Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2014

Ο ΠΕΤΡΙΝΟΣ


Κάποτε είχα ένα σπίτι, μια αυλή με δέντρα και ένα μαύρο σκύλο, τον Καρβούνη.
Με αγαπούσε αυτός, δεν έκανε χωρίς εμένα. Χόρευε και πηδούσε όταν μ' έβλεπε. Ξάπλωνε δίπλα μου να κοιμηθεί κι άνοιγε πότε πότε το ένα μάτι για να σιγουρευτεί ότι δεν έφυγα.

Τώρα δεν έχω τίποτα. Μια φλούδα πέτρινη είμαι, μια σκιά στον τοίχο.

Μια Κυριακή πρωί, βγήκα και κατηφόρισα ως το λιμάνι. Δυο τρεις ψαράδες όλοι κι όλοι, καθισμένοι στο μώλο, κρατούσαν τα καλάμια ακίνητοι. Τα πόδια τους κρέμονταν πάνω από τα νερά. Η στωικότητα τους ήταν τόσο συμπαγής και πειστική, που πειθήνια τα ψάρια έρχονταν να καρφωθούν στα αγκίστρια.

Το γάβγισμα ακουγόταν αμυδρά ως εκεί. Βράδυνα το βήμα μου. Ήξερα ότι ήθελε να τον ακούω κι ας μη με έβλεπε. Ήταν για αυτόν μια παρηγόρια. Διαισθανόταν πόσο μακρυά ήμουν, αν απομακρυνόμουνα πολύ θα τον στενοχωρούσα. Δεν ήθελα να τον στενοχωρήσω. Δεν πρέπει να στενοχωρούμε όσους μας αγαπούν.

Μαύρα σαν πίσσα σύννεφα μαζεύτηκαν. Ο Καρβούνης μου φώναζε να γυρίσω. Πίσω μου οι ψαράδες τα μάζεψαν κι έφυγαν. Γεμάτα ασήμι τα καλάθια τους.

Τα κύματα έσκαγαν στα αγκωνάρια και ξεχύνονταν με αφρούς στο λιμενοβραχίονα. Ύστερα σέρνονταν πάλι πίσω αναποφάσιστα. H μάνα τους τα μάζευε στην αγκαλιά της και τα έσπρωχνε ξανά μπροστά.
Θολή κι αγριεμένη ήταν, χωρίς λόγο. Τίποτα δεν της είχα κάνει.

Το γάβγισμά του ήταν γέφυρα. Πάνω της περπατούσα χωρίς φόβο. Κι ας με απειλούσε η θάλασσα στα αριστερά, ας σάπιζαν δεξιά μου στο λιμάνι οι βάρκες κι ας πρόβαλε τρομακτικό το Φρούριο εμπρός μου.

Το Φρούριο έστεκε εκεί από την αρχή του Χρόνου. Το μαύρο στόμα του ρουφούσε τη ζωή και με περίμενε. Πάνω από τη μεγάλη καγκελόπορτα ένα λιοντάρι με κοιτούσε με τα φτερά του ανοιγμένα. Περπάτησα μέσα από τα νερά και τους αφρούς. Ποτέ δεν είχα ξεμακρύνει τόσο.
Κι όμως μου είχαν πει ιστορίες κι έμεινα τότε ξάγρυπνος τρεις νύχτες. Μα είχα προχωρήσει τόσο που δεν μπορούσα πια να κάνω πίσω.

Δεν ακουγόταν τώρα διόλου ο Καρβούνης. Κι ωστόσο εγώ απερίσκεπτα προχώρησα. Δυο βήματα, ένα ακόμα, άλλο ένα. Κόπηκε απότομα πίσω μου η γέφυρα.

Ξέσπασε τότε η μπόρα κι όλα τα χρώματα ξεπλύθηκαν. Το βάθος του ουρανού συμπτύχθηκε κι ο ορίζοντας όρμηξε καταπάνω μου. Ορθώθηκε με μιας ανάγλυφος μπροστά μου ο κόσμος, μια γκρίζα πλάκα πέτρινη που έπιανε από τη μια μεριά ως την άλλη, από τα πόδια μου ως τα σύννεφα, με σκαλισμένο πάνω της όμορφα το τοπίο. Οι βάρκες απ' τη μια μεριά, τα κύματα απ' την άλλη, ωραία τακτοποιημένα όλα κι ακίνητα. Στη μέση του γλυπτού το Φρούριο. Ψηλά, τα σύννεφα αναδεύτηκαν για τελευταία φορά πριν ξεψυχήσουν.
Το σώμα μου βάρυνε. Η ψυχή στέγνωσε μέσα του και κάθε βήμα ήταν μια δυνατή σφυριά στο καλέμι που με σκάλιζε στην πέτρα. Όπως δρασκέλιζα το κατώφλι, χτύπησε ακόμα πιο άγρια. Θραύσματα αναμνήσεων, τα θρύψαλα της ζωής μου σκόρπισαν γύρω σαν χαλίκια. Ράγισα τότε απ' το κεφάλι ως τα πόδια, καθώς πέτρωνα.

