Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2014

Η ΑΣΠΙΔΑ



Το οπλοστάσιό μου ήταν πλήρες. Σφεντόνα από κλαρί ελιάς, με λάστιχα από σαμπρέλα και δεσίματα από γερό πετσί. Άλλη σφεντόνα με λεπτό λάστιχο, για δίχαλα. Βαλίστρα. Ξύλινο σπαθί με τη λαβή τυλιγμένη με καλώδιο. Μια σιδερόβεργα από τη διπλανή οικοδομή. Χαλίκια και δίχαλα γεμάτες οι τσέπες. Τέλος, ασπίδα από κούτα "υποκαμίσου" με περασμένο ένα σκοινί για να την κρατάω. Ήμουν περήφανος για αυτήν. Πάνω της είχα ζωγραφίσει την ξεριζωμένη βελανιδιά του Ιβανόη.
Τόλμησαν να ειβάλλουν κάποτε στη γειτονιά μας. Μεσημέρι, αιφνιδιαστικά. Μα γρήγορα ανασυνταχτήκαμε. Η μάχη έγινε σώμα με σώμα, ευτυχώς δεν άνοιξαν κεφάλια. Δείξαμε αυτοσυγκράτηση, μπήκαν στη μέση κι οι μεγάλοι και μας χώρισαν πριν χυθεί αίμα. Τους κυνηγήσαμε ως τη γειτονιά τους όμως, κι έντρομοι αυτοί κλειστήκανε στα σπίτια τους. Κι ενώ χαιρόμασταν τη νίκη μας με ιαχές θριάμβου μας επιτέθηκαν οι ενισχύσεις τους. Στημένη μας την είχαν. Βγήκανε οι μανάδες στα μπαλκόνια συνεννοημένες κι άδειασαν πάνω μας κουβάδες με νερά και μας ραντίζαν με τα λάστιχα από τις αυλές. Κι ύστερα βγήκανε στο δρόμο με τις σκούπες. Σα βρεγμένες γάτες, έτσι φύγαμε άρον άρον. Όσο φτάναμε στα εδάφη μας τόσο πιο δυνατά ζητωκραυγάζαμε για να ξορκίσουμε την πανωλεθρία μας. Μάταια, τρέμανε οι φωνές μας από το κρύο. Όμως αυτό που με έκανε κουρέλι εμένα ήταν άλλο. Που ο φούρναρης, που ακουμπισμένος στην πόρτα χάζευε την επιστροφή των βρεγμένων πολεμιστών, κοίταξε την ασπίδα μου που είχε μουλιάσει και δείχνοντάς την με ρώτησε. "Ελιά έχεις μωρέ ζωγραφισμένη στην ασπίδα; Ξερικιά είναι. Γιάντα την πότισες;" Και γέλαγε, γιατί δεν ήξερε πόσο αυτή η χαρτόκουτα με είχε προστατέψει.
Έμεινε έκτοτε ανοχύρωτη η γειτονιά μας. Κανείς δεν είχε διάθεση να την υπερασπιστεί. Έγινε άτυπη ανακωχή και στραφήκαμε σε ειρηνικές δραστηριότητες. Μπάλα, χαρταετοί, πατίνια. Τα όπλα μας καταχωνιάστηκαν στις κούτες με τις "Μάσκες". Ούτε που μιλήσαμε ξανά για την αποφράδα μέρα που κάποιες μανάδες κατατρόπωσαν ένα γενναίο στρατό. Καμιά ιστορία δεν έγραψε αυτή τη μελανή σελίδα. Και πριν το καταλάβουμε, εντελώς ξαφνικά, μια μέρα μεγαλώσαμε.

Τώρα όλη η ζωή είναι ένα απέραντο πεδίο μάχης. Υπερασπίσου τον εαυτό σου, λένε. Με άδεια χέρια εσύ, γυμνός. Απέναντι, πάνοπλοι αυτοί θερίζουν. Πυρ κατά βούληση. Βουτάνε από πάνω τα όρνια και ξεδιαλέγουν. Πλήρης αιφνιδιασμός κι αργούμε ακόμα να ανασυνταχτούμε.
Τουλάχιστον να είχα μια ασπίδα, αυτό είναι που μου λείπει. Με ένα ξεριζωμένο κάτι, ό,τι νάναι, ζωγραφισμένο πάνω της. Βελανιδιά, ελιά ή έστω ένα χορταράκι. Κι οι ρίζες του να βρίσκουν χώμα να στεριώσουν, να μην το παίρνει ο αέρας.

2 σχόλια:

  1. Το καλό είναι ότι γράφονται και λέγονται υπέροχα πράγματα εν μέσω κρίσης.
    Το κακό είναι ότι (και) η κρίση μάς έδωσε έναυσμα για να γραφτούν...
    Καλό μεσημέρι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γράφονται και υπέροχα σχόλια, όμως. Σε ευχαριστώ :)

      Διαγραφή