Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Η ΤΙΓΡΗ



Την αγαπούσα στα κρυφά, την ήθελα. Όμως, τίποτα δεν της είχα πει, τίποτα δεν της είχα δείξει. Αυτή, περνούσε δίπλα μου σαν να μην με έβλεπε. Έκανα κι εγώ πως δεν την βλέπω. Μα η καρδιά μου σπαρταρούσε, καθώς περνώντας με άγγιζε η φούστα της και με μεθούσε το άρωμά της και η μυρωδιά του σώματός της. Και φανταζόμουνα συχνά το σώμα αυτό -λεπτό κι αέρινο ήταν- να αφήνεται στην αγκαλιά μου, να της σηκώνω λέει τη φούστα εκείνη αργά χαϊδεύοντάς την ως επάνω, να έχω το στήθος της στο στήθος μου, να τη φιλώ στα χείλη κι αυτή να αναστενάζει, να κλείνει τα μάτια και να με σφίγγει πάνω της. Τέτοια και άλλα φανταζόμουνα, ερήμην της.

Εκείνες τις Απόκριες, εγώ κι ο φιλαράκος μου, είπαμε να μασκαρευτούμε. Με ένα σεντόνι τυλιγμένοι, μια άσπρη μάσκα με πανί που έκρυβε εντελώς το πρόσωπο, τίποτε άλλο. Και πήγαμε στο πάρτυ της αδελφής της και δεν μιλούσαμε καθόλου, μη μας καταλάβουν. Καθόμασταν σε μια γωνιά και χαζεύαμε τις μασκαράτες, και κάθε τόσο γυρνούσαμε από την άλλη, σηκώναμε ελαφρά τη μάσκα κι αδειάζαμε το ποτηράκι το κρασί.
Αυτή ήταν ντυμένη τίγρη. Ολόσωμη εφαρμοστή στολή με ουρά και νύχια, μια μαύρη μάσκα για τα μάτια. Την είδα κάποτε που μπήκε στην κουζίνα κι έτρεξα πίσω της, δήθεν να πιω νερό. Γύρισε και με κοίταξε.
"Για να σε δω καλά, ρε φάντασμα", μου κάνει.
Και έφερε το πρόσωπό της φάτσα στο δικό μου. Με κοίταξε στα μάτια, τα χείλη της ήρθαν κοντά στα χείλη μου, μύρισα τη ζεστή ανάσα της, με κοίταξε λοιπόν στα μάτια και είπε "ωραία μάτια έχεις εσύ", μ' έπιασε από τον ώμο κι ήρθε ακόμα πιο κοντά ώσπου ακούμπησε το στήθος της στο στήθος μου, κι ύστερα "κάπου τα ξέρω αυτά τα μάτια" και γέλασε "τώρα κατάλαβα ποιος είσαι" και έκλεισε τα μάτια της, "μη φοβάσαι, δε θα σε κοιτάξω, καλύτερα έτσι", κι ύστερα σήκωσε το πανί της μάσκας ίσα που να αποκαλυφθεί το στόμα και με φίλησε "πάντα μου άρεσες, δεν το είχες καταλάβει;" και με έσφιξε κοντά της και τα χέρια της βρήκαν το άνοιγμα στο σεντόνι και με χάιδευαν παντού, και τα δικά μου χέρια που είχαν παραλύσει σηκώθηκαν κι αυτά κι έπιασαν πρώτα την ουρά της και ξαφνιάστηκα, κι ύστερα κίνησαν το ένα κάτω της, το άλλο πιο πάνω, και τότε άκουσα να τη φωνάζουν κι ώσπου να συνέλθω με είχε παρατήσει, ήταν φευγάτη κιόλας, είδα την άκρη της ουράς στην πόρτα κι άκουσα μόνο τη φωνή της "θα τα πούμε αύριο".
Ούτε νερό ήπια, ούτε τίποτα. Σηκώθηκα κι έφυγα, πήρα τους δρόμους κι έτρεχα με το σεντόνι να ανεμίζει σαν σημαία θριάμβου, γελούσε η νύχτα, χόρευαν ψηλά τα αστέρια. Κι ούτε κοιμήθηκα καθόλου, είχα ορθάνοιχτα τα μάτια κι έβλεπα οπτασίες στο σκοτάδι μέχρι που ξημέρωσε.

Την άλλη μέρα που την αναζήτησα στο στέκι, την είδα να μιλά με μια παρέα. Πήγα προς το μέρος τους όλο χαμόγελο. Είχα πια φτάσει κοντά της μα αυτή πάλι δεν μου έδωσε σημασία, σαν να μη με είδε, όπως πάντα. Έστριψα τότε, πήγα παραπέρα, με το χαμόγελο να έχει παγώσει, "ίσως θέλει διακριτικότητα" σκέφτηκα όπως στεκόμουν εκεί αόρατος γι' αυτήν, λουσμένος ξανά το άρωμά της, μα καθώς με την άκρη του ματιού μου θαύμαζα το σώμα που είχα αγκαλιάσει χθες κι ένιωθα ξανά τα χάδια της, άκουσα τη φωνή της να λέει στο μάγκα που την κοιτούσε με απορία "τί εννοείς δεν ήσουνα εσύ χθες βράδυ;" κι εκείνον να της απαντάει "αφού σου λέω, ήμουνα άρρωστος στο κρεβάτι χθες" κι ύστερα "μην ανησυχείς, θα τον βρω τον πούστη και θα τον πατήσω κάτω".