Γύρισα να κοιτάξω πίσω. Τον ήλιο που έλαμπε, τη θάλασσα ήρεμη σαν λάδι, τους ψαράδες.
Ζευγάρια φιλιόνταν στα παγκάκια, γέροι λιάζονταν. Πιο πέρα η πόλη και κάπου εκεί το σπίτι μου που δεν ξανάδα.
Ένα κορίτσι ήρθε και στάθηκε μπροστά μου και με κοίταξε. Τα μάτια του ήταν πράσινα. Σήκωσε ένα μυτερό χαλίκι, τρύπησε με ένα βέλος την καρδιά μου και σκάλισε στο στήθος μου δυο ονόματα.
Πονάει αυτό κι ας είσαι πέτρινος.

Δεν ξέρω πόσα χρόνια πάνε τώρα. Νομίζω πως ακούω καμιά φορά τη νύχτα τον Καρβούνη, όταν φυσάει προς τα εδώ ο αέρας. Φωνάζω το όνομά του. Κι ύστερα, ενώ νομίζω πως πλησιάζει, η φωνή του χάνεται.
Μα κι αν με βρει, φοβάμαι, θα με προσπεράσει. Τι ζωντανό να αναγνωρίσει σε μια πέτρα.

Δε με νοιάζει για μένα. Δε με νοιάζει για το σπίτι μου, ούτε για την αυλή μου με τα δέντρα. Με νοιάζει για το σκύλο μου το μαύρο, τον Καρβούνη. Που μ' αγαπούσε και δεν έκανε χωρίς εμένα. Και τώρα θα στενοχωριέται μόνος του.
Με νοιάζει και για εκείνο το κορίτσι, που ήρθε και χάραξε το όνομά μου κάποτε μαζί με το δικό της. Και περιμένει υπομονετικά από τότε. Κι έρχεται κάθε μέρα και γέρνει επάνω μου και με αγκαλιάζει τρυφερά και στήνει αυτί να ακούσει αν άρχισε επιτέλους να χτυπάει ξανά η καρδιά μου.

Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2014

Η ΑΣΠΙΔΑ



Το οπλοστάσιό μου ήταν πλήρες. Σφεντόνα από κλαρί ελιάς, με λάστιχα από σαμπρέλα και δεσίματα από γερό πετσί. Άλλη σφεντόνα με λεπτό λάστιχο, για δίχαλα. Βαλίστρα. Ξύλινο σπαθί με τη λαβή τυλιγμένη με καλώδιο. Μια σιδερόβεργα από τη διπλανή οικοδομή. Χαλίκια και δίχαλα γεμάτες οι τσέπες. Τέλος, ασπίδα από κούτα "υποκαμίσου" με περασμένο ένα σκοινί για να την κρατάω. Ήμουν περήφανος για αυτήν. Πάνω της είχα ζωγραφίσει την ξεριζωμένη βελανιδιά του Ιβανόη.
Τόλμησαν να ειβάλλουν κάποτε στη γειτονιά μας. Μεσημέρι, αιφνιδιαστικά. Μα γρήγορα ανασυνταχτήκαμε. Η μάχη έγινε σώμα με σώμα, ευτυχώς δεν άνοιξαν κεφάλια. Δείξαμε αυτοσυγκράτηση, μπήκαν στη μέση κι οι μεγάλοι και μας χώρισαν πριν χυθεί αίμα. Τους κυνηγήσαμε ως τη γειτονιά τους όμως, κι έντρομοι αυτοί κλειστήκανε στα σπίτια τους. Κι ενώ χαιρόμασταν τη νίκη μας με ιαχές θριάμβου μας επιτέθηκαν οι ενισχύσεις τους. Στημένη μας την είχαν. Βγήκανε οι μανάδες στα μπαλκόνια συνεννοημένες κι άδειασαν πάνω μας κουβάδες με νερά και μας ραντίζαν με τα λάστιχα από τις αυλές. Κι ύστερα βγήκανε στο δρόμο με τις σκούπες. Σα βρεγμένες γάτες, έτσι φύγαμε άρον άρον. Όσο φτάναμε στα εδάφη μας τόσο πιο δυνατά ζητωκραυγάζαμε για να ξορκίσουμε την πανωλεθρία μας. Μάταια, τρέμανε οι φωνές μας από το κρύο. Όμως αυτό που με έκανε κουρέλι εμένα ήταν άλλο. Που ο φούρναρης, που ακουμπισμένος στην πόρτα χάζευε την επιστροφή των βρεγμένων πολεμιστών, κοίταξε την ασπίδα μου που είχε μουλιάσει και δείχνοντάς την με ρώτησε. "Ελιά έχεις μωρέ ζωγραφισμένη στην ασπίδα; Ξερικιά είναι. Γιάντα την πότισες;" Και γέλαγε, γιατί δεν ήξερε πόσο αυτή η χαρτόκουτα με είχε προστατέψει.
Έμεινε έκτοτε ανοχύρωτη η γειτονιά μας. Κανείς δεν είχε διάθεση να την υπερασπιστεί. Έγινε άτυπη ανακωχή και στραφήκαμε σε ειρηνικές δραστηριότητες. Μπάλα, χαρταετοί, πατίνια. Τα όπλα μας καταχωνιάστηκαν στις κούτες με τις "Μάσκες". Ούτε που μιλήσαμε ξανά για την αποφράδα μέρα που κάποιες μανάδες κατατρόπωσαν ένα γενναίο στρατό. Καμιά ιστορία δεν έγραψε αυτή τη μελανή σελίδα. Και πριν το καταλάβουμε, εντελώς ξαφνικά, μια μέρα μεγαλώσαμε.

