Κυριακή, 19 Ιουλίου 2015

ΛΙΩΜΑ




Η κοπέλα πίσω από το μπαρ ήταν σκληρή κι εγώ ήμουν λιώμα, στα ηχεία δεν θυμάμαι, Κλας, Βάιολεντ Φαμς, Τζαμ, τέτοια ήταν τότε, κι ήταν σκληρή η μπαργούμαν και με κοίταζε λοξά, κι εγώ μιλούσα, δεν θυμάμαι, απλά μιλούσα, αλλά τα έλεγα σ' αυτήν, γιατί ήμουν λιώμα κι ήταν όμορφη, αλλά αυτή δεν ήθελε να ακούσει, μα τότε τι γύρευε εκεί απορούσα, σαν είσαι πίσω από το μπαρ δεν κάθεσαι να ανακατεύεις μόνο τα ποτά και να σερβίρεις, πρέπει να ακούς καλή μου, όταν μιλάει ο άλλος εσύ πρέπει να ακούς, αλλιώς θα βάζαν μηχανές αυτόματες στα μπαρ, να βάζεις κέρμα και να πίνεις, να βάζεις και να πίνεις, της ζήτησα τσιγάρο και δεν μου έδωσε, κι ο διπλανός άνοιξε το πακέτο και μου άφησε τρία τσιγάρα, μα ούτε κι αυτός είχε όρεξη να πιάσει κουβέντα με τον τρελαμένο, άφησε τα τσιγάρα κι έφυγε κι εγώ τότε της είπα πως είναι όμορφη, δεν μπορούσα να μην το πω αυτό, και μου είπε αυτή άσε με να κάνω τη δουλειά μου άνθρωπε, κι έβαζε τα ποτά και τα κοκτέιλ και τις μπύρες, Κραμπς, ύστερα Σάουντ, Μπαουχάουζ και ξανά Κλας, και τότε εγώ πήρα το θάρρος, της είπα αυτό που ήθελα να της πω, όχι ακριβώς, της είπα στην αρχή, άκου, αν κάποιος πάει να σου μιλήσει, μπορεί απλά να θέλει να μιλήσει, να μιλήσει σε κάποιον που θα ακούσει, είσαι πολύ σκληρή, είσαι όμορφη αλλά σκληρή, δεν είμαι σαν τους άλλους που νομίζεις, εγώ θέλω μόνο να βρω κάποιον να ακούσει, αυτό θέλω απόψε, είσαι σκληρή, δεν είναι δίκαιο αυτό, ξέρεις στο σπίτι απόψε δεν με περιμένει κάποιος, θα μπω στο σπίτι και θα είναι παγωμένο, και τα σεντόνια παγωμένα θα είναι, και το φαί για πέταμα, εδώ που βρέθηκα ήθελα μόνο να μιλήσω και κάποιος να με ακούσει, έχω τα ζόρια μου κι ήθελα να τα πω, τέτοια της έλεγα, και ύστερα της είπα σε σένα ήθελα, μόνο σε σένα ήθελα, δεν είναι κακό αυτό, πρέπει να ακούμε όσο μπορούμε, κι εσύ, εκεί που βρίσκεσαι, θα έπρεπε να είσαι η εξομολογήτρα μας, η ανάπαψη της ψυχής και η παρηγοριά μας, μια μάνα μικρομάνα, μια καλή ψυχή, ένα σφουγγάρι θλίψης, να πέσουμε στα πόδια σου να μας χαϊδέψεις το κεφάλι και να σκουπίσεις με στοργή τα δάκρυά μας, περίθαλψέ με, νιώσε με, αγάπησέ με και θα σε αγαπήσω, αυτά κι άλλα της έλεγα μα αυτή δεν άκουγε, έφτιαχνε τα ποτά της και μιλούσε με τους άλλους που ήξερε, αστειευόταν και γελούσε, και ξαφνικά κατάλαβα πως λέξη δεν της είχα πει, καθόμουν τόση ώρα ακίνητος κι αμίλητος και την κοιτούσα, κι έπινα, κι όχι δεν ήτανε σκληρή, εγώ ήμουν λιώμα, ήταν γλυκιά και όμορφη αυτή, τόσο όμορφη θεέ μου, και η καρδιά της ξέχειλη από αγάπη, και γελούσε, μα δεν της μίλησα, κι αυτή δεν ήξερε, τίποτα δεν κατάλαβε, πλήρωσα κι έφυγα, ούτε ένα γεια δεν είπα, ούτε ένα γεια δεν μου είπε, δεν ξαναπάτησα εκεί το πόδι μου.
Και απόψε που είμαι πάλι λιώμα και το μυαλό ρετάρει, με τρώει η αμφιβολία κι έρχονται σκέψεις δίχως νόημα ξαφνικά, και σκέφτομαι τι θα της απαντήσω, αν λέει κάποτε συναντηθούμε, μετά από τόσα χρόνια, και με θυμηθεί, και ίσως έρθει και μου πει εσένα σε θυμάμαι, δεν σε ξέχασα, ήσουν κάποτε εκεί στο μπαρ κι ήθελα τότε να σου πω, ήθελα να σε ακούσω, είχα αγάπη να σου δώσω, μα εσύ ήσουν λιώμα, ήσουν σκληρός, λέξη δεν έλεγες, λέξη δεν με άφησες να ακούσω, ήσουν σκληρός.
Και θα είναι αργά, λέει πάλι το μυαλό που έχει ρετάρει, λιώμα θα είμαστε κι οι δυο, μα όχι από το πιοτό, καμιά μουσική δεν θα ακούγεται, δεν θα είμαστε σκληροί, τίποτα δεν θα είμαστε, μόνο σφουγγάρια που θα ρουφάμε ο ένας τον άλλο θα είμαστε, και θα είναι αργά.


Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2015

Η ΦΟΥΜΠΟΥ ΚΑΙ Ο ΜΟΥΛΟΥ





"Δεν μ' αγαπάς", είπε η Φουμπού.
Ο ΜουΛού γύρισε και την κοίταξε. Τα μάτια της είχαν βουρκώσει.
"Δεν είναι αλήθεια", της είπε. "Απλά κουράστηκα. Και κάποια πράγματα στη σχέση μας με απογοήτευσαν. Θέλω να μείνω λίγο μόνος. Να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου, να πάρω κάποιες αποφάσεις".
"Θα ξανάρθεις; Πες μου πως θα ξανάρθεις".
Φύσηξε ένα αεράκι κι ένα γιασεμί ήρθε κι έμπλεξε στα μαλλιά της.
"Ναι, θα ξανάρθω μάλλον σύντομα. Σε δέκα μέρες, είκοσι, δεν ξέρω ακόμα. Τα πράγματά μου τα αφήνω εδώ όπως είναι, τίποτα δε θα πάρω".
Άπλωσε το χέρι του και σκούπισε τα δάκρυά της. Ύστερα πήρε το γιασεμί από τα μαλλιά της.
"Μόνο αυτό".
Το έβαλε στο τσεπάκι του στο μέρος της καρδιάς.
"Κάποια βράδια θα έρχομαι κρυφά να σε κοιτώ από το παράθυρο. Και πες σε παρακαλώ στους άλλους, δεν θέλω ούτε λάικ, ούτε καρδούλες, ούτε σχόλια. Δεν θα απαντήσω, δεν αντέχω τους αποχαιρετισμούς".
Ο ΜουΛού γύρισε κι έφυγε. Όταν χάθηκε στο βάθος του δρόμου, η ΦουΜπού μπήκε στο σπίτι και τους είπε τα νέα. Κάποιοι απόρησαν, κάποιοι κάτι μουρμούρισαν, ύστερα έσκυψαν όλοι ξανά στα πληκτρολόγια και συνέχισαν το γράψιμο.

Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2015

ΤΟ ΔΕΡΜΑ (THESE ARE THE THINGS)



Τώρα αυτή βυθίζεται στον ύπνο, όπως βουλιάζει αργά σε ήρεμη θάλασσα ένα καράβι. Αυτός θα μείνει ξάγρυπνος να την προσέχει. Πάντα έτσι κάνει. Μέχρι να δει τα βλέφαρα να τρέμουν και να σκιρτούν ακούσια τα μέλη της.

Το χέρι του αφήνεται στην πλάτη της. Αδιάφορα, λες και τυχαία βρέθηκε εκεί. Ακίνητο, σαν να κοιμάται. Μετά τα δάχτυλα ξυπνούν, το ένα μετά το άλλο. Λυγίζουν και τεντώνουν τις αρθρώσεις τους. Σέρνονται αργά στο δέρμα της, χαϊδεύοντας αόρατα πλήκτρα. Νότες και ήρεμες λέξεις ακουμπούν στο δέρμα της. Σκιρτάει αυτό, ξαφνιάζεται και τότε σταματούν τα δάχτυλα. Περιμένουν να ηρεμήσει η ανάσα της. Μετά ξανά. Προσεκτικά, υπομονετικά, το δέρμα της δεν πρέπει να τρομάξει. Φτάνουν στον σβέρκο, μένουν λίγο εκεί στις ρίζες των μαλλιών. Μετά γλιστράνε κάτω από το αυτί, φτάνουν στη βάση του λαιμού. Το δέρμα τώρα νιώθει. Υποκρίνεται πως δεν νιώθει. Πιο κάτω. Οι άκρες των δαχτύλων του στο στήθος. Μόνο για λίγο. Μετά ανεβαίνουν πάλι, παίρνουν την κλείδα και διασχίζουν την απόσταση ως τον ώμο και τον σφίγγουν τρυφερά.

