Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

ΕΚΔΡΟΜΗ


Άρχισε να τσουλάει αργά το λεωφορείο φίσκα επιβάτες, κοτσονάτες γριές μαυροντυμένες, μεσόκοπους, κοπέλες σαν τα κρύα τα νερά, νέους, συνταξιούχους με μαντήλι στο τσεπάκι, μαθητές, νεαρές μαμάδες με μωρά, τσούλαγε ωραία το λεωφορείο μέσα από τα στενά, στα πεζοδρόμια νεραντζιές, ελιές, μουριές, χάιδευαν τα κλαριά τα τζάμια κι έμπαινε ωραίος και ζεστός ο ήλιος, θαλπωρή και νύστα, και δίπλα αυλές με γλάστρες, κι ο οδηγός, αντάξιος της θέσης του, ανίχνευε πίσω από τα μαύρα του γυαλιά το οδόστρωμα που ήταν στρωμένο υποσχέσεις, προσεκτικά εξέταζε τις πινακίδες σαν να ήταν χάρτες και μας κατεύθυνε έπειτα με σιγουριά εκεί που έπρεπε και φεύγαμε αφήνοντας πίσω με ανακούφιση την πόλη, γέρνανε τα βλέφαρα γλυκά κι όπως πηγαίναμε έσβηνε ο θόρυβός της πίσω μας, πλάταινε ο δρόμος κι απομακρύνονταν δεξιά κι αριστερά τα σπίτια ώσπου χάθηκαν, τίποτα δεν φαινόταν γύρω μας, μόνο χωράφια με σπαρτά και καρακάξες, λίγο ακόμα και θα βλέπαμε τη θάλασσα στο βάθος, εκεί όπου μας περίμενε μια αμμουδιά μικρή, να απλώσουμε τα σώματά μας κάτω από τον ήλιο, και στο ένα μέτρο η θάλασσα να βρέξουμε τα πόδια μας, το βράδυ θα ανάβαμε φωτιά και θα έπιαναν οι γριές ένα ηπειρώτικο, θα βγάζαμε από τις τσάντες τις ρακές, θα στρίβαμε τσιγάρα και το άλλο πρωί θα έρχονταν κι άλλα λεωφορεία, θα έφταναν κορνάροντας μέσα στη σκόνη και θα κατέβαιναν οι δικοί μας άνθρωποι και θα έπεφταν στην αγκαλιά μας γιατί είχαν χρόνια να μας δουν και θα ήταν, λέει, εκεί μια νέα αρχή,
μα λιποψύχησε ο οδηγός ή διάβασε, ο άσχετος, λάθος τους χάρτες κι έστριψε εκεί που δεν έπρεπε και, ώσπου να ανοίξω εγώ τα μάτια μου, μας ξαναγύρισε στην πόλη, στένεψε ο δρόμος ξαφνικά, τα δέντρα γέρναν χτικιασμένα πάνω μας, χτύπαγαν τα κλαριά απειλητικά στα τζάμια, κλειστά παράθυρα, ξέχειλες οι αυλές σκουπίδια και μαραμένα τα φυτά στις γλάστρες, κρύφτηκε ο ήλιος, σφίχτηκαν κι οι καρδιές μας, κανείς γενναίος δε βρέθηκε να του πει μια κουβέντα και σκιαγμένοι όλοι άρχισαν να κατεβαίνουν εδώ κι εκεί στις στάσεις άρον άρον, άλλος να πάει στη λαϊκή να πάρει χόρτα, άλλος στο νεκροταφείο να ανάψει ένα καντήλι, άλλος στον ξάδερφο, στη γκόμενα, στο σχολείο, στο σπίτι, στο τίποτα, άδειασε το λεωφορείο και έμεινα εγώ και δυο τρεις άλλοι, πιο άτυχοι απ' όλους και κατεβήκαμε στο τέρμα και σύραμε βαριά τα βήματά μας ο ένας πίσω από τον άλλο μέχρι την Εφορία, γαμώ το κέρατό μου, γαμώ.


4 σχόλια:

  1. Απαντήσεις
    1. Ναι, άκαρδη, γέλα με τον πόνο μας εσύ...

      Διαγραφή
  2. Πάντα υπάρχει μια Εφορία, πρόθυμη να καταστρέψει ένα ειδυλλιακό τοπίο... Καλημέρα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πάντα! Δεν θα τους περάσει όμως. Καλή σου μέρα :)

      Διαγραφή