Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

ΖΕΣΤΗ


Κρυώνει, ξύλιασαν τα δάχτυλα, δύσκολα γράφει. Μα αυτό αντέχεται, θα πει, θα ρίξει μια κουβέρτα πάνω του, ύστερα ίσως άλλη μια, θα το ρυθμίσει. Όπως πέρασε ο περσινός έτσι θα φύγει και ο φετεινός χειμώνας. Μα ο άλλος θερμοστάτης ρέταρε, ο εσωτερικός, αυτός που ρυθμίζει τί αέρηδες φυσάνε στο μυαλό του και τον καιρό που κάνει στην ψυχή του και νιώθει κιόλας κρυάδες να ψαχουλεύουν με παγωμένα δάκτυλα το μέσα του καθώς φορούν το σώμα του σαν γάντι. Δεν έχει ζέστη εδώ, δεν έχει θαλπωρή κι ας πέσουνε λεφτά από τα σύννεφα κι ας κάψουν τα καλοριφέρ στο φουλ. Πάει απορρυθμίστηκε ο θερμοστάτης κι ίσα που ξεροβήχει το παλιομηχάνημα μαύρους καπνούς στα υπόγεια παλεύοντας να ξανάρθει στα ίσα του και φτύνει μόνο θολές εικόνες ζέστης, προϊόντα ατελούς καύσης νοθευμένων από την πολυκαιρία καυσίμων.

Ζέστη σε καφενεία, αποχαυνωτική. Με την ξυλόσομπα να καίει αχόρταγη στη μέση. Με τα τζάμια αρκετά θαμπά από τους ατμούς για να μη βλέπει ούτε τη δικιά του εικόνα ούτε τον έξω κόσμο που πορεύεται με ομπρέλες στα τυφλά σε γλιστερά πεζοδρόμια. Στο καφενείο ενός χωριού όπου οι αιωνόβιοι παίζουν πρέφα λιγομίλητοι και οι ρακές ανάβουν δυνατές φωτιές στα σπλάχνα του. Ίσως σε καφενείο επαρχιακού σταθμού των ΚΤΕΛ, όπου περιμένει το λεωφορείο κι εύχεται να καθυστερήσει λίγο ακόμα ή να μη φτάσει ποτέ, ώστε να μείνει πάντα εκεί να περιμένει. Στη ζέστη. Σε καφενεία λιμανιών μπροστά σε μια ερημική αποβάθρα περιμένοντας το πλοίο που θα έρθει μέσα από τη βροχή ειδικά για αυτόν, μόνο για αυτόν, για να τον πάρει και να πάει να τον αδειάσει πάλι εκεί από όπου μερικές μέρες πριν ξεκίνησε
Ζέστη, νύχτα στο θάλαμο όπου είναι ο μόνος ξύπνιος. Καθισμένος στο κρεβάτι κοιτάει απορημένος στα χέρια του τα κορδόνια από τα άρβυλα καθώς τινάζει τα όνειρα από πάνω του, όπως τινάζει το χιόνι από το αδιάβροχο, αναποφάσιστος για μια στιγμή αν μόλις γύρισε από τη σκοπιά ή αν τώρα θα ανοίξει η πόρτα και θα τον ρουφήξει το σκοτάδι
Σε παγωμένα σπίτια ακόμα, κι ας μπάζουν σφυρίζοντας οι χαραμάδες, κάτω από τις κουβέρτες, κι ας λέει αυτή μη μ' αγγίζεις, τα χέρια σου είναι κρύα, θα ζεσταθούν στο σώμα της και τα δικά της στο δικό του, η πιο γλυκιά ζέστη από όλες
Ζέστη σε σπίτια πάνω στο βουνό, έξω λυσσομανάει, με αναμένο τζάκι όλη νύχτα, μπουκάλια άδεια, τασάκια γεμάτα, μασημένες κασέτες, ιστορίες μισοτελειωμένες
Ζέστη σε λεωφορεία, με το κεφάλι γερμένο στον διπλανό ώμο, στην εθνική άγνωστων χιλιομέτρων με λαϊκά τραγούδια, πουρνάρια, τρόχαλους, τρύπιες πινακίδες, γκρεμούς και εικονοστάσια
Ζέστη σε θάλαμους νοσοκομείων ξενυχτώντας σε μια καρέκλα πάνω από ένα παιδί που του σφίγγει το χέρι ή δίπλα σε μια γριά κοιτώντας τους ορούς να στάζουν παράταση αποστειρωμένης ζωής
Σε αίθουσες συναυλιών και μπαρ όπου η κάπνα των τσιγάρων και η θολούρα του αλκοόλ κατατροπώνει την ομίχλη έξω στο δρόμο
Σε εκκλησίες ακόμα
Σε κινηματογράφους
Πιο πίσω ακόμα. Ζέστη γύρω από ένα μαγκάλι, με τα χρυσόχαρτα απλωμένα πάνω του όμορφα, όλη η φαμίλια μαζεμένη, οι πεθαμένοι με τους ζωντανούς, ποιος νοιάζεται για τις χιονίστρες όταν μέσα στη στάχτη σιγοψήνονται τα κάστανα
Αυτή τη ζέστη θέλει να θυμάται περισσότερο από όλες, αυτή δεν θέλει να ξεχάσει. Κι ας του παγώνει τώρα την καρδιά χειρότερα κι από τον πιο βαρύ χειμώνα, γιατί μόλις βρεθεί εκεί και πιάσει τη μασιά στο χέρι, ένα κοριτσάκι έρχεται να καθίσει δίπλα του και τον κοιτάει στα μάτια και τον αγγίζει κι είναι τα χεράκια του φτιαγμένα από πάγο. Κι ο θερμοστάτης τότε γίνεται κομμάτια.
Αυτή τη ζέστη θέλει να θυμάται. Κι αυτό το κοριτσάκι.