Τώρα όλη η ζωή είναι ένα απέραντο πεδίο μάχης. Υπερασπίσου τον εαυτό σου, λένε. Με άδεια χέρια εσύ, γυμνός. Απέναντι, πάνοπλοι αυτοί θερίζουν. Πυρ κατά βούληση. Βουτάνε από πάνω τα όρνια και ξεδιαλέγουν. Πλήρης αιφνιδιασμός κι αργούμε ακόμα να ανασυνταχτούμε.
Τουλάχιστον να είχα μια ασπίδα, αυτό είναι που μου λείπει. Με ένα ξεριζωμένο κάτι, ό,τι νάναι, ζωγραφισμένο πάνω της. Βελανιδιά, ελιά ή έστω ένα χορταράκι. Κι οι ρίζες του να βρίσκουν χώμα να στεριώσουν, να μην το παίρνει ο αέρας.

Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

ΟΙ ΕΠΙΒΑΤΕΣ


Για ένα πράγμα ήταν σίγουρος ο Μήτσος: πως κάτι τρέχει με τους Επιβάτες.

Όταν έριξε μαύρη πέτρα πίσω του, στις ελιές και τα χωράφια των γονιών του, και κατέβηκε στη Χώρα, έμεινε για ένα διάστημα στον ξάδερφό του τον Αντώνη. Του παραχώρησε ένα δωμάτιο στην αυλή αυτός, του έδωσε κι ένα κουζινάκι για να μαγειρεύει. Για αρχή καλά ήταν. Αποφασισμένος να μην ξαναπατήσει στον άθλιο ξερότοπο που γεννήθηκε, να αρχίσει μια καινούργια ζωή στη Χώρα, περπάταγε κάθε πρωί δέκα λεπτά ως την αφετηρία κι έπαιρνε το λεωφορείο για το κέντρο. Από εκεί περπάταγε ξανά ένα δεκάλεπτο ως την πιάτσα όπου πολλοί άλλοι σαν κι αυτόν περίμεναν από τα ξημερώματα για να πετύχουν κανένα μεροκάματο. Λόγω της κρίσης όμως η οικοδομή είχε πέσει και οι δουλειές σπάνιζαν κι έτσι, όταν το κομπόδεμά του τέλειωσε, συχνά αναγκαζόταν να γυρεύει δανεικά ή ακόμα κι ένα πιάτο φαΐ από τον ξάδερφο.

Στο λεωφορείο άραζε στα τελευταία καθίσματα κι όπως η διαδρομή ήταν μακριά, απασχολιόταν να παρατηρεί τους επιβάτες. Ανεβοκατέβαιναν αυτοί από στάση σε στάση, ιδροκοπώντας κι απασχολημένοι ποιος ξέρει με τι δικά τους σώψυχα, σκοτούρες κι έγνοιες. Λες και κουβάλαγαν στους ώμους ένα πελώριο φορτίο, ήταν σκυφτοί από το βάρος. Μια μόνιμη έκφραση θυμού τους ζάρωνε τα φρύδια κι έσκαγαν από το κακό τους όταν τους άγγιζε ο ώμος κάποιου άλλου, έτοιμοι όπως ήταν να κλατάρουν από το δικό τους αφόρητο μερτικό ζωής. Συχνά καυγάδιζαν για ψύλλου πήδημα, βριζόντουσαν μέσα απ' τα δόντια, έφτυναν λέξεις μίσους στα μούτρα αυτού που, σπρώχνοντας, πρόλαβε και τους άρπαξε τη θέση.

Όταν ο κόσμος ήταν λίγος καθόντουσαν μακριά ο ένας απ' τον άλλο, αφήνοντας ανάμεσά τους κενά καθίσματα. Αυτή η απόσταση ήτανε η νεκρή ζώνη που προστάτευε τους αντιπάλους από τυχαίες αψιμαχίες που μπορεί να έφερναν πόλεμο. Κάθε επαφή ήταν δυσάρεστη κι εγκυμονούσε κίνδυνο για αυτούς τους αποτρελαμένους κατάδικους. Τα νεύρα ήταν τεντωμένα, μια σπίθα αρκούσε να τινάξει αυτή τη μπαρουταποθήκη με ρόδες στον αέρα. Ο οδηγός ήταν κι αυτός στο κόλπο. Κάπνιζε το τσιγάρο του και απρόσιτος πίσω από τα μαύρα του γυαλιά επιθεωρούσε αυτό το πλήθος των αγρίων. Κανείς δεν τολμούσε να του μιλήσει γιατί είχε έτοιμη στα χείλη την πιο αρμόζουσα για την περίσταση προσβολή. Καμιά φορά τσιγκλούσε ο ίδιος το κοπάδι του παρατηρώντας κάποιον επιβάτη που δήθεν του έκρυβε τη θέα από τον καθρέφτη ή δεν προχώραγε στον διάδρομο όπως πρέπει. Αν τόλμαγε κανείς να αντιδράσει, μπορούσε εύκολα να βρεθεί στο δρόμο.

