Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

ΨΕΜΑ



Αρκεί που ξέρουμε πώς είναι, θα σου πω. Και θα είναι ψέμα.

Και για την αμμουδιά που δεν την πάτησα κι ούτε θα αξιωθώ ποτέ, θα πω πως βρήκα μια ίδια κάποτε, και βούλιαξαν εκεί τα πόδια μου και πέρασα μέρες και νύχτες πάνω της, κι αυτή την θάλασσα την ξέρω, τον κάθε αφρό της, μπορώ και νοιώθω την αρμύρα της σαν να είμαι μέσα της ξανά, καίει ψηλά ο ήλιος και λαμπυρίζουν τα κύματα, και ναι, σου λέω, δεν χρειάζομαι άλλη, φτάνει. Και θα είναι ψέμα.

Πόσα ταξίδια δεν θα κάνω, λες. Πόσα έμειναν, θα πω, κι αμέσως θα βρεθώ σε μια καρότσα αγροτικού, σε ένα φαράγγι, μια σπηλιά, μια νύχτα ή ντάλα μεσημέρι, πάρε με ωτοστόπ και πήγαινε όπου θες, εκεί έχω πάει, πεζοπορία, στο κτελ, καράβια, πίσω μας τα σκυλιά, κι εκεί έχω πάει, πάλι καράβια, αναχωρήσεις και αφίξεις. Και θα σου πω πως έχω ταξιδέψει, πως ναι, όλα μας τα ταξίδια μοιάζουν, δεν ζηλεύω. Και θα είναι ψέμα.

Οι γιορτές όπου δεν θα είμαι καλεσμένος και πίσω από την πόρτα θα ακούω τις μουσικές και τα ποτήρια να τσουγκρίζουν, θα πω πως με κουράζουν πια, και ναι, θα πω, έχω γιορτές κι εγώ στην πλάτη μου, μεθύσια κι αγκαλιές, την ευτυχία να γίνεσαι ένα με όλους, και ξημερώματα που αναρωτιέσαι πώς πέρασε η νύχτα, και θα σου πω πως πήρα πολύ από αυτό, πως χόρτασα χαρά. Και θα είναι ψέμα.

Τα μαλλιά αυτά που δεν θα αφήσεις να χτενίσω, το δέρμα σου που δεν θα αγγίξουν τα δάκτυλά μου, το στήθος σου, τα χείλη σου, τα μάτια σου, μα ναι, σίγουρα τα γνωρίζω, θα σου πω, ήμουν εκεί. Τα έχω αγγίξει και χαϊδέψει πάλι, θα σου πω, και δεν τα θέλω. Και θα είναι ψέμα.

Αρκεί που ξέρουμε πώς είναι, λέμε. Τρεφόμαστε από τον εαυτό μας. Καθώς ολοένα δυσκολεύει να ξαναζήσουμε όμορφες στιγμές, τότε εκείνες που μας έχτισαν, αυτές θα γίνουν και η τροφή μας. Ανοίγουμε τα συρτάρια μας, δαγκώνουμε τη μνήμη μας, κόβουμε και αναμασάμε τα κομμάτια μας κι έτσι τα καταφέρνουμε και ζούμε. Με το ψέμα.
 

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

ΙΘΑΚΕΣ



Αν ήτανε να βγω ξανά στον πηγαιμό για την Ιθάκη, κύριε Κ.Π.Κ., θα ευχόμουν να ήτανε βραχύς ο δρόμος. Γιατί τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες δεν θα μπορούσα να τους αποφύγω. Τους έχω μέσα μου και η ψυχή μου θα τους στήσει εμπρός μου μόλις αφήσω το λιμάνι. Το ξέρω από καιρό, το έχω ξαναπάθει. Δεν θα ανοιχτώ, λοιπόν, όσο μπορώ θα μείνω στα ρηχά. Να είναι τα κύματα ήρεμα, ελαφρύ το αεράκι, να με κοιμίζει ο φλοίσβος όμορφα, κι ο ήλιος να ζεσταίνει, να μην καίει. Οι σύντροφοι που μένουνε γουρούνια πίσω, τα άταφα πτώματα, οι διαψεύσεις, οι ασκοί του Αιόλου, δεν γλύκαναν ποτέ κανένα προορισμό.
Τυχεροί όσοι έχουν την Ιθάκη δίπλα τους. Τώρα, αν έβγαινα στον πηγαιμό γι' αυτήν, καλύτερα να ναυαγούσα αμέσως σε μια ξέρα, σε ένα αφιλόξενο νησί, αν είναι να θαλασσοδέρνομαι για χρόνια σε αυτές τις μαύρες θάλασσες όπου δε σαλεύει πια τίποτα ζωντανό, πάρεξ τα τέρατα. 

Θα σας το εξομολογηθώ. Έχω μια υποψία πως έχω φτάσει. Γιατί ούτε καλές πραμάτειες επιθυμώ πια να αποκτήσω, ούτε να μάθω από τους σπουδασμένους. Ούτε μια ολόλευκη σελίδα γαλλικής κοινωνιολογίας τελευταίας φουρνιάς, ούτε μια τόση δα παύση ενός ογδόου μουσικής εξτραβαγκάντζας. Η καρδιά, ναι, πεινάει ακόμα, μα αυτήν κάτι θα βρω να την ταΐσω.

(Παρεμπιπτόντως. Κάποιοι, ερασιτέχνες εραστές της περιπέτειας, θεωρούν ταξίδι επικό, άξιο να αποθανατιστεί σε ραψωδίες, εξερεύνηση, λέει, του βορειοδυτικού περάσματος, τις "μποέμ" υποσημειώσεις μιας ζωής που μένει κατά τα άλλα αδιάβαστη, που ξεφυλλίζεται άκοπη, χωρίς σελιδοδείκτες. Το ξενύχτι σε ένα μπαρ, τη γνωριμία με ένα γκουρού, ένα κακό μεθύσι, ένα τυχαία καλό γαμήσι, μια δόση καλτ, την αποστήθιση ενός κλισέ.
Κάποιοι άλλοι πάλι ταξιδεύουν και γερνούν με εμπειρίες trade mark. Τα φίνα φαγητά και τα κρασιά καλής χρονιάς, το χιτ, το ιν, το νόμπελ, το bestseller, και τα καλοραμένα λαιστρυγονο-ρούχα τάδε και τις βαλίτσες από γνήσιο κυκλωπο-δέρμα δείνα. Ζωή κατά παραγγελία made in somewhere-nowhere. Αυτοί δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν, σερφάρουν σε μια λίμνη ακύμαντη. Αυτών ο Ποσειδώνας, την μόνη τρικυμία που προκαλεί είναι εν κρανίω).

Ταξίδια εξερεύνηση του οικείου. Κάποτε γίνονται κι αυτά μια κάποια λύση. Με τις κουβέντες μας να είναι χαμηλόφωνες και τη σιωπή βαθιά. Όλα να τα δεχόμαστε εν ειρήνη, τα χέρια μας να αγγίζονται και να χαϊδεύουν, να μπλέκουν τα μαλλιά μας, τα χείλη να φιλάνε, τα μάτια μας να βλέπουν μέσα από τ' άλλα μάτια, τα σύννεφα να τρέχουν δίχως άνεμο, οι μέρες να περνούν χωρίς ρολόγια.
Καλύτερα να μείνω εδώ. Θα το ονομάσω Ιθάκη εδώ. Να αγγίζω αυτό το δέρμα δίπλα μου, που ζωντανεύει στο άγγιγμά μου, που ξέρει να ιδρώνει, που αναπνέει κι ανατριχιάζει. Να γεύομαι αυτό το σάλιο, να γλύφω αυτά τα δάκρυα, να τρέφομαι από τους χυμούς αυτούς και να τους τρέφω.

(Παρεμπιπτόντως πάλι. Μιλάμε εμείς για Ιθάκες. Προσέξτε, όμως. Κάποιοι άλλοι φεύγουνε να βρουν δουλειά να ζήσουν. Κάποιοι άλλοι φεύγουνε γιατί τους διώχνουν. Κάποιοι άλλοι μπαίνουν σε μια βάρκα γιατί πίσω καίγονται τα σπίτια τους. Πόσο μακρύς να εύχονται αυτοί να είναι ο δρόμος τους, πόσο φανταστικά είναι αυτονών τα τέρατα, τί έχουν να μάθουν παραπάνω καθώς πνίγονται).

Μεγάλα λόγια. Ιθάκη εκεί έξω δεν υπάρχει, έτσι κι αλλιώς. Εμένα που είμαι ο Κανένας ψάχνω πρώτα απ' όλα. Να ταξιδεύω μέσα μου, να επιστρέφω κάθε μέρα εδώ από όπου φεύγω και να ευχαριστώ την τύχη μου που έφτασα πάλι. Σε αυτή τη γνώριμη και άγνωστη Μυστηριώδη Νήσο.

Κάτι άλλο ήθελα να πω, μα χάθηκα στο δρόμο, δεν θυμάμαι.