Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ



Δίσταζα αν θα έγραφα γι' αυτό. Αμφέβαλλα (κι ακόμα αμφιβάλλω) αν μπορούσα. Εδώ δεν έχει λυρισμούς, μεταφορές και λογοπαίγνια. Εδώ οι λέξεις χάνουνε τη δύναμή τους. Τις πρόλαβαν οι εικόνες, τις πάτησαν κάτω και τις έλιωσαν. Μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις, χίλιες εικόνες είναι απόλυτη σιωπή. Σκάσε και κοίτα.

Χίλιες εικόνες. Σώματα ξεβρασμένα, νεκρά βρέφη, δάκρυα, βροχή, σωσίβια, λάσπες, βάρκες, κύματα. Το μωρό στην αμμουδιά, ο Ισπανός εθελοντής, ο ψαράς, ο φούρναρης, οι γιαγιάδες, ο πρόσφυγας με το σκυλάκι. Αληθινή, αγνή συγκίνηση, like και share, οργίζεσαι, ξεσπάς, συμπάσχεις. Κι όλο πληθαίνουν οι εικόνες, ένα πελώριο ψηφιακό βουνό, κάθε φωτογραφία να φτάσει πιο ψηλά, να δώσει ακόμα μια γροθιά, πιο δυνατή, πιο δυνατή ακόμα, να φτάσει εκείνη στην κορφή. Μα εκεί στην κορφή κάποτε όλες θα είναι πια ίδιες, γιατί θα τα έχουν δείξει όλα, όλα τα πτώματα θα μοιάζουν τότε, όλα τα νεκρά βρέφη ίδια, όλες οι μανάδες, όλα τα πίξελς, δεν θα έχει μείνει τίποτα κενό. Σιωπή.

Καθώς τα θύματα πληθαίνουν, οι φωτογραφίες τους δεν έχουν πια ονόματα, δεν είναι αναγνωρίσιμα, τρία βρέφη λένε τώρα, πέντε παιδιά, δέκα γυναίκες, είκοσι άντρες. Σημάδι ότι έχουν φτάσει στην κορφή. Σε λίγο θα τους τσουβαλιάζουν όλους με ένα νούμερο. Τριάντα οκτώ περίπου πρόσφυγες πνιγμένοι. Περίπου. Γιατί όλο και κάποιοι δεν θα έχουν καταμετρηθεί, θα πνίγονται χωρίς ούτε έναν αριθμό στα επίσημα τεφτέρια να υπενθυμίζει ότι κι αυτοί έζησαν κάπου κάποτε κι ύστερα πνίγηκαν.

Ίσως χωρίς να το αντιληφθούμε, εκείνη τη στιγμή που οι εικόνες φτάσουν στην κορύφωσή τους γιατί δεν θα έχουν τίποτε πιο ζοφερό να δείξουν, τότε που ο θάνατος θα έχει γίνει πια κοινοτοπία και η φρίκη ανιαρή επανάληψη και τίποτα δεν θα σοκάρει, τότε και η θλίψη μας, η οργή, ο θυμός θα φτάσουν κι αυτά σε ένα ζενίθ, κι ίσως θα αρχίσουνε μετά να ξεθυμαίνουν. Τα έντονα συναισθήματα το έχουν αυτό, αργά ή γρήγορα ατονούν. Τι μένει τότε;

Το έχουμε ξαναζήσει. Κανείς δεν περιμένει την ελπίδα πια, μα δεν μας νοιάζει. Μετά το σοκ έρχεται ο εθισμός, μετά η συνήθεια. Η συνήθεια είναι λήθη και άγνοια.
Έχουμε δει πολλές εικόνες από τους πνιγμένους. Όταν στομώσει από αυτές η οργή μας, θα μείνουμε να παρακολουθούμε ψύχραιμα από μακριά το δράμα, όπως θα παίζεται "πολιτισμένα" πια, καθώς αρμόζει στην Ευρώπη. Η εκατόμβη θα γίνει ημερήσια διάταξη, συζήτηση, διευθέτηση, αντιστάθμισμα, αποζημίωση, ποσοστά. Κι εκεί, στον πραγματικό κόσμο, τη μάχη θα συνεχίσουν να τη δίνουν μόνοι τους, όσο ακόμα αντέξουν, οι ντόπιοι κι οι εθελοντές.