2 σχόλια:

  1. Την έχω ξανακούσει αυτή τη σιωπή, όταν κάτι που λέγεται σε αγγίζει τόσο που δε χρειάζεται ούτε σχόλια ούτε ενστάσεις, μόνο λίγες στιγμές για να συνειδητοποιήσεις ότι έτσι ακριβώς έπρεπε να ειπωθεί κι από αυτό το δρόμο να σε συναντήσει. Να πώς είναι ευκαιρία η κρίση για να βρούμε λόγια να μιλήσουμε ο καθένας για το δικό του ταμείο σε νόμισμα υποτιμημένο, από καιρό εκτός κυκλοφορίας, και για να στήσουμε αυτί σε λόγια εμποδισμένα από τη φλυαρία της κοινωνικής επιτυχίας που μας χρέωνε όλο αυτό τον καιρό, με επιτόκιο αναπηρίας, τη ζωή που διαλέγουμε και την αγάπη που μας διαλέγει, το πένθος που υπομένουμε και τη νιότη που δεν μας αντέχει, τα ασχεδίαστα βήματα που μας ξεστρατίζουν πάντα προς το πιο ουσιώδες, αυτό που μας χαρίζεται πριν το ονειρευτούμε και μας βρίσκει μόνο αν μπορέσουμε ταπεινά να το αναγνωρίσουμε. Να φοράς ζεστά γάντια quasar, να αποφεύγεις τα ρεύματα και να μας μιλάς πότε-πότε γιατί εκεί έξω μουσκεύουμε στην ίδια βροχή, στην ίδια ταλάντωση ανάμεσα σ' αυτό που είναι τόσο πολύτιμο για να το σπαταλήσουμε αλλά τόσο αναγκαίο για να μη το μοιραστούμε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όσα γάντια και να φορέσω, οι χιονίστρες είναι πάντα εκεί. Σε ευχαριστώ.

      Διαγραφή