Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝΤΡΟ



Ήτανε μια φορά κι ένα καιρό, ένας άνθρωπος που έγινε δέντρο. Δεν το είχε σχέδιο. Εκεί που περπατούσε σκεφτικός, έβγαλε ρίζες ξαφνικά που χώθηκαν στη γη, και ύστερα κλαδιά και φύλλα. Κι έμεινε εκεί για πάντα. Του άρεσε.

Ο άνθρωπος δέντρο δεν φοβότανε το μέλλον. Τίποτα δεν φοβόταν. Άπλωνε τα κλαδιά στον ήλιο κι έρχονταν κοτσύφια. Και λοιδορούσε όσους ξαπόσταιναν στη σκιά του κι ύστερα έφευγαν γι' αλλού. "Πού πάτε", φώναζε, "είναι σκληρός ο κόσμος, θα χαθείτε εκεί που πάτε". Και γελούσε.

Ο άνθρωπος δέντρο ήταν σίγουρος. "Το χώμα μ' αγαπάει. Με νοιάζεται. Σφίγγει τις ρίζες μου γλυκά, με θρέφει".
Το χώμα δεν μιλούσε, άκουγε μόνο. Κι αφουγκραζόταν, κάθε που έπεφτε η βροχή και το ξεδίψαγε, που του ψιθύριζαν τα ρυάκια της, "έλα να πάμε ως τη θάλασσα, έλα, έλα..."

Ο άνθρωπος δέντρο ήθελε τη γαλήνη. Του φαίνονταν ωραίος ο κόσμος του κι ας ήταν πάντα ο ίδιος. Αρκούσε που περνούσαν οι εποχές κι άλλαζε κάπως το τοπίο. "Ο χρόνος είναι με το μέρος μου", έλεγε στους περαστικούς. "Εδώ ο χρόνος είναι κυκλικός, κι εγώ είμαι το κέντρο του".

Το χώμα όμως δεν ησύχαζε. Και ήρθε ο καιρός και το πήρε απόφαση να ταξιδέψει. Κουράστηκε συνέχεια στο ίδιο μέρος, ζήλεψε το ταξίδι του νερού, ονειρεύτηκε τη θάλασσα. Χαλάρωσε, άφησε να το παρασέρνουνε τα ρυάκια και έφευγε σιγά σιγά αφήνοντας γυμνές τις ρίζες.

Ο άνθρωπος δέντρο το ένοιωσε. Μα δεν φοβήθηκε. "Οι ρίζες μου είναι γερές", σκεφτόταν, "το χώμα είναι βαθύ". Πέσαν τα φύλλα του, γέμισε ρόζους, στέγνωσε, έσκασε το κορμί του και στην κουφάλα που άνοιξε μπαινόβγαιναν ποντίκια και τον έτρωγαν. Στρούφιξαν τα κλαριά, χώθηκαν μέσα του. Πόνεσε τότε και φοβήθηκε. Κι ύστερα φύσηξε ένα ελαφρύ αεράκι, έγειρε κι έπεσε. Στην πρώτη δυνατή βροχή τον πήρε ο χείμαρρος μακρυά.

Και θα σκεφτόταν σίγουρα αν μπορούσε να σκεφτεί, τόσο ανόητος ήταν, "να! ακόμα ταξιδεύουμε μαζί, το χώμα που μ' αγάπησε κι εγώ". Μα δεν μπορούσε πια να σκεφτεί τίποτα, ένα άθλιο κούτσουρο ήταν που παράδερνε στο ρέμα, που γκρεμοτσακιζόταν άτσαλα και χτύπαγε με ορμή στα βράχια, ώσπου έγινε μικρά μικρά κομμάτια.

Δεν έζησε καλά ο άνθρωπος δέντρο, εμείς θα ζήσουμε καλύτερα.

Τρίτη, 3 Μαΐου 2016

ΕΝΑΣ ΚΑΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ



Η πρώτη χρονιά που είχα ανέβει στην Αθήνα ήταν. Επαρχιωτόπαιδο, πρωτοετής, χαμένος στη μεγάλη πόλη, τα οικονομικά ζόρικα. Έμαθα μέσω συγγενικών προσώπων πως έψαχναν κομπάρσους για ένα θεατρικό του Βέγγου. Παρουσιάστηκα στον Κατσουρίδη, μου έριξε μια ματιά αυτός, "εντάξει", μου είπε, "έλα αύριο για πρόβα".
Αν δεν με απατά η μνήμη μου, το έργο ήταν ένα μονόπρακτο σχετικά με την περιουσία της Εκκλησίας και με ποιους τρόπους την απόκτησε. Εγώ και άλλοι πέντε κάναμε κάτι φοιτητές, ανεβαίναμε στα σκαλιά, δεξιά κι αριστερά από τη σκηνή, και λέγαμε εναλλάξ από δυο τρεις ατάκες. Στο μεταξύ ο Βέγγος, σύγχρονος Καραγκιόζης, χτυπιόταν κι ίδρωνε με τους δεσποτάδες που ήθελαν να του πάρουν την παράγκα του, ακούγονταν και κάτι επαναστατικά τραγούδια, λίγα θυμάμαι.
"Τί ρούχα να φορέσω", ρώτησα τον Κατσουρίδη, μου έριξε πάλι μια ματιά, "έλα όπως είσαι", μου είπε. Πήγαινα κι εγώ με τις αρβύλες, το βρώμικο τζην, και το στρατιωτικό αμπέχωνο, κι ας ίδρωνα από τη ζέστη, πιο αυθεντικό φοιτητή της μεταπολίτευσης δεν θα έβρισκε κανένας σκηνοθέτης.
Κάναμε πρόβα τις ατάκες μας, μάλλον δεν τα πήγαμε τόσο καλά, τελικά τα λόγια μας ακούγονταν από τα μεγάφωνα κι εμείς ανοιγοκλείναμε το στόμα μας.
Πέρασε έτσι μόλις μια βδομάδα. Το έργο δεν πήγαινε καλά, αποφάσισε ο θεατράρχης να κάνουνε περικοπές, μείνανε τέσσερις οι φοιτητές. Εγώ και άλλος ένας περάσαμε από το ταμείο και πληρωθήκαμε, κι έτσι άδοξα έληξε η σταδιοδρομία μου στην υποκριτική τέχνη.

Μα τουλάχιστον μου έχει μείνει κάτι μικρό από τότε να θυμάμαι. Την προηγούμενη της απόλυσης έτυχε να φύγουμε μαζί με το Βέγγο από το Ακροπόλ. Ήταν πολύ μεγάλη η περηφάνεια μου που περπατούσα δίπλα του, καμάρωνα. Στην Ακαδημίας, έξω από τη Λυρική, μια γυναίκα τον πλησίασε όλο χαρά και τον αγκάλιασε. "Γεια σου Θανάση!" Της έσφιξε το χέρι αυτός με θέρμη. "Τί κάνεις", της λέει, "όλοι καλά στο σπίτι; Ο σύζυγος; Τα παιδιά;" "Δόξα τω Θεώ", απαντάει εκείνη. "Μπράβο, μπράβο, να μου τους φιλήσεις όλους. Και δώσε χαιρετισμούς στο σύζυγο".
Έτσι απλά έκανε ευτυχισμένη, έστω για λίγο, εκείνη τη γυναίκα. Που του ήταν άγνωστη εντελώς, πρώτη φορά την έβλεπε ο καλός άνθρωπος.


(Θανάσης Βέγγος, 29/5/1926 - 3/5/2011)