Έχουμε δει πολλές εικόνες, γενικά. Ζούμε μέσα απ' αυτές, μέσα σ' αυτές. Είμαστε κι οι ίδιοι σκηνοθετημένο πλήθος, κομπάρσοι μιας υπερπαραγωγής που το σενάριό της έχουν γράψει ερήμην μας. Πρέπει αφού κοιτάξουμε τη φρίκη, να κλείσουμε για λίγο τα μάτια, για να μπορέσουμε να τη σκεφτούμε στην ολότητά της. Με λέξεις. Γιατί, πριν ακόμα κι από τα συναισθήματα, στομώνει η σκέψη μας.




ΣΑΝ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ
Μια αριστερή κυβέρνηση θα όφειλε, έστω και τώρα, να δει πόσο ασύμβατες με τις αρχές της είναι αυτή η Ευρώπη. Να έκανε με τον φράχτη αυτό που θα γλύτωνε έστω κάποιους λίγους από τον πνιγμό. Καμιά συνέπεια, κανένα αντίποινο δεν είναι πιο βαρύ από το να αφήνεις να πνίγονται άνθρωποι στα κύματα. Καμιά Ευρώπη δεν αξίζει ανθρωποθυσίες στην ποδιά της.
Δεν νομίζω όμως ότι θα το κάνει, και όσοι το πιστεύουν έχουν ψευδαισθήσεις. Ελπίζω βέβαια να διαψευστώ.



Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΗΤΑΝΕ ΚΟΜΜΑΤΙΑ


 
Κόκκινη κλωστή δεμένη...
Μια φορά κι ένα καιρό, σε μια μακρινή χώρα, ζούσε ένα κορίτσι που η ζωή του ήτανε κομμάτια. Όλη η ζωή του.

Δεν ήταν πάντα έτσι. Κάποτε η ζωή του δεν είχε ούτε ραγισματιά. Την ξεδίπλωνε με χαρά κάθε πρωί κι έλαμπε αυτή ακέραια στον ήλιο, την έβρεχε όμορφα στη θάλασσα, μετά την άπλωνε και στέγνωνε στην άμμο. Και τα ταξίδια της ζωής αυτής είχαν συνέχεια κι ο χρόνος κυκλικός κυλούσε ήρεμα κι όλα τα σκέπαζε η αγάπη. Και η μαμά και ο μπαμπάς και η γιαγιά με τον παππού ήταν εκεί. Κι οι φιλενάδες. Κι ήρθαν μετά κι οι έρωτες, ήρθε κι ο Έρωτας, κι όλα είχαν δέσει όμορφα.

Μα ύστερα η ζωή του κοριτσιού έγινε κομμάτια. Κάτι που ράγισε και δεν το πρόσεξε και το άφησε να μεγαλώσει. Κι άρχισαν να ραγίζουν όλα και να πέφτουν. Μάζεψε όσα μπορούσε στην βαλίτσα, κάποια άλλα που είχαν γίνει σκόνη τα άφησε και χάθηκαν. Και πήρε τη βαλίτσα κι έφυγε, πέρασε θάλασσες και βρέθηκε σε ξένα χώματα. Μα η βαλίτσα ήταν τρύπια και ξέμειναν στο δρόμο κι άλλα. Το κορίτσι κοίταζε τη ζωή του κι έβλεπε μόνο θραύσματα. Τίποτα ολόκληρο. Τίποτα που να πει "είναι δικό μου αυτό", μόνο κομμάτια που δεν ήξερε πού ανήκουν και σε ποιον. Πάντα να λείπει κάτι, κάτι να έχει χαθεί για πάντα. Και το κορίτσι ήταν λυπημένο και τα βράδια έκλαιγε.

Μια μέρα θα μαζέψει τα κομμάτια που έχουν μείνει. Κάποια απ' αυτά, τα άχρηστα, όσα είναι βάρος, θα τα πετάξει. Θα πάρει τα άλλα που αγαπάει και νοιάζεται, να τα φροντίσει. Και σύντομα θα έρθουν δυο άλλα χέρια να βοηθήσουν. Θα φέρουν τα δικά τους τα κομμάτια, θα φτιάξουν ύστερα μαζί καινούργια να τα συμπληρώσουν κι όταν τα βάλουν όλα δίπλα δίπλα, αυτά θα ενωθούν, θα σβήσουν οι ραγισματιές, θα γίνουν όλα ένα και η ζωή του κοριτσιού θα επουλωθεί και θα είναι ολόκληρη κι ωραία όπως πριν κι ακόμα πιο πολύ.

Και θα ζήσει αυτό καλά κι εμείς καλύτερα.