Όρκισα το φιλαράκο μου ποτέ να μη μιλήσει σε κανένα για εκείνη μας τη μεταμφίεση. Και πια όχι μόνο δεν της μίλησα, ούτε που πέρασα ξανά κοντά της. Μα κάθε Απόκριες, αρκεί να κλείσω μια στιγμή τα μάτια και, ερήμην της, ερήμην μου, βρίσκεται ξανά στην αγκαλιά μου και νιώθω τα χάδια της να χαράζουν ίχνη ανεξίτηλα στο σώμα μου. Κι όταν η γυναίκα μου με ρωτάει τι είναι αυτά τα σημάδια στην πλάτη μου, της απαντάω "από τίγρη, αγάπη μου, στο ορκίζομαι".



Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

ΟΙ ΑΦΕΛΕΙΕΣ



Να σας κάνω ωφέλειες; την είχε ρωτήσει η κοπέλα στο κομμωτήριο. Μάλλον Αλβανή ήταν.
Ωφέλειες; Γέλασε από μέσα της. Ναι, καλό ακούγεται.
Χάζευε αφηρημένα στον καθρέφτη την αεικίνητη κοπελίτσα, τις άλλες πελάτισσες, τις προθήκες με τα σαμπουάν και τα καλλυντικά, τις αφίσες. Ύστερα κοίταξε μπροστά το πρόσωπο με τις αφέλειες.

Ο καθρέφτης άδειασε, το κομμωτήριο μέσα του έσβησε. Σαν να κοίταζε από ένα παράθυρο έξω στην ομίχλη, μια σχολική αίθουσα ξεπρόβαλλε σιγά σιγά. Είναι η μέρα της φωτογράφισης. Τα παιδιά μαζεμένα σε μιαν άκρη περιμένουν τη σειρά τους, ανυπόμονα. Έρχεται και η σειρά της. Τρέχει καμαρωτή, με την μπλε κορδέλα στα μαλλιά και το καινούργιο κούρεμα με τις αφέλειες. Η ποδιά της καθαρή, ο γιακάς κατάλευκος. Κάθεται στο θρανίο. Ο φωτογράφος της λέει να στήσει πιο όρθιο το κορμί της. Πιάνει το μολύβι και κάνει πως γράφει στο τετράδιο μπροστά της.

Τέλειωσε η φωτογράφιση, σηκώθηκε.
Πώς σας φαίνεται; ρώτησε η κοπέλα.

Η δασκάλα τους μοιράζει τις φωτογραφίες. Παίρνει τη δική της με λαχτάρα. Το κορίτσι κοιτάζει το φακό με τα μεγάλα μάτια του και χαμογελάει αχνά. Το χέρι της κρατάει χαλαρά το μολύβι. Είναι όμορφη. Οι αφέλειες της πηγαίνουν. Είναι ευτυχισμένη. Πίσω της κρέμεται ένας χάρτης. Δεν φοβάται το μέλλον. Δεν φοβάται τίποτα.

Ωραία είναι, σε ευχαριστώ πολύ, είπε στην κοπέλα.

Έβρεχε έξω. Άνοιξε την ομπρέλα να μη χαλάσει τα μαλλιά της.
Έφτασε στο σπίτι, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και κάθισε στο γραφείο της. Έβαλε ένα χαρτί μπροστά της, έπιασε το μολύβι κι άρχισε να γράφει.
"Να σας κάνω ωφέλειες; την είχε ρωτήσει η ..."

Άνοιξε η πόρτα. Έστησε το κορμί της όρθιο, σήκωσε το κεφάλι και χαμογέλασε αχνά στον φωτογράφο χωρίς να αφήσει το μολύβι.
Πώς σου φαίνομαι; τον ρώτησε.
Ο άντρας της την κοίταξε.
Σαν μαθήτρια του Δημοτικού, σκέφτηκε.
Δεν της το είπε. Δεν ήξερε πώς θα το έπαιρνε.
Πολύ ωραία είναι, της είπε μόνο. Σου πάνε.
Έφυγε, να τσιμπήσει κάτι και να πάρει έναν υπνάκο.

Τέλειωσε αυτό που έγραφε.
"...Πού την έχω καταχωνιάσει εκείνη τη φωτογραφία;"
Ύστερα δίπλωσε το χαρτί, άφησε δίπλα το μολύβι, σηκώθηκε κι άρχισε να ψάχνει τα συρτάρια. Ξεφύλλισε όλα τα παλιά άλμπουμ. Πήρε τη σκάλα, ανέβηκε στο πατάρι, άνοιξε τις κούτες. Τίποτα.
Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και προσπάθησε να κρατήσει τα δάκρυά της.

Πού το έχω καταχωνιάσει εκείνο το κορίτσι;