Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΑ ΜΥΡΜΗΓΚΙΑ



Στην κυρία Ευρυδίκη, χήρα ιατρού και οικογενειακή φίλη, άρεσαν οι κοινωνικές συναναστροφές. Συχνά καλούσε τη μητέρα μου στο σπίτι της. Σε μια από αυτές τις επισκέψεις με έσυρε μαζί της. Δεν ήθελα εγώ να αφήσω την παρέα, αλλά με παρηγόρησε ότι η κυρία Ευρυδίκη διέθετε τηλεόραση που εμείς δεν είχαμε και θα περνούσε η ώρα μου. Παράξενος Ταξιδιώτης, Άγνωστος Πόλεμος, Άινα Μάουρερ, ό,τι να 'ναι.
Είχε κι ωραίο γλυκό σταφύλι και μας κέρασε. Φτιαγμένο από τα χεράκια της.
Σήκωσα το κουτάλι μου κι εκεί σταμάτησα. Κοίταξα την κυρία Ευρυδίκη. Με κοίταξε κι αυτή, μια εμένα μια το πιατάκι της. Κι εγώ μια αυτήν μια το πιατάκι μου. Η μάνα μου στο μεταξύ έτρωγε κατευχαριστημένη. Η κυρία Ευρυδίκη άρχισε τότε μια ιστορία.
"Είχα πάει", λέει, "επίσκεψη χτες στη Φώτω, και με κέρασε κι αυτή γλυκό σταφύλι".
"Μαμά", πετάγομαι εγώ τότε.
"Περίμενε παιδί μου, μιλάει η κυρία Ευρυδίκη".
"Κοιτάω το γλυκό που λες, και τι να δω".
"Μαμά!"
"Περίμενε, είπα".
"Μυρμήγκια. Μυρμήγκια πνιγμένα μέσα στο σιρόπι".
"Άντε!"
"Και τι έκανα, νομίζεις; Το έφαγα όλο, μιλιά δεν έβγαλα, για να μην την προσβάλλω".
"Τι λες!" έκανε η μάνα μου. "Μπράβο! Εγώ δεν ξέρω τι θα έκανα". Κι ύστερα γύρισε σε μένα. "Ακούς; Έτσι ευγενικοί πρέπει να είμαστε, με τρόπους. Πες μου, τώρα, τί ήθελες".
Κοίταξα πάλι την κυρία Ευρυδίκη, με κοίταξε κι αυτή. Στο χέρι μας κι οι δυο κρατούσαμε ακόμα το κουταλάκι. Ξερόβηξε αυτή.
"Μήπως να κλείσουμε την τηλεόραση, να φάει το γλυκό του, γιατί έχει κολλήσει και κοιτάει και δεν το τρώει;" ρώτησε. Και κάνει μια έτσι το κουταλάκι και κατεβάζει το δικό της. Και με κοίταζε.
"'Οχι", είπα, "θα το φάω".
Κι έγλειψα το γλυκό και πήρα κι άλλο. Για να μην χάσω το ποδόσφαιρο. Δεν ήταν και πολλά, τέσσερα πέντε μόνο και μικρά.

Στο δρόμο για το σπίτι, λέω της μάνας μου.
"Μαμά, το γλυκό είχε μυρμήγκια".
"Ναι, αλλά είδες πόσο ευγενικά φέρθηκε η κυρία Ευρυδίκη;"
"Όχι εκείνο", της λέω, "της κυρίας Ευρυδίκης είχε μυρμήγκια".
"Τι λες, ντροπή σου να λες ψέμματα. Θα τα είχα δει αν είχε".

Δεν έμαθα ποτέ αν δεν τα είχε δει ή αν θέλησε να δείξει στην κυρία Ευρυδίκη πως ξέρει κι αυτή από τρόπους.

Μα μου έμεινε από τότε η απορία κι αναρωτιέμαι ακόμα, όταν έχω απαυδήσει από κάποιων τη βλακεία και την παραξενιά, στα πόσα μυρμήγκια έχεις το ελεύθερο να αντιδράσεις χωρίς να θεωρηθεί ότι δεν έχεις τρόπους.


Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

ΑΓΙΟΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΓΙΑΣΕΜΙ




Δεν ξαναπάω σ' αυτό το σινεμά. Να με σταυρώνετε, δεν ξαναπάω.
Αρχές Αυγούστου ήταν. Άδεια η γειτονιά, άδεια η πόλη.

Πάω κάθε μέρα εκεί. Κάθε μέρα. Κι όταν ξεμένω από λεφτά, κάθομαι απ' έξω με τις ώρες.