Ο Μήτσος τα παρατηρούσε αυτά με απορία. Οι άνθρωποι αυτοί, αυτά τα όντα με το νυσταγμένο βλέμμα, στριμώχνονταν μαζί κάθε πρωί ανεξαιρέτως, μερικοί από αυτούς σίγουρα έπαιρναν το ίδιο λεωφορείο για χρόνια. Οι μυρωδιές τους είχαν σμίξει πια, μύριζαν όλοι το ίδιο, κάτι από σκόρδο, αλκοόλ και αποσμητικό, και είχαν φτάσει να μοιάζουν μεταξύ τους όπως ο σκύλος με τα χρόνια μοιάζει στον αφέντη του. Κι όμως έκαναν σαν να μην είχαν ξαναδεί ο ένας τον άλλο.

Κάποιες στιγμές, ελάχιστες είναι η αλήθεια, τους έβλεπε με συμπάθεια. Τους κοίταζε, αγουροξυπνημένους, το σώμα γυρτό από την κούραση και το βλέμμα απλανές να γυρνάει ακόμα στα μισοτελειωμένα όνειρα, και τους λυπόταν. Πίσω από τα μάτια που έκλειναν από τη νύστα έβλεπε να αναδεύονται στο στιγμιαίο πέταγμα των βλεφάρων κόσμοι ολόκληροι από ματαιώσεις, προσβολές και ταπεινώσεις. Και λίγη ελπίδα ίσως, που εξαντλούνταν μέχρι τέλους στα λαχεία ή στον ιππόδρομο. Μα η συμπάθεια αυτή έσβηνε γρήγορα γιατί ένοιωθε κάτι τρομακτικό να αναδύεται στο λεωφορείο. Τότε του άρεσε να φαντάζεται πως οι επιβάτες έσμιγαν και γίνονταν μια ενιαία μάζα γλοιώδης που κυρίευε αργά το χώρο κι έσταζε από τα καθίσματα.

Για μέρες τον απασχολούσε αυτό το θέμα, ακόμα κι όταν γύρναγε στο σπίτι. Άραγε στην υπόλοιπη ζωή τους φέρονταν φυσιολογικά ή τους είχε αυτή η μετάλλαξη διαβρώσει ως το μεδούλι; Μπορούσαν μήπως να ανταλλάξουν μια κουβέντα; Η επιθυμία του να μάθει τι συνέβαινε μέσα σε αυτά τα αμίλητα κεφάλια ήταν μεγάλη, του έγινε έμμονη ιδέα. Κι έτσι ανεβαίνοντας στο λεωφορείο, μια μέρα, μάζεψε όλο το κουράγιο του και χαμογέλασε στον πρώτο που είδε μπροστά του. Τον ήξερε άλλωστε αυτόν, τον είχε βγάλει Χθεσινό, καθώς κάθε πρωί στη θέση του είχε μαζί του ανελλιπώς και διάβαζε τη χθεσινή εφημερίδα. “Καλημέρα σας”, του είπε. “Πως είστε;” Αυτός έμεινε άναυδος για μια στιγμή κι αμέσως ξαναγύρισε στο διάβασμά του, με μια έκφραση που σαν να έλεγε “τι μαλάκας!”. Οι υπόλοιποι επιβάτες γύρισαν και τον κοίταξαν κι αυτοί κατάπληκτοι. Τι φρούτο είναι πάλι αυτό; σαν να 'λεγαν. Δυο τρεις κάτι μουρμούρισαν, άλλοι στράφηκαν στο παράθυρο σηκώνοντας τα φρύδια. Αυτός δεν πτοήθηκε, κάθε άλλο. Στήθηκε στη μεσαία πόρτα, κι όποτε έμπαινε κάποιος “γνωστός” τον καλημέριζε με κέφι. Οι επιβάτες κοιτάζονταν κουνώντας το κεφάλι. Ένα σούσουρο απλώθηκε σιγά σιγά σε όλο το λεωφορείο μα αυτό αντί να τον συγκρατήσει τον τσίγκλαγε ακόμα περισσότερο.

Όταν κατέβηκε στη στάση του, ένοιωθε όλα τα μάτια καρφωμένα πάνω του. Γύρισε και τους είδε. Είχαν μαζευτεί όλοι τους στη μια μεριά του λεωφορείου και τον κοιτούσαν. Η πόρτα του οδηγού ήταν ανοικτή ακόμα, κι ο οδηγός σαν μύγα με τα μαύρα του γυαλιά κάτι ψιθύριζε. Τον είχε σίγουρα αιφνιδιάσει κι έσκαγε που δεν μπόρεσε να βρει κάτι αρκετά προσβλητικό να του πετάξει. 'Όσοι είχαν κατεβεί μαζί του στέκονταν κι αυτοί και περίμεναν στραμμένοι προς το μέρος του. Μια απειλή πλανιόταν στον αέρα κι ανατρίχιασε μα ένοιωθε χαρούμενος που κάπως τους είχε ξεκουνήσει.

