Τετάρτη, 10 Απριλίου 2013

ΜΙΑ ΦΩΝΗ ΣΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ



Άργησε να με πάρει κι είχα ανησυχήσει. Άραγε της συνέβη τίποτα; σκεφτόμουν. Να είναι όλοι καλά στην οικογένειά της; Μια και δεν ξέρω τίποτα για αυτήν, περνούσαν χίλια δυο από το μυαλό μου. Κάποιο ατύχημα, μια αρρώστια, πολλά μπορούν να συμβούν.
Προσπαθώ να μαντέψω από τη φωνή της την εμφάνισή της. Πρέπει να είναι όμορφη. Φοράει άσπρο πουκάμισο και τζιν. Μαύρα εσώρουχα. Μαλλιά καστανά, σπαστά, μάτια βαμμένα. Μάλλον μικροκαμωμένη. Σκουλαρίκια. Καπνίζει κρυφά στις τουαλέτες. Πίνει καφέ με γάλα. Γελάει δυνατά.
Κάθε φορά που μιλάμε, η συνομιλία μας τελειώνει απότομα, με την υπόσχεση όμως ότι θα με ξαναπάρει. Πάντα τηρεί την υπόσχεσή της. Εγώ θα ήθελα όμως να μιλούσαμε λίγο ακόμα. Να τη ρωτήσω πάλι πως τη λένε, γιατί όλο το ξεχνάω. Κι επίσης τί μουσική της αρέσει, τί διαβάζει, αν πάει σινεμά ή θέατρο, αν είναι ερωτευμένη. Αν έχει κάποιον να την παίρνει τακτικά τηλέφωνο όπως αυτή, πού γεννήθηκε, πού μεγάλωσε. Για τους έρωτές της, τα όνειρά της. Πράγματα που θα έπρεπε να λένε οι κανονικοί άνθρωποι όταν μιλάνε. Αντί για αυτό σωπαίνω κι όταν αυτή γίνεται αυστηρή γιατί, όπως μου λέει, είμαι ασυνεπής, ψελλίζω δικαιολογίες κι υπόσχομαι πως θα επανορθώσω.
Η φωνή της είναι πάντα ήρεμη, σχεδόν τρυφερή. Αν και προς το τέλος της συνομιλίας μας κάπως σκληραίνει. Σαν να έχει κουραστεί και θέλει να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα. Μιλάει και νιώθω πως οι σκέψεις της τρέχουν αλλού. "Δεν περνάει η ώρα, κρύωσε ο καφές, τι θα φάμε το μεσημέρι, πρέπει να πάρω εκείνα τα παπούτσια". Ίσως κοιτάει εμπρός της τα κατάστιχα και τραβάει μια γραμμή με το στυλό και με διαγράφει από κάποια λίστα, βαριεστημένα, εξετάζοντας ήδη μηχανικά το επόμενο όνομα. Αυτό με κάνει να αμφιβάλλω αν θα ήταν σκόπιμο να της ζητήσω να τα πούμε από κοντά κάποια στιγμή, να γνωριστούμε καλύτερα.
Σήμερα με πήρε ξανά τηλέφωνο. Μου λέει πάντα το όνομά της μα δεν το συγκρατώ. Κόβονται τα πόδια μου όταν ακούω τη φωνή της. Κι αυτή υποκρίνεται πως δεν με ξέρει και με ρωτάει όνομα κι επώνυμο κι ύστερα το όνομα του πατέρα μου. Παίρνω από την Τράπεζα, μου λέει, και η συνομιλία μας καταγράφεται. Έχετε κάποιες ληξιπρόθεσμες οφειλές.
Θα ήθελα να τη ρωτήσω αν της αρέσει αυτό που κάνει. Αν το μικρό κορίτσι που ήταν κάποτε είχε φανταστεί ποτέ πως θα έκανε, όταν μεγαλώσει, μια δουλειά σαν τη δική της. Αν έχει εξοφλήσει όλες τις οφειλές της σ' αυτό το κορίτσι και κοιμάται ήρεμη τις νύχτες ή την ξυπνάει συχνά το κουδούνισμα ενός γιγάντιου τηλέφωνου και μια παιδική φωνή στοιχειώνει τον ύπνο της.


