Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

ΝΕΚΡΟΨΙΑ



Μετά από ενδελεχή εξέταση της δεξιάς παλάμης του αγνώστου εξήχθησαν τα κάτωθι συμπεράσματα για το ποιόν του.

1. Γραμμή της Ζωής: Κάπως πλαγίως και λοξά πήρε το δρόμο, έζησε τη ζωή του στα τυφλά και χάθηκε, πέρασε θάλασσες κι ανέβηκε βουνά ασκόπως, δεν διάβηκε ποτέ μεγάλες πόρτες, ο κόσμος ήτανε για αυτόν ένας κακέκτυπος λαβύρινθος, ξενύχτησε μα δεν κατάλαβε, έκοψε πίσω του τις γέφυρες, έπαιξε κι έχασε, φώναξε, σώπασε, κουράστηκε, κλείστηκε σπίτι κι έσβησε τα φώτα.
2. Γραμμή της Νόησης: Συχνά σε πλήρη σύγχυση, πνεύμα αντιλογίας, ανυπάκουος κι ανεπίδεκτος, ανεμοδείκτης ιδεών, προσηλωμένος σε ουτοπίες, στρυφνός, αντικοινωνικός κι απότομος, αδυνατούσε να κατασταλάξει και να ενταχθεί, τον ενοχλούσε η υποταγή, τον απωθούσε η αρμονία, το σύστημα και η τάξη, τον γοήτευαν οι γρίφοι και τα αινίγματα, τα περισσότερα τα άφησε πίσω άλυτα.
3. Γραμμή της Καρδιάς: Πληθωρική κι αχόρταγη καρδιά, στο τέλος τσακισμένη και εύθραυστη, αγάπησε κι ευτύχησε να αγαπηθεί, έρμαιο αφελών συναισθηματισμών, ακραία παρορμητικός, έντονα κυκλοθυμικός και απροσάρμοστος, αναζητούσε τη γιορτή, γνώρισε ανθρώπους, έχασε ανθρώπους, στα εύκολα καλά τα πήγε, στα δύσκολα δεν άντεξε, δεν είχε ψυχικά αποθέματα κι αρχίδια, πιέστηκε, τον πήρε η ζωή φαλάγγι, έπεσε από τα σύννεφα με γδούπο, έσβησε μονομιάς η φλόγα.
4. Γραμμή του Πεπρωμένου: Ηττοπαθής εκ γενετής ή έστω εκ πεποιθήσεως, εκτός πραγματικότητας και οικονομίας, αυτοκαταστροφικός, ονειροπόλος και ανοργάνωτος, χαμένος από χέρι, απόβλητος, θύμα των περιστάσεων -έτσι νόμιζε-, μα προφανώς δεν είχε τα προσόντα, δεν ήταν διόλου ανταγωνιστικός, δεν ήταν βιώσιμος, δεν άγιαζε τα μέσα του ο σκοπός, δεν "όλοι μαζί" τα έφαγε, μοιραία κατέληξε εκεί που κατέληξε, τα ήθελε και τα έπαθε, ένας αναρχικός λιγότερος.

28/11/2013
Ο Ιατροδικαστής
Ιάκωβος Χ. Ρομάντης


Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Η ΑΛΙΚΗ ΣΤΗ ΝΤΟΥΛΑΠΑ


Στην Αγγελική

Ήτανε μια φρεγάτα παιδιά, ήτανε μια φρεγάτα
Γλάρο τη λέγανε, κάνε μια καντηλίτσα
Γλάρο τη λέγανε, κάνε μια ψαλιδιά.

Στο πρώτο της ταξίδι παιδιά, στο πρώτο της ταξίδι
όλα πήγαν καλά, κάνε μια καντηλίτσα
όλα πήγαν καλά, κάνε μια ψαλιδιά.

Στην κουζίνα η μικρή Αλίκη ζωγράφιζε με τις κερομπογιές της σιγοτραγουδώντας κι ο πατέρας διάβαζε την εφημερίδα του και κάπνιζε.
- Μπαμπά, να παίξουμε κρυφτό;
Ο μπαμπάς δεν άκουσε ή έκανε πως δεν άκουσε.
Συνέχισε να ζωγραφίζει μουτρωμένη. Τότε είδε τη μαμά της να στέκεται στην πόρτα. Της χαμογέλασε.
- Μαμά, θέλεις να παίξουμε κρυφτό;
Η μητέρα της κοίταζε πότε αυτήν και πότε το μπαμπά της με ένα περίεργο ύφος, σαν κάτι να την απασχολούσε. Ύστερα στράφηκε προς το νεροχύτη.
- Να παίξουμε. Πήγαινε κρύψου, και θα έλθω να σε βρω σε λίγο, μόλις τελειώσω με τα πιάτα.
Η Αλίκη πετάχτηκε χαρούμενη από την καρέκλα της κι έτρεξε να κρυφτεί. Μπήκε στο δωμάτιό της χωρίς να ανάψει το φως και χώθηκε μέσα στη ντουλάπα. Εύχομαι να μην είναι καμιά ακρίδα εδώ μέσα, σκέφτηκε. Φοβόταν τις ακρίδες, πιο πολύ κι από τις αράχνες ακόμα, γιατί πηδούσαν ξαφνικά και σκάλωναν πάνω σου. Βολεύτηκε ανάμεσα στα ρούχα και περίμενε. Δεν πρόκειται να με βρει εδώ μέσα, σκέφτηκε χαρούμενη.
Πέρασε αρκετή ώρα, όμως η μαμά της δεν φάνηκε. Τότε η Αλίκη άρχισε να ανησυχεί.
Αν δεν με βρει ποτέ; Θα πρέπει να μείνω για πάντα μέσα στην ντουλάπα;
Έπιασε με τα χέρια τις πατούσες της και λικνίζονταν αργά μπρος πίσω. Αχ, ας την έβρισκε επιτέλους! Για να τη βοηθήσει λίγο, άρχισε πάλι το τραγούδι.

Στο δεύτερο ταξίδι παιδιά, στο δεύτερο ταξίδι
κόπηκαν τα σχοινιά, κάνε μια καντηλίτσα
κόπηκαν τα σχοινιά, κάνε μια ψαλιδιά

Στο τρίτο της ταξίδι παιδιά, στο τρίτο της ταξίδι
σχίστηκαν τα πανιά, κάνε μια καντηλίτσα
σχίστηκαν τα πανιά, κάνε μια ψαλιδιά.

Ακούμπησε το αυτί της στην ντουλάπα, κοίταξε από τη χαραμάδα. Τίποτα. Τώρα ήταν σίγουρη πως την είχανε ξεχάσει. Αποφάσισε να βγει, δεν άντεχε να περιμένει άλλο. Άνοιξε την πόρτα της ντουλάπας σιγά σιγά. Το δωμάτιο ήταν κατασκότεινο. Όμως, μόλις πάτησε το πόδι της στο πάτωμα, όλα τα φώτα άναψαν, κι ο προβολέας στραμμένος καταπάνω της την τύφλωσε. Η μαϊμού χτυπούσε τα πιατίνια, οι σαλπιγκτές παιάνιζαν, το πιάνο ηχούσε σαν δαιμονισμένο, μια απίστευτη οχλαγωγία. Όταν ο πρίγκιπας γονάτισε μπροστά στα πόδια της και της πρόσφερε ένα μπουκέτο κόκκινα τριαντάφυλλα, οι κούκλες χειροκρότησαν ενθουσιασμένες, φώναζαν τα ζωάκια από τα ράφια, χοροπηδούσαν τα κουτιά και τα μπαλόνια.
- Ησυχία! φώναξε. Αμέσως όλα τα παιγνίδια σώπασαν. Άρπαξε το καφέ αρκουδάκι της και βγήκε στο διάδρομο.