Το βράδυ που διηγήθηκε στον ξάδερφό του τα καθέκαστα, αυτός τον κτύπησε στον ώμο. “Ξάδερφε, είσαι καινούργιος. Πού θα πάει, θα συνηθίσεις”, του είπε με νόημα.

Το άλλο πρωί ξεκίνησε κάπως αργά. Τον είχε εξαντλήσει η πείνα καθώς είχε ντραπεί να φάει πάλι στου ξαδέρφου. Στην αφετηρία η στάση ήταν γεμάτη. Οι επιβάτες κάτι κουβέντιαζαν χαμηλόφωνα μεταξύ τους, πράγμα ασφαλώς πρωτόγνωρο και απίστευτο για αυτούς, μα όταν τον είδαν σταμάτησαν αμέσως την κουβέντα και στράφηκαν όλοι προς το μέρος του. Τα μάτια τους κάπως σαν να ήταν κίτρινα του φάνηκε, πώς και δεν το είχε προσέξει πριν. Στέκονταν εκεί ακίνητοι και απειλητικοί, και δεν σταμάτησαν να τον κοιτάζουν ούτε όταν τους πλησίασε και στήθηκε στην ουρά. Δεν κατέβασε το βλέμμα του, τους παρατήρησε κι αυτός με τη σειρά του έναν ένα. Ήταν εκεί όλοι τους, σήμερα είχε απαρτία. Ο Χοντρός, ο Ωραίος, η Στρίγγλα, ο Βόθρος, ο Γαϊδούρης, ο Χθεσινός. Σε όλους είχε βγάλει παρατσούκλια, τόσο καλά τους είχε μάθει πια.

Είχε αρχίσει να ψιλοβρέχει. Μόλις τον είδαν να έρχεται, όμως, είχαν αραιώσει κι ο τελευταίος, ο Χοντρός, είχε απλώσει ένα απροσπέλαστο φράχτη με το τεράστιο σώμα του. Όπως αυτός στεκόταν στο τέλος της ουράς, έξω από το στέγαστρο, ήταν εκτεθειμένος στη βροχή κι όταν ήλθε το λεωφορείο είχε πια γίνει μούσκεμα. Όταν με τα πολλά  έφτασε στην πόρτα τελευταίος πίσω από τον κόσμο, που σίγουρα επίτηδες αργοπορούσε, κι έκανε να ανέβει, ο οδηγός πάτησε το κουμπί και του έκλεισε κατάμουτρα την πόρτα. Έμεινε εκεί να τον κοιτάει για λίγο καθώς αυτός κτυπούσε με το χέρι του το τζάμι κι ύστερα αργά και σαδιστικά ξεκίνησε.

Έτρεξε πίσω από το λεωφορείο πηδώντας πάνω από σακούλες σκουπιδιών και ζαρντινιέρες και δυο αδέσποτα τον πήραν το κατόπι. Δυο τρεις φορές κουτρουβάλησε αλλά δεν το έβαλε κάτω. Το πρόλαβε στην πρώτη στάση και όπως άνοιξε η πίσω πόρτα για να ανέβει κάποιος, χώθηκε πίσω του κι αυτός αλαφιασμένος. Όσοι από τους “γνωστούς” ήτανε κοντά εκεί στο πίσω μέρος μόλις τον είδαν ξεφύσησαν θυμωμένοι. Ένα απειλητικό σούσουρο απλώθηκε ξανά σε όλο το λεωφορείο. Μα αυτός ήτανε έξαλλος με τον οδηγό κι ήθελε να του πει δυο λόγια. Πήρε βαθιές ανάσες να συνέλθει κι ύστερα βάλθηκε να προχωράει προς τα εμπρός με δυσκολία. Οι θέσεις όλες ήτανε πιασμένες κι ο κόσμος στριμωχνόταν στο διάδρομο. Το πρώτο κτύπημα ήρθε νωρίς νωρίς. Ένα χέρι, καθώς κρατούσε τη χειρολαβή, στράφηκε απότομα κι η αγκωνιά τον βρήκε στη μύτη. Έτσι εξαντλημένος που ήταν παραπάτησε κι έπεσε πάνω σε έναν άλλο. Μια ύπουλη μπουνιά τον βρήκε τότε στα πλευρά. Ακολούθησαν βροχή τα κτυπήματα, κρυφά, συγκρατημένα, συνετά, αρκετά όμως για να τον κάνουν να τα χάσει. Τον πάταγαν με τα τακούνια τους στα πόδια, ομπρέλες χώνονταν στο στομάχι του, τον κλότσαγαν στο καλάμι. Έτσι παραδέρνοντας μέσα σε ψιθύρους και αποδοκιμασίες που όλο κι εντείνονταν -πρεζόνι! χωριάτη! αλήτη! - έφτασε μπροστά. Τότε, μια επιδέξια τρικλοποδιά τον σώριασε στα πόδια του οδηγού. Αυτός σταμάτησε το λεωφορείο, άνοιξε την πόρτα και πιάνοντάς τον απ' το σβέρκο τον έσπρωξε έξω αμίλητος. Έμεινε καθισμένος στο πεζοδρόμιο να συνέλθει και τα αδέσποτα που είχαν ακολουθήσει το λεωφορείο γύρναγαν γύρω του κουνώντας την ουρά.