4 σχόλια:

  1. Το πρωί ήμουν στη γειτονιά σου Quasar, στη στάση, κρυφακούγοντας δυο ηλικιωμένες γυναίκες με μπαστουνάκι στην κουβεντούλα τους. Το κάνω αυτό κατ' ανάγκη (μιλάνε δίπλα μου) και γιατί έχει την ομορφιά του (μικρές ιστορίες μικρών ανθρώπων, συναρμολογείς τα μισόλογα και νομίζεις ότι βρήκες κάποιο νόημα). Έχει χάσει την ομορφιά του εδώ και καιρό. Όλα αγχωτικά και αδιέξοδα. Όλα τα ίδια και μου μοιάζουν, εμένα που σ' όλη μου τη ζωή με φόβιζε η διαφορετικότητα κι έλεγα όταν θα μεγαλώσω θα γίνω σαν τους κανονικούς ανθρώπους. "Δεν μπορούσα να κοιμηθώ χτες το βράδυ, έλεγε η μια, ξυπνούσα κι έκλαιγα. Μα κανείς να μην το καταλάβει; Λίγο καιρό είχε που τόκλεισε το μαγαζί. Αλλά είναι και τα παιδιά, το ένα το είχε στείλει στο εξωτερικό". "Είχε δικό του σπίτι"; Ρωτούσε η άλλη. "Όχι στο νοίκι, σε πολυκατοικία. Εκεί ανέβηκε στην ταράτσα κι έπεσε. Αυτή όμως μην έρθει στην κηδεία, θα τη σκοτώσουν. Του είχε αφήσει τα παιδιά. Δεν είχε αδέρφια. Ο γαμπρός ήταν... τότε στους σεισμούς που είχε πέσει το εργοστάσιο". Αχνά θυμόμουν, την ιστορία με τη Ρικομέξ που πάλι στη στάση είχα ακούσει από στόμα σε στόμα. Τη μικρή γειτονιά που κάθε τόσο νιώθει με ανατριχίλα την οθόνη της τηλεόρασης να εκβάλλει στο διπλανό τετράγωνο, στη δική μας ζωή, πολύ βαρειά για τους ώμους του καθενός. Μην το συζητάς. Τώρα αρχίζω να καταλαβαίνω ότι το "δεν είσαι μόνος" δεν είναι πια παρηγοριά. Ή μήπως είναι;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όχι δεν είναι. Τίποτα δεν αλλάζει. Θα έπρεπε το "δεν είσαι μόνος" να γίνει "δεν είσαι μόνος σου". Που σημαίνει πως έχεις κάποιον άλλο δίπλα σου που όταν σε βλέπει να λαχανιάζεις από το βάρος σου αφήνει λίγο το δικό του και έρχεται να βοηθήσει. Και το αντίστροφο. Μέχρι να καταλάβουμε επιτέλους πως δεν πάει άλλο. Μα εκεί μας έχουν φέρει, καθένας να σηκώνει μόνος του το βάρος του, και να ανταλλάσσουμε απλά βλέμματα κατανόησης και συμπάθειας καθώς, καμιά φορά, οι δρόμοι μας διασταυρώνονται.

      Διαγραφή
  2. Τι ωραία ανατροπή!
    Ένα αλλιώτικο "διάβασμα", πιθανόν ένας υπόγειος ήχος, μια δόνηση, κι ο εφιάλτης ξαναγίνεται όνειρο και μια θλιβερή επανάληψη καθημερινής μιζέριας γίνεται παραμύθι όπου όλοι έχουν όνομα και πρόσωπο.

    (Κάπου εδώ γύρω, θα σας διαβάζω).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ο. χαίρομαι που σου άρεσε και σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.

      Διαγραφή