Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Η ΜΟΡΑ


Ήμουν εννιά χρονών όταν πέθανε ο πατέρας μου. Με είχαν στείλει σε μια κατασκήνωση για να μην τον δω πώς φεύγει. Έστειλε τότε αυτός έναν ανεμοστρίφουλα εκεί που ήμουν και με ειδοποίησε. Το έχω διηγηθεί αλλού αυτό. Μα φαίνεται πως αυτή η ξαφνική αναχώρηση -για μένα, οι άλλοι γνώριζαν καλά πως ερχόταν το τέλος- κι ο τρόπος που την πληροφορήθηκα, δίχως την αναγκαία προετοιμασία, κάποια κουβέντα αποχαιρετισμού ίσως, μια τελευταία ματιά ή μια συμβουλή, άφησε, εκτός από το κενό στην ψυχή μου, και κάποια πόρτα του άγνωστου μισάνοιχτη. Από εκεί είναι που ξεγλίστρησε στον κόσμο μου η Μόρα και ήρθε και τρύπωσε στις νύχτες μου. Δεν ήξερα ακόμα τότε το όνομά της. Το έμαθα αργότερα.
Ερχόταν κάθε βράδυ. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, μόνο να περιμένω μέχρι να 'ρθει. Έσβηνε η μάνα μου το φως και την περίμενα. Ανάσκελα στο κρεβάτι, ακίνητος, κουκουλωμένος, με ορθάνοιχτα τα μάτια κάτω από τις κουβέρτες, πάσχιζα να κρατήσω την ανάσα μου, να μη μ' ακούσει, μήπως ξεγελαστεί και φύγει. Μα αυτή ερχόταν πάντα. Άκουγα πρώτα την ανάσα της, σαν ρόγχο. Μετά το θρόισμα από τα φουστάνια της, το σύρσιμο των βημάτων της στο τσιμέντο. Ποτέ δεν τόλμησα να βγάλω το κεφάλι να κοιτάξω, μα ούτε που μπορούσα γιατί είχα παγώσει με τον ερχομό της. Ήξερα όμως, ένιωθα, πότε ήταν γαντζωμένη στο μεγάλο εικονοστάσι, πότε κούρνιαζε κάτω από το κρεβάτι, πότε ερχόταν να καθίσει στο στήθος μου για να με πνίξει.

Οι επισκέψεις της αραίωσαν κάπως με τα χρόνια. Μα ακόμα κι όταν δεν ερχόταν, ο φόβος μην εμφανιστεί έκανε τις νύχτες μου μαρτύριο. Και στο φως της μέρας, συχνά έπιανα με την άκρη του ματιού μου κάποια κίνηση ή ένιωθα μια κρύα ανάσα πίσω μου.

Κάποτε, έφηβος ακόμα, έτυχε να μείνω μόνος κάποιες μέρες. Επιστρέφοντας ένα βράδυ, είδα φως στην κουζίνα. Μπήκα και είδα τον πατέρα μου να κάθεται εκεί. Πάνω στην ξεφτισμένη φορμάικα του τραπεζιού είχε ακουμπήσει ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και δυο ποτήρια. Κάθισα μαζί του. Έβγαλε από την τσέπη του ένα πακέτο Ματσάγγος και μου πρόσφερε. Πϊναμε και καπνίζαμε σιωπηλοί. Τον κοίταξα. Φαινόταν κουρασμένος, η αρρώστεια τον είχε εξαντλήσει. Στο τέλος μίλησε.
"Έχω πεθάνει, το ξέρεις, έτσι δεν είναι;"
Έγνεψα ναι.
"Πρέπει να το πάρεις απόφαση, είσαι μεγάλος πια. Να με ξεχάσεις, όπως ξεχνούν τους πεθαμένους".
Μείναμε πάλι σιωπηλοί. Ύστερα μου έδειξε το δωματιάκι μου.
"Πήγαινε να ξαπλώσεις, να ξεκουραστείς".

Ξάπλωσα στο κρεβάτι μα δεν σκεπάστηκα, ούτε έκλεισα τα μάτια. Δεν άργησε να έρθει. Από τη γωνία εκείνη που ήταν βυθισμένη στο σκοτάδι κάτι κινήθηκε, σαν κάποιο πλάσμα, που οι σκιές ήταν το ρούχο που το σκέπαζε κι έμενε εκεί κουλουριασμένο ή ήταν το ίδιο αυτή η μαύρη σκοτεινιά, να ξύπνησε από τον ύπνο του, και αναδεύτηκε με μιας το λίγο φως και χάθηκε. Το πλάσμα αυτό ερχόταν στη μεριά μου. Δοκίμασα να σηκωθώ, μα είχα ήδη παραλύσει. Το γνώριμο πια ρίγος και η ανατριχίλα κυρίευσε ολόκληρο το σώμα μου και πάγωσα, καθώς πίσω από το βουητό που δεν ήμουν σίγουρος αν ερχόταν από εκείνη τη σκιά ή από το σαλεμένο μυαλό μου που παλλόταν από φρίκη, ακούστηκε εκείνος ο ρόγχος. Το πλάσμα με πλησίαζε κι εγώ το παρακολουθούσα ανήμπορος. Όταν έφτασε στο κρεβάτι, το σκοτάδι γύρω του διαλύθηκε κι είδα ένα μικρό κοριτσάκι ντυμένο στα μαύρα, με ένα πλεχτό σκουφί κι ένα μακρύ φουστάνι. Έβαλε τα χέρια, ανέβηκε και κάθισε στα πόδια του κρεβατιού. Γύρισε το κεφάλι και με κοίταξε.
Έκλεισα τα μάτια και δοκίμασα να σηκωθώ. Μα ακόμα κείτομουν παράλυτος, ούτε ένα δάχτυλό μου δεν μπορούσα να κουνήσω. Πήρα βαθιές ανάσες. Τότε ένιωσα ένα πλάκωμα και άνοιξα τα μάτια. Χριστέ μου! Η γριά καθόταν στο στήθος μου. Το σταφιδιασμένο πρόσωπό της ήταν σκυμένο πάνω μου κι όπως κάγχαζε απαίσια άσπριζαν στο σκοτάδι τα λειψά δόντια της. Το σκουφί σκέπαζε το κεφάλι της με τα αραιά μαλλιά. Μου κοβόταν η ανάσα, πέθαινα.
Ακούστηκε ένας θόρυβος. Μια πόρτα κάπου άνοιξε, το φως με τύφλωσε. Μια σκιά στεκόταν στο άνοιγμα. Έβαλα όση δύναμη μπορούσα και κατάφερα να σηκώσω το χέρι μου. Ύστερα η πόρτα έκλεισε με θόρυβο κι όλα ησύχασαν.

Ξύπνησα ξημερώματα, ξεκούραστος κι ανάλαφρος, παρά τον εφιάλτη. Το σπίτι ήταν άδειο. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη της ντουλάπας. Τα χρόνια είχαν περάσει, ήμουν μεγάλος πια, γύρω στα εικοσιπέντε. Βγήκα στο δρόμο. Στην απέναντι οικοδομή οι εργάτες είχαν ανάψει φωτιά σε ένα κομμένο βαρέλι για να ζεσταθούν. Έβγαλα από την τσέπη το μαύρο σκουφί που έσφιγγα στο χέρι μου. Το έριξα στη φωτιά κι έμεινα λίγο να το δω να καίγεται. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει, το είχα πάρει απόφαση. Η Μόρα είχε φύγει. Ήμουν ελεύθερος.