Και το θερινό σινεμά, άδειο κι αυτό. Κανείς. Μα μου είπε ο ιδιοκτήτης πως θα παίξουν την ταινία, μόνο για μένα, δεν πειράζει. Ωραία ήταν, αγιόκλημα και γιασεμί.

Μπήκα και ήταν άδειο. Μόνο αυτή η κοπέλα ήταν εκεί. Κάθισα δυο σειρές πιο πίσω, λίγο στα δεξιά της. Να μην ενοχλώ.

Τότε ήρθε εκείνος. Πιο πολύ τον μύρισα παρά τον άκουσα. Γύρισα να τον δω. Ένας μαυριδερός ήταν, από Συρία ή κάτι τέτοιο, δεν τους ξεχωρίζω.

Γύρισε και με κοίταξε. Ήταν όμορφη. Ολόιδια η γυναίκα μου ήταν. Της χαμογέλασα. Νομίζω ότι χαμογέλασε κι αυτή.

Δεν είδα την ταινία. Δεν μπορούσα. Ένιωθα όλη την ώρα καρφωμένα στην πλάτη μου τα μάτια του. Όποτε γύρναγα το κεφάλι τον έβλεπα να με κοιτάει και να χασκογελάει.

Δεν είδα την ταινία. Δεν μπορούσα. Κοίταζα τα μαλλιά της κι ήταν σαν να έβλεπα τη Φατιμέ μου.

Στο διάλειμμα πήγα και πήρα μια πορτοκαλάδα. Ήρθε κι αυτός, δεν πήρε τίποτα, μόνο με κοίταζε. Μετά κάθισα στην τελευταία σειρά. Ήρθε και κάθισε δυο θέσεις παραπέρα.

Ήθελα να της μιλήσω. Ξέρω λίγα αγγλικά. Μα ντρεπόμουν. Κάθισα κοντά της, μήπως και βρω το θάρρος.

Σηκώθηκα και πήγα στον ιδιοκτήτη. Του είπα ότι με ενοχλεί. Μου είπε ότι θα το κανονίσει. Όταν γύρισα και κάθισα, σηκώθηκε και ήρθε προς το μέρος μου. Τρόμαξα.

Ήθελα να πάω δίπλα της για να της πω πόσο έμοιαζε στη Φατιμέ. Μόνο αυτό. Τότε ήρθαν δυο άντρες με ξυρισμένο κεφάλι και με άρπαξαν.

"Πετάξτε τον έξω!", φώναζα έξαλλη. "Που ήρθαν στη χώρα μας και δεν μπορούμε ούτε να βγούμε από τα σπίτια μας".

Δεν ξέρω Ελληνικά. Αυτή τους φώναζε να σταματήσουν και να φύγουν, σίγουρα. Μα δεν της έδωσαν σημασία. Με πήραν έξω και με χτύπησαν.

Έτρεμα από τη σύγχυση. Κάθισα μέχρι που τέλειωσε η ταινία, δεν θυμάμαι ούτε ποια ταινία έβλεπα. Σηκώθηκα να φύγω κι έτρεμα ακόμα.

Πονούσα πολύ. Σηκώθηκα και πήγα ένα στενάκι παραπέρα και κάθισα στο πεζοδρόμιο να συνέλθω. Την είδα τότε να έρχεται.

Είχα μπει στο στενάκι. Πίσω μου έρχονταν οι δυο νεαροί. Για προστασία, τους είπα, μέχρι να βγω στα φώτα. Τότε πετάχτηκε εμπρός μου και μου φώναξε. Δεν έχω ξαναπάρει τόσο τρόμο.

Τους είχα δει που την ακολουθούσαν. Δεν θα άφηνα να της κάνουν κακό. Της φώναξα να φύγει και μπήκα ανάμεσά τους. Έτρεξε μακριά και γλύτωσε. Εμένα με χτύπησαν πολύ. Με έριξαν κάτω και με κλώτσησαν με τις αρβύλες.

Δεν ξαναπάω σ' αυτό το σινεμά. Τελείωσε. Το σκέφτομαι και με πιάνει φρίκη.

Πάω κάθε μέρα εκεί μήπως ξανάρθει. Δεν έχω πού αλλού να πάω. Ξύρισα και τα γένεια μου για να μη με γνωρίζουν. Κι όταν το σινεμά θα κλείσει, πάλι θα κάθομαι απ' έξω. Κάποτε θα φανεί.

Αυτοί δεν είναι άνθρωποι, παιδί μου, είναι ζώα. Ούτε συναισθήματα έχουν ούτε ηθική.

Μόνο για να την ξαναδώ. Και να της πω πόσο πολύ της μοιάζει η γλυκιά μου Φατιμέ. Που μου την πήρανε τα κύματα και τώρα κάπου στο βυθό κοιμάται μόνη της.