Από τη μισάνοιχτη πόρτα της κουζίνας έβγαινε λίγο φως. Αμυδρά, στη μέση του διαδρόμου, είδε δυο λάμψεις σαν φλογίτσες κι ύστερα, καθώς συνήθιζαν τα μάτια της στο σκοτάδι, διέκρινε καθαρά τον άγριο λύκο που στεκόταν και κοιτούσε προς το μέρος της. Αργά, απειλητικά, άρχισε να την πλησιάζει. Αίμα έσταζε από τα δόντια του. Όσο πιο γρήγορα μπορούσε, η Αλίκη έτρεξε πίσω στο δωμάτιο και κλείστηκε πάλι στη ντουλάπα. Έκλεισε τα μάτια και χώθηκε βαθιά ανάμεσα στα ρούχα. Τρέμοντας, άκουσε το λύκο να πλησιάζει γρυλίζοντας, μύρισε την ανάσα του κι άκουσε τα νύχια του να ξύνουν την πόρτα. Η καρδούλα της χτυπούσε δυνατά. Στο ρυθμό του τραγουδιού.

Στο τέταρτο ταξίδι παιδιά, στο τέταρτο ταξίδι
εμπήκανε νερά, κάνε μια καντηλίτσα
εμπήκανε νερά, κάνε μια ψαλιδιά.

Το πλήρωμά της όλο παιδιά, το πλήρωμά της όλο
πνίγηκε στα ρηχά, κάνε μια καντηλίτσα
πνίγηκε στα ρηχά, κάνε μια ψαλιδιά.

Άκουσε την πόρτα να ανοίγει τρίζοντας. Έτρεμε ολόκληρη.

Άνοιξε τα μάτια. Κοίταξε στο δωμάτιο. Ήταν άδειο. Ούτε έπιπλα, ούτε παιχνίδια, τίποτα. Στο χωρίς κουρτίνες παράθυρο τα πατζούρια ήταν κλειστά. Στους τοίχους ακίνητες γκρίζες ακρίδες την κοιτούσαν. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε στο διάδρομο. Προχώρησε τοίχο τοίχο κοιτάζοντας τα ίχνη που άφηναν οι πατούσες της στο σκονισμένο δάπεδο. Ούτε στην κουζίνα ήταν κανείς. Στο νεροχύτη η μούχλα είχε σκεπάσει τα άπλυτα πιάτα.
- Μαμά!, Μπαμπά!, φώναξε. Καμιά απάντηση.

Γύρισε όλο το σπίτι. Ήταν άδειο κι αραχνιασμένο, σαν παρατημένο από καιρό. Παντού στους τοίχους κρέμονταν οι ακρίδες. Όπως περπάταγε πετάγονταν από τη μια μεριά στην άλλη. Την πήρε το παράπονο, δάκρυα έτρεξαν στα μάγουλά της. Ίσως να φταίει η ντουλάπα, σκέφτηκε μετά. Αν ξαναμπώ εκεί, ίσως με βρούνε. Στάθηκε μπροστά στη σκοτεινή κρυψώνα της, διστακτική. Έμοιαζε τώρα με ένα πελώριο στόμα. Αποφασιστικά, πήρε το αρκουδάκι της αγκαλιά, κουλουριάστηκε μέσα κι έκλεισε την πόρτα. Κάτι ένοιωσε να σκαλώνει στο πόδι της. Ήξερε πως ήταν μια ακρίδα, πριν ακόμα την αγγίξει. Δεν τη φοβόταν πια. Την πήρε στην παλάμη της και χάιδεψε τις μακριές κεραίες της.


Την πήρε ο ύπνος. Πόση ώρα κοιμήθηκε; Ξύπνησε από τη φασαρία και κοίταξε από την κλειδαρότρυπα. Έξω από τη ντουλάπα γινόταν τώρα χαλασμός. Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν σαν δαιμονισμένος, γυναίκες κι άντρες, παιδιά και γέροι, έκλαιγαν, γελούσαν, το δωμάτιο χανόταν κι έρχονταν άλλα δωμάτια, άλλα σπίτια, δέντρα, βουνά και θάλασσες, δρόμοι και πάλι δρόμοι, καράβια κι αεροπλάνα, ηλιοβασιλέματα, βροχές, κρεβάτια νοσοκομείου, κρεβάτια νυφικά, στρωμένα τραπέζια, ραπτομηχανές, σκυλιά, λόγια αγάπης, λόγια μίσους, χαρούμενα τραγούδια, μοιρολόγια, όλα να στροβιλίζονται όπως όταν κοιτούσε το καλειδοσκόπιο, να χάνονται, να λιώνουν, να ξανάρχονται, να σβήνουν. Κι ύστερα ξαφνικά όλα σταμάτησαν. Σκοτείνιασε.

Τώρα, κάπου στο σπίτι ακούει βήματα. Σταματούν μπροστά στην πόρτα του δωματίου της.
- Αλίκη!, ακούει μια άγνωστη αντρική φωνή.
Δεν απαντάει. Μετά από λίγο ακούει τα βήματα να απομακρύνονται.
Βγαίνει αθόρυβα από τη ντουλάπα. Στο χέρι της κρατάει ακόμα το αρκουδάκι. Γαντζωμένη πάνω στο κεφάλι του η ακρίδα την κοιτάει ήρεμα. Ύστερα δίνει ένα σάλτο προς το ανοικτό παράθυρο κι εξαφανίζεται. Ο ήλιος λούζει το δωμάτιο με ζεστό φως. Στα ράφια όλες οι κούκλες και τα ζωάκια χαμογελούν χαρούμενα. Βγαίνει στο διάδρομο. Από την κουζίνα, ακούγεται μια κοριτσίστικη φωνή να τραγουδάει.

Εσώθηκε ένας μόνο παιδιά, εσώθηκε ένας μόνο
χωρίς να κολυμπά, κάνε μια καντηλίτσα
χωρίς να κολυμπά, κάνε μια ψαλιδιά

Πηδώντας βράχο - βράχο παιδιά, πηδώντας βράχο - βράχο
έφτασε στη στεριά, κάνε μια καντηλίτσα
έφτασε στη στεριά, κάνε μια ψαλιδιά.

Μπαίνει στην κουζίνα. Στο τραπέζι ένας άντρας διαβάζει μια εφημερίδα και καπνίζει. Ένα κοριτσάκι ζωγραφίζει με κερομπογιές. Σηκώνει το κεφάλι του από τη ζωγραφιά και της χαμογελάει γλυκά.
- Μαμά, θέλεις να παίξουμε κρυφτό;


Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

ΑΓΙΑ ΓΑΛΗΝΗ


Στον Μανώλη Π.

Δεκαετία του 70, αρχές. Εμπύρετες ηλικίες, φόβοι, πόθοι, όνειρα αδειανά πουκάμισα. Πουκάμισα ανοιχτά στο στήθος όμως και η καμπάνα να ανεμίζει στα μπατζάκια. Ζακς ήταν, ζούνταπ, ίσως μπεμβέ παλιά στρατιωτική, ίσως τίποτα από όλα αυτά. Ξέχασα, πάνε τόσα χρόνια, βοήθα μνήμη, εσένα προσπαθώ να αναστήσω. Με μια απροσδιόριστη μοναξιά, θρυαλλίδα μελλοντικών εκρήξεων μελαγχολίας. Ερωτευμένοι με όσα κορίτσια σήκωναν τα μάτια να μας δουν αλλά κυρίως με άλλα που ποτέ δεν έστρεψαν το βλέμμα, με μπλουζ κι εξερευνητικά φιλιά στις ντισκοτέκ, βερμούτ στα πάρτυ, πρώτο τσιγάρο άσσος έξπορτ, κρασοκατάνυξη, ρακές, ριζίτικα και ροκ. Μα κάποια Σαββατοκύριακα ήταν δικά μας, αφιερωμένα στους ορίζοντες που ήταν ακόμα ανοιχτοί ή δεν τους βλέπαμε εμείς να κλείνουν. Δυο αγόρια και μια μηχανή και το φευγιό η μόνη πυξίδα μας στην αναζήτηση της περιπέτειας. Η Ελούντα σχεδόν έρημη πριν καταφτάσουν οι ορδές. Στο χώμα μια κουβέρτα, πάνω ένα σεντόνι μαύρο κεντημένο αστέρια. Ξένοιαστοι καβαλάρηδες εμείς, αθώοι κι άγουροι στα πρώτα βήματα μακριά από το σπίτι, σε δοκιμές φυγής, δεν ξέραμε ακόμα τι είναι η νοσταλγία, αυτή τη νιώσαμε χρόνια μετά, όταν σταθήκαμε να δούμε πού βρισκόμαστε, να πάρουμε μια ανάσα κι είδαμε γύρω μας την έρημο. Κι ο νότος, πάντα ο νότος, πάντα κοντά στη θάλασσα. Παντοτινή αγάπη για το Νότο και τη Θάλασσα. Η Αγία Γαλήνη, αγία γαλήνη τότε. Στο τρίτο δέντρο αριστερά μετά το ποταμάκι, φωτιά, κρασί αρκετό για να πιστέψεις πως μπορείς να περπατήσεις στα νερά ως τη μαύρη ήπειρο. Βρεγμένος δρόμος που δοκίμασε να μας σκοτώσει κι ήλιος που μας ανάσταινε το πρωί, σκασμένο λάστιχο, πεζοπορία χιλιομέτρων. Πότε έγινε αυτό, ήταν τότε ή άλλη φορά, ξεχνάω κι όλες οι ιστορίες γίνονται μια ιστορία, η ιστορία μας, και όλα τα ταξίδια σχηματίζουν ένα μόνο δρόμο που πάει και πάει μα δεν φτάνει. Δρόμος του φεγγαριού στη θάλασσα.
Καταδικάστηκα να επιστρέφω πάντα εκεί, σ' αυτό το δρόμο, είτε ακούω Ψαραντώνη είτε Κατ Στήβενς.
Προχθές, η φωνή στο τηλέφωνο δεν ήταν η φωνή του παλιού μου φίλου, που είχαμε να μιλήσουμε τριάντα τόσα χρόνια, όχι, ήταν η δικιά μου η φωνή, η φωνή ενός έφηβου, που ζήταγε λογαριασμό και εξηγήσεις για όλα αυτά τα χρόνια, που από την άλλη άκρη της γραμμής θρόιζε αρμυρίκια, κυμάτιζε φλοίσβους, φύσαγε μελτέμια κι όταν κατέβασα το ακουστικό με ρούφηξε μια δίνη, πρώτα εγώ κι ύστερα όλος ο κόσμος βουλιάξαμε στη μαύρη τρύπα και βρέθηκα σε ένα έρημο σταυροδρόμι και άκουσα μακριά τον θόρυβο της μηχανής που έφευγε.
Καλά ταξίδια, φίλε. Να είσαι καλά.



Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

ΠΩΣ ΔΕΝ ΕΓΙΝΑ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ


Οι γνώμες για το επαγγελματικό μου μέλλον διίσταντο. Ο πατέρας μου προέβλεπε πως θα γινόμουν χωροφύλακας. Επειδή βολτάριζα στη γειτονιά βαρύθυμος, κλωτσώντας τα χαλίκια, με τα χέρια μου πιασμένα πίσω σαν όργανο της τάξεως σε περιπολία. Η μάνα μου, αν και δεν έβλεπε με άσχημο μάτι αυτή την προοπτική, διότι υπήρχε η σχετική παράδοση στον τόπο, έλπιζε κάτι παραπάνω. Παπάς ή έστω δάσκαλος. 
Αργότερα που προχώρησα στο γυμνάσιο κι η μάνα μου είδε πως τα έπαιρνα τα γράμματα αναβάθμισε τις προσδοκίες της. Πρωθυπουργός θα γίνει, έλεγε, κατενθουσιασμένη από τις επιδόσεις μου στην πολιτική αγωγή.
Εγώ πάλι, όταν άρχισα να μπαίνω στο νόημα της ζωής, είχα άλλα όνειρα. Όχι πια εξερευνητής, υιοθετημένο τσιγγανάκι, αόρατος άνθρωπος ή ποδοσφαιριστής. Ναυτικός ήθελα να γίνω. Ναυτικός εκείνα τα χρόνια ήταν, αν θέλετε να ξέρετε, κάποιος που ταξίδευε στις θάλασσες κι άλλο δεν έκανε από το να καπνίζει ένα τσιμπούκι και να γράφει ποιήματα με παράξενες λέξεις. Μαραμπού, Φάτα Μοργκάνα, τέτοια.
Κι άλλα σκεφτόμουν, εναλλακτικά. Να γίνω ας πούμε κάνας Μάρλον Μπράντο, κάνας Ντύλαν. Τίποτα απ' αυτά δεν έγινα, ούτε καν πρωθυπουργός.

Για όλα φταίει η αδερφή μου και το ότι ήμουνα καλός στο σχέδιο και φύση καλλιτεχνική. Αρχιτέκτονας να γίνεις, μου έλεγε αυτή. Σπίνιαρε κάποτε μπροστά μας ένα διθέσιο κατακόκκινο, που οδηγούσε τύπος μποέμ, με το τσιγάρο του να κρέμεται στο στόμα, με το φουλάρι του, με τα μαλλιά του να ανεμίζουν στο αεράκι. Να, μου είπε, σαν κι αυτόν, και μ' έταξε. Κι έγινα. Τόσο μου έκοβε τότε.

(Δεν έγινα σαν τον βλαχομποέμ εκείνο, ούτε που το επιδίωξα. Αυτά είναι για τα λαμόγια και τους κωλοπετσωμένους. Κι οι εποχές όμως έχουν πια αλλάξει.
Αρχιτέκτονας σήμερα είναι κάποιος που έχει ένα γραφείο με αφίσες ντιζάιν στους τοίχους, φωτογραφίες και σχέδια σπιτιών καρφιτσωμένα με πινέζες, στα ράφια από Ντεμπόρ ως κιτσάτα περιοδικά διακόσμησης, ακροκέραμα, ένα σχεδιαστήριο σκονισμένο και σε αχρηστία, ξέχειλα τασάκια, φλυτζάνια με υπολείματα προχθεσινού καφέ, ρολά με κιτρινισμένα σχέδια. Δουλειά του είναι, αν έχει, να ανεβοκατεβαίνει σκάλες σε πολεοδομίες και να νομιμοποιεί όσες μπαγαποντιές κι αυθαιρεσίες έχουν κάνει κάτι ξύπνιοι. Στο ενδιάμεσο ταξινομεί ευσυνείδητα σε όμορφους σωρούς ανεξόφλητους λογαριασμούς και ληξιπρόθεσμα.)

Συχνά αναρωτιέμαι μήπως έπρεπε να είχα ακούσει τη μάνα μου. Να είχα γίνει δηλαδή πρωθυπουργός. Βλέποντας όμως την κατάντια του σημερινού καλοτυχίζω τον εαυτό μου.
Και σκέφτομαι μήπως κι αυτός υπό την πίεση της μητρικής αγάπης παράτησε τις πίτσες στο αμέρικα και έγινε πρωθυπουργός, όπως κι ο προηγούμενος. Ίσως πάλι, φύση διανοούμενη και καλλιτεχνική κι αυτός, φέροντας τα γονίδια της προγιαγιάς του, υπέκυψε έχοντας απώτερους σκοπούς. Να βρει διέξοδο το ταλέντο του. Μέσα στο ρημαδιό που θα σκορπίζει γύρω του, τη στάχτη και τη μπούρμπερη, ατενίζοντας από το Μέγαρο Μαξίμου την καμμένη γη θα γράψει τα καλύτερα ποιήματά του και θα τα μελοποιήσει με περίσσεια έμπνευση. Με μπακγκράουντ τον ήχο του ελικόπτερου. Καλύτερα κι από τον Νέρωνα.

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Η ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΑ



Δεν είναι όμορφη; Με όσα ξερά κλαριά της έμειναν, δεν είναι ακόμα ωραία;
Δεν τη φρόντισα, είναι αλήθεια. Καθόλου δεν της φέρθηκα όπως άξιζε. Το παραδέχομαι. Όμως δεν το έκανα ηθελημένα, φταίει η ζωή με τις αναποδιές της. Έγειρε ο κόσμος ξαφνικά, μας πήρε η κατηφόρα και μας άδειασε. Έννοια μας να πιαστούμε από ό,τι βρούμε καθώς κυλούσαμε με φόρα στο γκρεμό. Έτσι αυτήν την παραμέλησα.
Μου ζήταγε νερό κι εγώ δεν άκουγα, πέρναγα δίπλα της χωρίς να βλέπω, μ' άγγιζε με τα φύλλα της κι εγώ την προσπερνούσα. Όταν με είχε ανάγκη την παράτησα, σκεφτόμουν τα δικά μου.
Κι όμως εγώ την είχα μεγαλώσει. Κείνα τα πρώτα χρόνια της γλυκομιλούσα, τη χάιδευα και την περιποιόμουν. Τίποτα δεν της έλειπε. Λίπασμα και νερό και χώμα και φιλιά. Κι αυτή, σ' αντάλλαγμα, άνθιζε.
Τώρα δε μου μιλάει. Δεν ανασαίνει. Εκεί που την κλάδεψα, μήπως και τη γιατρέψω, οι πληγές της χάσκουνε κατάξερες, χωρίς χυμό. Δυο χρόνια τώρα.
Μου λένε να την ξεριζώσω. Πάει πέθανε, πώς δεν το βλέπω; Να την πετάξω στα σκουπίδια και να την ξεχάσω, στη θέση της να βάλω μια καινούργια. Ράτσα γερή, να μην καταλαβαίνει αρρώστιες. Οι καιροί, μου λένε, αλλάζουν και πρέπει να προσαρμοστώ. Κυλάει σαν ποτάμι η ζωή και φεύγει, και όλα γύρω φθείρονται, γερνούν, πεθαίνουν. Αμετάκλητα. Δεν γίνεται να ζούμε με τα περασμένα. Και φέρνουν και μου δείχνουν άλλες, φουντωμένες, με κατακόκκινα λουλούδια. Σαν γκόμενες σε νυφοπάζαρο. Σαν πλαστικές.
Δε γίνεται, δεν πρόκειται να τους τη δώσω. Είναι δικιά μου. Σκαλίζω με τα χέρια μου το χώμα, το καθαρίζω από τις αγριάδες. Την ποτίζω. Χαϊδεύω τα ξερά κλωνάρια κι ας πληγώνουν. Σφίγγω τα αγκάθια της και γλείφω το αίμα.
Κανένας δε θα την αγγίξει. Αν θέλουν, ας αλλάξουν τον δικό τους κήπο. Ας ξεριζώσουν τα δικά τους κι ας βάλουν άλλα αν προτιμούν. Ανθεκτικά. Παντός καιρού.
Εγώ θα περιμένω, ό,τι κι αν λένε. Θα περάσει ο χειμώνας, θα έρθει η άνοιξη. Ένα πρωί ίσως δω να ξεπροβάλλουν στα κλαριά της καινούργια τρυφερά βλαστάρια. Κι ύστερα, ένα άλλο πρωί, τα κόκκινα μπουμπούκια της θα ανοίξουνε ξανά, μόνο για μένα.