Γύρισε σπίτι εξαντλημένος κι έπεσε στο κρεβάτι. Ο ξάδερφος, που είχε ρεπό εκείνη την ημέρα, όταν τον είδε σ' αυτό το χάλι του έφερε λίγο γάλα και ψωμί. Έφαγε και συνήλθε κάπως, κι ύστερα, μέσα σε μια έξαψη που ολοένα φούντωνε, διηγήθηκε την ιστορία του. Ο Αντώνης δεν τον πίστεψε. “Ιδέα σου είναι, Μήτσο. Μόνος σου χτύπησες έτσι που ήσουν ζαλισμένος και παραπατούσες”. Βάλθηκαν όλοι τους λοιπόν να τον τρελάνουν; Μα δεν τους είχε δει κι αυτός στα λεωφορεία; Χαμπάρι πια δεν είχε πάρει; Κι ύστερα του ήλθε μια φοβερή ιδέα. Μην ήτανε κι αυτός στο κόλπο; Σίγουρα ήταν. Τόσα χρόνια στη Χώρα δεν μπορεί, ήταν αδύνατο, να μην είχε ψυλλιαστεί κι αυτός πως κάτι τρέχει με τους Επιβάτες.

Έκανε πως ησύχασε και πως συμφώνησε μαζί του. Τρεις μέρες έμεινε στο σπίτι άρρωστος με πυρετό. Στο διάστημα αυτό ο ξάδερφος δοκίμασε κάμποσες φορές να τον ξαναρωτήσει, αυτός όμως επιδέξια άλλαζε θέμα.

Την τέταρτη μέρα το πρωί σηκώθηκε όπως πριν και περπάτησε ως την αφετηρία. Το λεωφορείο ήταν εκεί. Πίσω από τα τζάμια οι Επιβάτες τον κοιτούσαν. Είχαν σκουπίσει με τις παλάμες τους τα τζάμια τα θαμπωμένα από τα χνώτα τους και τον παρατηρούσαν με τα κατακίτρινα μάτια τους. Μπροστά στο λεωφορείο δίστασε κι ύστερα αποφασιστικά προχώρησε στη μπροστινή πόρτα κι ανέβηκε. Ο οδηγός του έριξε μια δήθεν αδιάφορη ματιά πίσω από τα μαύρα γυαλιά του. Δεν του είπε τίποτα. Προχώρησε αποφασιστικά και κάθισε σε μια άδεια θέση αφού ανταπόδωσε προκλητικά ένα γύρο τα βλέμματα των Επιβατών. Γείρανε τότε αυτοί στο πλάι κι έκαναν πως κοιτούν απ' τα παράθυρα ενώ, ήταν σίγουρος, τον παρακολουθούσαν με την άκρη του ματιού τους. Το ένοιωθε, ήταν έτοιμοι να του ριχτούν, περίμεναν απλώς την ευκαιρία. Αυτοί οι μεταλλαγμένοι  που θα μπορούσαν να ξεράσουν απλά και μόνο στην ιδέα μιας τόσο δα επαφής ανάμεσά τους, ήταν δεμένοι στην πραγματικότητα με ένα φριχτό δεσμό αλληλεγγύης. Να επικοινωνούσαν άραγε τηλεπαθητικά; Διόλου περίεργο. Το μίσος που τους ένωνε ήταν πηχτό σαν ζελατίνα, κολλούσε πάνω του σαν γλίτσα. Κύματα απέχθειας έρχονταν και τον χάιδευαν απανωτά. Ανατρίχιασε. Μια γλυκιά αποχαύνωση τον τύλιξε κι είχε σχεδόν αποκοιμηθεί όταν ένοιωσε δυο χέρια να πιάνουν τα δικά του και να τα στρίβουν πίσω από την πλάτη. Δοκίμασε να αντισταθεί αλλά η λαβή ήταν δυνατή σαν μέγγενη. Μια χοντρή σύριγγα καρφώθηκε με ορμή στο λαιμό του. Άκουσε έναν απαίσιο ήχο καθώς το ηλεκτρικό πριόνι άγγιζε το κρανίο του. Άλλα χέρια άνοιξαν στα δυο το κεφάλι του σαν καρπούζι, δάκτυλά χώθηκαν στον φλοιό και επιδέξια ανακατεύαν τους νευρώνες. Μάταια προσπαθούσε να φωνάξει και κλώτσαγε τα πόδια. Λιποθυμούσε. Τι του έκαναν; Ύστερα, ξαφνικά, η λαβή χαλάρωσε. Όταν συνήλθε κάπως, ψαχούλεψε το κεφάλι του και γύρισε πίσω να δει. Σαν να μην είχε γίνει τίποτα. Ο Χθεσινός διάβαζε αδιάφορα την εφημερίδα του. Όρθιος δίπλα του ο Ωραίος χτένιζε τα μαλλιά του με μια τσατσάρα.

Το λεωφορείο ξεκίνησε. Έτρεμε ολόκληρος. Τότε, κάποιος τον σκούντηξε στον ώμο. Τινάχτηκε και γύρισε να δει. Ένας νεαρός που δεν τον είχε ξαναδεί στο λεωφορείο, ένας καινούργιος ήταν. Κάτι ρωτούσε τώρα για μια στάση, χαμογελούσε κιόλας λες και τον ήξερε από παλιά. Ά, ήταν βαλτός ετούτος πάλι, αν πήγαινε γυρεύοντας λοιπόν, θα το έπαιρνε το μάθημά του, σίγουρα το άξιζε. Καθώς σηκώθηκε, οι Επιβάτες τον κοιτούσαν με περιέργεια τώρα. Λοιπόν, θα τους έδειχνε ποιος είναι, θα τους κανόνιζε μια και καλή. Άρπαξε από το γιακά το νεαρό. “Μ' άγγιξες;”, του είπε, “μ' άγγιξες;” και κοίταξε ένα γύρο. Όλοι είχαν καρφωθεί στο κάθισμά τους. Μαλάκες, σκέφτηκε, μην παίζετε μαζί μου, τη γαμήσατε, ως εδώ. Έδωσε ένα χαστούκι στο νεαρό που είχε μείνει αποσβολωμένος. Κάποιοι μουρμούρισαν μα δε θα κώλωνε στο ελάχιστο. Δεν ξέρετε με ποιον έχετε να κάνετε, ζόμπια. Του έδωσε άλλο ένα χαστούκι, πιο δυνατό αυτή τη φορά, κι ύστερα, καθώς το λεωφορείο είχε σταματήσει σε μια στάση, με μια κλωτσιά τον πέταξε στο δρόμο.

Κανείς τώρα δεν τόλμησε να αντιμετωπίσει το βλέμμα του. Κάθισε βαρύς στη θέση του. Τα μηνίγγια του χτυπούσαν σαν αμόνι, ένοιωθε υπέροχα. Οι επιβάτες άρχισαν δειλά να μουρμουρίζουν πάλι. Μα τώρα διέκρινε μια επιδοκιμασία ή έτσι του φάνηκε; Κάποιος στο πίσω μέρος χειροκρότησε, ήταν ιδέα του; Σίγουρα πάντως τους είχε βραχυκυκλώσει γιατί η απαίσια ζελατίνα διαλυόταν. Το μίσος αποδιοργανώθηκε για λίγο, έτσι που ξεκλειδώθηκε ο στόχος, σκορπίστηκε παντού σε μικρές δόσεις κι ύστερα συγκεντρώθηκε ξανά, σαν προστατευτική ασπίδα, γύρω από κάθε έναν Επιβάτη. Μπροστά του ο Βόθρος ρεύτηκε επιδεικτικά. Η Στρίγγλα χασμουρήθηκε κομψά βάζοντας το χέρι μπρος στο στόμα της κι ύστερα κοίταξε προειδοποιητικά τον Μακρυχέρη που έκανε το λάθος να την πλησιάσει.

Ο οδηγός τον κοιτούσε μέσα από τον καθρέφτη. Πίσω από τα μαύρα του γυαλιά, θα έπαιρνε όρκο πως του έκλεισε το μάτι. Έγειρε το κεφάλι του στο τζάμι ευχαριστημένος και τον πήρε ο ύπνος. Το λεωφορείο έφτασε στο τέρμα κι όλοι οι Επιβάτες κατέβηκαν. Αυτός κοιμόταν βαθιά και ονειρευόταν πως περπατούσε μοναχός ανάμεσα σε λιόδεντρα.

Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ


Φεύγω, είπε. Με εισιτήριο χωρίς επιστροφή... Για Αγγλία.
Κι ένας ζεστός αέρας, λίβας, σήκωνε άμμο από την άσφαλτο και την έριχνε στα μάτια της. Κι ας έκανε ψοφόκρυο, Γενάρη μήνα.
Έψαξα αμήχανα στις τσέπες μου. Άδειες ήταν, δεν είχα να της δείξω τίποτα. Έτσι σώπασα.

Τα βράδια ανοίγει το συρτάρι, χαϊδεύει το εισιτήριο και του γλυκομιλάει. Μήπως και της κακιώσει τελευταία στιγμή. Φυλλομετρά προσπέκτους, φυλλάδια και επικυρωμένα αντίγραφα. Τακτοποιεί προσεκτικά το μέλλον, όπως ταξινομεί το παρελθόν σε κούτες.
Πάνω στο γραφείο της έχει απλώσει ένα χάρτη και τον μελετάει. Η θάλασσά του είναι ταραγμένη. Βυθίζει εκεί τα δάκτυλα και γράφει. Καμιά φορά όταν έχει κύμα στάζουν θολά νερά στο πάτωμα. Στέκει με το ένα πόδι να τσαλαβουτάει γυμνό, το άλλο με φορεμένη τη μπότα, έτοιμη να ανεβεί τη σκάλα που τρυπάει την ταράτσα. Πάνω εκεί το αεροπλάνο περιμένει με τις τουρμπίνες να μουγκρίζουν. Η βαλίτσα της χάσκει άδεια ακόμα. Τι να πρωτοβάλει...

