Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

ΤΑ ΧΟΡΤΑ



Από το τζάμι του λεωφορείου είδα σκυφτό το γέρο να μαζεύει χόρτα. Σε μια νησίδα, στη λεωφόρο Βουλιαγμένης, στην Αργυρούπολη. Μάζευε χόρτα ο γέρος στη νησίδα. Για να φάει, για να γλυτώσει ένα ευρώ. Περνούσαν δίπλα τα αυτοκίνητα κι αυτός γέμιζε τη σακούλα του. Κόκκινο το φανάρι, πράσινο, έφευγαν τα αυτοκίνητα, ποτάμι ήταν ο δρόμος, σαν το ποτάμι του χωριού του, εκεί που η μάνα του πριν χρόνια τον έπαιρνε από μωρό μαζί της στο βουνό για να μαζέψουν τις ελιές, για να ποτίσουν το περβόλι, για να μαζέψουν χόρτα και του έδειχνε τα χόρτα και του έλεγε τα ονόματά τους να τα ξεχωρίζει. Δεν του άρεσαν τα χόρτα μα τα έμαθε με το όνομά τους, κι ύστερα που μεγάλωσε ήρθε στην Αθήνα και βρήκε μια δουλειά και φτιάχτηκε, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά, φύγαν κι αυτά στο σπίτι τους, πέθανε κι η γυναίκα του κι έμεινε μόνος, και είχε πάντα όνειρο μια μέρα να γυρίσει στο χωριό του, δεν τα κατάφερε, δεν είχε τα λεφτά και ρήμαξε το σπίτι και γκρεμίστηκε, έμεινε ο τελευταίος εδώ, μα, να, μαζεύει χόρτα πάλι, σαν να είναι στο χωριό του, η μάνα του τον καμαρώνει, κυλάει το ποτάμι με βουή, φυσάει ο αέρας στα πλατάνια, πετάνε τα πουλιά στα σύννεφα. Μαζεύει χόρτα, ξέρει τα ονόματά τους κι ας μην του αρέσουν, σε κάποιον πρέπει να τα μάθει. Άναψε πράσινο, πήρε το λεωφορείο το ποτάμι κι έφυγε. Κι έμεινε ο γέρος στη νησίδα εκεί, ένα μικρό παιδάκι με τη μάνα του.

2 σχόλια: