Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ



Ήταν ένα μονώροφο σπιτάκι του ‘50, ίσως παλιότερο. Σήκωσα το μπρούτζινο ρόπτρο και το άφησα να πέσει. Στο χτύπο του δείλιασα. Σκέφτηκα να φύγω μα ήταν αργά, η πόρτα άνοιξε και μια γριά εμφανίστηκε στο άνοιγμα. Φορούσε μια σκούρα γκρι ρόμπα με μικρά άσπρα λουλουδάκια, δεμένη στη μέση με κορδόνι. Φάνηκε να απογοητεύτηκε όταν με είδε. Της είπα ποιον έψαχνα.
Δεν είναι εδώ, παιδί μου. Λείπει. Έλα να κάτσεις να τον περιμένεις. Μπορεί να 'ρθει όπου να 'ναι”.

Έπρεπε να φύγω. Γιατί είχα έρθει; Τι έλπιζα από αυτή την επίσκεψη, ποιες σκέψεις με είχαν οδηγήσει να πάρω τέτοια απόφαση; Ετοιμαζόμουν να της πω πως δεν μπορούσα, ήμουν βιαστικός, μα αυτή συνέχισε.
Λείπει πολύ καιρό. Μα ποιος ξέρει, μπορεί και να έρθει απόψε. Ποιος ξέρει. Έλα να κάτσεις λίγο”.
Πάνω στο μπουφέ είχε στολίσει μερικές φωτογραφίες με ασημί κορνίζες. Πλησίασα. Αυτός ήταν. Τον είδα μωρό, μαθητή του δημοτικού, έφηβο, φαντάρο, νέο άντρα. Σε όλες τις φωτογραφίες χαμογελαστός.
Η γριά με είδε που περιεργαζόμουν τις φωτογραφίες, πήρε μια από αυτές, αυτή του νεαρού άντρα, την πιο πρόσφατη, τη χάιδεψε και την ακούμπησε στο τραπέζι, δίπλα στο ανθοδοχείο με τα πλαστικά τριαντάφυλλα. Μου είπε να καθίσω.
Ήσασταν καλοί φίλοι, παιδί μου; Δεν σε θυμάμαι. Πού τον ήξερες;”
Ήμασταν στο στρατό μαζί”, είχα την ετοιμότητα να πω. “Από τότε έχω να τον δω. Έτυχε να περνάω από τη γειτονιά και τον θυμήθηκα και είπα να περάσω να δω αν με θυμάται κι αυτός. Ξέρετε μήπως πού είναι;”
Πέρυσι το Σεπτέμβρη έφυγε. Δεν μου είπε πού θα πήγαινε. Ποτέ δεν μου έλεγε. Μάζευε τα πράγματά του κι έφευγε. Ούτε στους φίλους του, εδώ από τη γειτονιά, είπε τίποτα”.
Κρίμα, ήθελα πολύ να τον δω. Καλό παιδί, κάναμε ωραία παρέα”.
Είχα βαλθεί να παίξω το ρόλο μου όσο καλύτερα μπορούσα. Το πρόσωπό της έλαμψε.
Μου μίλαγε συχνά για εσάς. Πόσο καλή μάνα είστε, πόσα έχετε περάσει, με πόσες δυσκολίες τον μεγαλώσατε. Σας αγαπούσε πολύ”, συνέχισα. Είχα έμπνευση.
Χρυσό παιδί. Οι άλλοι λέγανε για τις παραξενιές του μα εγώ που τον ξέρω... χρυσό παιδί! Μόνο που του άρεσε να φεύγει από μικρός, δεν έκανε με τους ανθρώπους. Πότε στα βουνά, πότε στη θάλασσα. Δούλευε όπου να 'τανε μα πουθενά δε στέριωνε. Κάπου θα έχει κρυφτεί πάλι, ποιος ξέρει. Μια μέρα θα μου χτυπήσει ξαφνικά την πόρτα, θα του ανοίξω και θα πάει να κάτσει στο τραπέζι. Να, εκεί στην κορφή είναι η θέση του. Θα του στρώσω να φάει καλά, θα του έχω και το κρασί του και τα τσιγάρα του. Και μετά θα πάει να ξαπλώσει να ξεκουραστεί, του έχω στρωμένο το κρεβάτι”.
Είχε χαμηλώσει τα μάτια. Μιλούσε σαν να μην ήμουν εκεί, μιλούσε στον εαυτό της, καθώς έβλεπε ίσως με τα μάτια της ψυχής τον ερχομό που περιέγραφε.
Όποτε χτυπάει η πόρτα, λέω αυτός θα είναι. Μα πού”.
Τη λυπήθηκα. Μου πέρασε από το μυαλό για μια στιγμή η ιδέα να της αποκαλύψω, με τρόπο όσο γινόταν όμορφο, πως δεν θα ερχόταν ποτέ ο γιος της και άδικα περίμενε, να την απαλλάξω από αυτό το βάσανο. Γρήγορα έδιωξα αυτή τη σκέψη, η αλήθεια θα ήταν πιο επώδυνη από το να ζει στο ψέμα, η ελπίδα την κρατούσε στη ζωή.
Μόνη μου έχω μείνει”, συνέχισε. “Παίρνω μια σύνταξη, τι να κάνω. Θα περιμένω ακόμα δυο τρία χρόνια κι αν δεν έρθει θα πουλήσω το σπίτι, θα τα μαζέψω και θα πάω στο χωριό μου να πεθάνω. Δεν έχω κανέναν εδώ, μόνη μου έμεινα. Τι να κάνω”.
Θυμήθηκε την παρουσία μου και σήκωσε το βλέμμα της.
Θέλεις παιδί μου να κάτσεις να φας; Έχω μακαρόνια με κιμά. Πάντα φτιάχνω παραπάνω φαΐ, μήπως κι έρθει ο γιος μου ξαφνικά και είναι νηστικός”.
Αρνήθηκα και πήγα προς την πόρτα μα αυτή επέμενε. Με έπιασε από το χέρι και με έκατσε με το στανιό σε μια καρέκλα, δίπλα σε αυτή του γιου της. Η αλήθεια είναι πως μύριζε ωραία από την κουζίνα και η πείνα μου ήταν μεγάλη. Αν δεν έτρωγα κάτι, μπορεί να σωριαζόμουν στο δρόμο μόλις έβγαινα.
Κι άμα θες μετά παιδί μου να πας να ξαπλώσεις να ξεκουραστείς πριν φύγεις. Έχω στρωμένο το κρεβάτι, καθαρό”.
Καθίσαμε και τρώγαμε μαζί. Της είπα πόσο ωραίο ήταν το φαγητό, την ευχαρίστησα ξανά. Απορροφημένος με το φαγητό, άργησα να καταλάβω την απότομη αλλαγή στον τρόπο της. Είχε πάψει να μιλάει ξαφνικά. Σταμάτησε να τρώει. Σήκωσα το κεφάλι από το πιάτο και την είδα να κοιτάει έντονα προς το λαιμό μου. Έφερα εκεί ασυναίσθητα το χέρι μου. Μετά κατάλαβα. Δεν ήταν ο λαιμός μου που κοιτούσε. Ήταν ο γιακάς από το πουκάμισο.
Πανικοβλήθηκα. Μα κι αυτή φαινόταν τρομαγμένη. Πήρε τα μάτια της από το γιακά κι έμεινε να κοιτάει τη φωτογραφία που είχε ακουμπήσει μπροστά στη καρέκλα του γιου της. Κρατιότανε από το τραπέζι σφίγγοντας το με τις παλάμες τόσο δυνατά που είχαν ασπρίσει οι αρθρώσεις της στα δάχτυλα και έτρεμε. Σηκώθηκα να φύγω. Είχα αργήσει δήθεν, ψέλλισα ένα ευχαριστώ και πήγα προς την πόρτα.
Περίμενε παιδί μου λίγο”, άκουσα πίσω μου που έβγαινε σβηστή η φωνή της.
Σταμάτησα. Τι ανοησία είχα κάνει, τι απερισκεψία! Στάθηκα εκεί με γυρισμένη πλάτη.
Πριν φύγει ο γιος μου του σιδέρωσα το άσπρο πουκάμισο. Είχε φύγει το ένα κουμπί από το γιακά του, μα δεν είχα ίδιο και του έβαλα ένα λίγο μεγαλύτερο”.
Μα πώς θα μπορούσα να το φανταστώ, ένα πουκάμισο άσπρο ήταν σαν όλα τα άλλα. Άνοιξα την πόρτα.
Μη φύγεις, σε παρακαλώ. Πες μου!”
Βγήκα στο δρόμο.
Στάσου παιδί μου! Πες μου, σε παρακαλώ!”
Έκλεισα την πόρτα και χάθηκα τρέχοντας αλαφιασμένος στο σκοτάδι. Μαύρα πουλιά χύθηκαν ξοπίσω μου. Φτερούγιζαν πάνω από το κεφάλι μου, κρώζοντας θλιβερά τα τελευταία λόγια της:
Την κατάρα μου να 'χεις! Φονιά! Φονιά!”
...

(απόσπασμα-προδημοσίευση από κάτι μεγαλύτερο που είναι ακόμα στα σχεδιάσματα)


2 σχόλια: