν το σινεμά θα κλείσει, πάλι θα κάθομαι απ' έξω. Κάποτε θα φανεί.

Αυτοί δεν είναι άνθρωποι, παιδί μου, είναι ζώα. Ούτε συναισθήματα έχουν ούτε ηθική.

Μόνο για να την ξαναδώ. Και να της πω πόσο πολύ της μοιάζει η γλυκιά μου Φατιμέ. Που μου την πήρανε τα κύματα και τώρα κάπου στο βυθό κοιμάται μόνη της.



2 σχόλια:

  1. Τι μελαγχολική ιστορία quasar και δυνατή και έξυπνα γραμμένη. Λες αυτοί οι πιο ανυπεράσπιστοι να μας βγάλουν από το λήθαργο, δείχνοντάς μας πόσο γρήγορα στροβιλιζόμαστε όλοι μέσα στην κοινή μοίρα; Λες γι αυτό να τους φοβούνται τόσο;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σε ευχαριστώ :)
      Δεν είμαι αισιόδοξος, ο λήθαργος είναι βαθύς. Αυτό που χρειάζεται επειγόντως είναι ένα άλλο υπόδειγμα. Για να πάψει να θεωρείται αυτό που βιώνουμε ως φυσική κατάσταση.

      Διαγραφή