Τα εισιτήρια από τα ταξίδια της τα έχει όλα φυλαγμένα. Παρέα με βότσαλα και κοχύλια. Κι αυτό το εισιτήριο θα το φυλάξει. Μόνο του, σε περίοπτη θέση. Τι θα της πεις να βάλει δίπλα του, βροχή κι ομίχλη; Ύστερα, αυτό δεν είναι εισιτήριο να πάει εκεί που πάει. Είναι μόνο για να φύγει. Μακριά. Γιατί της είπανε πως δεν χωράει εδώ.
Μα οι περισσότεροι δεν χωράνε πια εδώ. Όσοι μπορούν θα φύγουν. Όσοι μπορούν θα μείνουν.

Θα ήθελα να έσκιζα τα εισιτήρια όσων φεύγουν μα θα έπρεπε να έχω σε αντάλλαγμα να τους προτείνω ένα άλλο κόσμο. Με δεδομένα όσα θεωρούσαμε ευτελή. Για αρχή. Μικρές προϋποθέσεις, υποφερτές δυσκολίες, υποτιμημένες χαρές. Όπως ξύπνα, έχουμε δουλειά, κι ύστερα, έλα, κάθισε τώρα να ξεκουραστείς, βάλε να πιούμε, να πάρουμε ένα δώρο στα παιδιά, το απόγευμα θα πάμε βόλτα στη λιακάδα, το βράδυ σινεμά, όλα καλά θα πάνε, το καλοκαίρι θάλασσα, του χρόνου θα βάψουμε το σπίτι. Oh, it's such a perfect day. Για αρχή και θα έρχονταν και τα άλλα.

Οι σανίδες πιτσικάρανε και χάσκουν. Εκεί που στάζουν τα νερά, λιμνάζουν από κάτω και μαυρίζουν. Κάποτε σήκωσε μια ξεκάρφωτη σανίδα να κοιτάξει. Και είδε το βαρκάρη να μαζεύει από τα νερά ψυχές και να τις στοιβάζει στη βάρκα του. Κι είχαν αυτές, για εισιτήριο, μια ελπίδα κρεμασμένη στα σφιγμένα δόντια τους. Σήκωσε το κεφάλι και της γέλασε με το στόμα του φτιαγμένο από σκοτάδι άπατου βάραθρου. Τότε μια νυχτερίδα πέταξε και κρύφτηκε στη μέσα τσέπη της βαλίτσας. Εκεί την άφησε. Θα την πάρει μαζί της, λέει. Θα την ταΐζει τακτικά και πότε πότε θα την αφήνει να φτεροκοπάει στο διαμέρισμα. Κι όπως αυτή θα χτυπιέται άτσαλα από τοίχο σε τοίχο, θα της θυμίζει την κόλαση που άφησε πίσω της και καθόλου δε θα στενοχωριέται.

Πριν φύγει, ένα μεσημέρι που η θάλασσά της θα είναι γαλάζια και ήρεμη, θα τη διπλώσει στα τέσσερα, προσεκτικά να μη χυθεί ούτε σταγόνα και θα τη χώσει στον πάτο της βαλίτσας. Για να τη βάζει κάτω από το μαξιλάρι της όταν κοιμάται, να βλέπει ηλιόλουστα όνειρα. Ύστερα θα ξηλώσει όλες τις σανίδες και θα μαζέψει τα νερά, να μην έχει πού να κρυφτεί ο βαρκάρης. Θα τις στοιβάξει όμορφα σε μια γωνιά να περιμένουν.
Κι όταν γυρίσει, το σπίτι θα είναι στεγνό όπως πρώτα. Θα καρφώσει τότε πάλι γερά τις σανίδες και θα σφραγίσει όλους τους αρμούς. Και στον τοίχο, πάνω από το γραφείο της, θα κορνιζάρει το εισιτήριο μαζί με το άλλο, της επιστροφής.

Μια μέρα, δεν θα αργήσει η μέρα αυτή, κάποιοι άλλοι δεν θα χωράνε εδώ. Θα ψάχνουν μέρος να κρυφτούν κι όλος ο κόσμος θα είναι στο κατόπι τους. Όλοι οι δρόμοι θα είναι κλειστοί. Διωγμένοι από παντού θα εγκαταλείψουν το υπερφίαλο ύφος και θα εκλιπαρούν για ασυλία. Και δεν θα βρίσκουν ούτε ένα ταπεινό εισιτήριο χωρίς επιστροφή για να γλυτώσουν.


*Για την playBoBill που ετοιμάζει τη βαλίτσα της και όλους όσους έχουν ήδη φύγει, φεύγουν ή θα φύγουν. Kαλή τύχη.