Σέρνεται κοντά της, κουρνιάζει στο κορμί της. Το μισάνοιχτο στόμα της ανασαίνει ελαφρά. Τα δάχτυλα περιγράφουν τη μέση της, ύστερα γλιστράνε στην κοιλιά της. Το δέρμα της ανταποκρίνεται κι ανατριχιάζει. Μόνο το δέρμα είναι ζωντανό. Τα δάχτυλα το ξέρουν πως τώρα είναι ευπρόσδεκτα. Κάτω από το δέρμα της αυτή κοιμάται. Το δέρμα ανασηκώνεται για να χαϊδέψει τα δάχτυλά του. Το δέρμα της αδημονεί με όλους τους πόρους του ανοιχτούς.

Τώρα είναι η στιγμή. Τραβάει ήσυχα το χέρι του. Σκύβει στο αυτί της και της ψιθυρίζει το όνειρό της. Για να του το διηγηθεί εκείνη το πρωί όταν ξυπνήσει.



Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ



"...η εγγύηση ότι δεν θα πεθάνουμε της πείνας παρέχεται με τίμημα τον κίνδυνο να πεθάνουμε από ανία".
Γερο Ραούλ, ούτε κι αυτό. Ούτε κι από την πείνα δεν μας εγγυώνται πια. Και η ανία έγινε προνόμιο λίγων. Εμείς καθόλου δεν θα πλήξουμε. Η κόλαση είναι απρόβλεπτη.

Από χωριά και μικρές πόλεις ήρθαμε. Σπίτια χωρίς ηλεκτρικό, χώμα κι ασβέστης. Εκεί η Ιστορία ήταν απούσα, τίποτα δεν συνέβαινε. Κι ύστερα στη μεγάλη πόλη, εκεί που όλα συμβαίνουν σε αφθονία. Προλάβαμε να τα δούμε όλα να συμβαίνουν, μέχρι κι αυτά που δεν τα περιμέναμε ποτέ. Στις μέρες μας.

Λέγαμε -είμασταν νέοι ακόμα τότε- πως θα αλλάξουμε τον κόσμο. Κι αν δεν το καταφέρουμε, λέγαμε, αλλάζοντας τις σχέσεις μας θα είναι σαν να τον αλλάζουμε. Δεν πετύχαμε πολλά, είναι αλήθεια. Μόνο ένα μικρόκοσμο χωρίς μεσολαβήσεις, να αναπνέουμε κάπως. Ύστερα ήρθαν οι τράπεζες κι οι εφορίες και δηλητηρίασαν με έγνοιες την αγάπη για ζωή και διέλυσαν τον ευάλωτο μικρό μας κόσμο μαζί με τον μεγάλο. Και ενηλικιωθήκαμε απότομα.

Δεν είμασταν για τα πολλά. Τα λίγα μας αρκούσαν. Να έχουμε μια δουλειά, κι ύστερα να μας μένει χρόνος και δύναμη για τους ανθρώπους μας κι όσα αγαπάμε. Για λίγο, το μπορέσαμε. Ύστερα πάει χάθηκε κι αυτό, καπνός. Η αγάπη, λαβωμένη, αντέχει ακόμα. Ψάχνει το δρόμο για τον άλλο μέσα στη μαυρίλα και πότε πότε τον αγγίζει.

Οι περισσότεροι από εμάς έφτιαξαν οικογένεια. Κι είπαμε, να, τα παιδιά μας, αυτά θα ζήσουνε καλύτερα κι ίσως να αλλάξουνε τον κόσμο. Μεγάλωσαν. Τώρα που είναι μεγάλα, τα βλέπουμε να φεύγουν για μακρυά. Κι αντί να τα κρατήσουμε τους λέμε φύγε, για το καλό σου είναι, φύγε, και στρέφουμε αλλού τα μάτια.

Οι δικοί μας γέρασαν κι αρρώστησαν. Τους πήραμε κοντά μας να έχουν ως το τέλος την αγάπη μας. Για το κράτος ήταν άχρηστοι. Ποιος θα νοιαστεί για έναν άχρηστο; Τους χάσαμε μετά. Δεν ξέρω τι σκεφτόντουσαν για τη ζωή όταν έφευγαν. Λυπόντουσαν ή ένοιωθαν λυτρωμένοι;

Νοιώθαμε την πατρίδα σαν το σπίτι μας. Όμορφο σπίτι. Τα νησιά, η θάλασσα, τα βουνά, οι άνθρωποι. Η μήτρα από όπου δεν θα βγαίναμε ποτέ. Ύστερα έγινε η μητριά μας. Που μας μισεί και εκδικείται για κάθε στάλα αγάπης που της δείξαμε και ξεπουλιέται στους νταβατζήδες.

Όλοι ξέρουμε τι έχει γίνει αυτά τα χρόνια. Ξεκίνησαν κάπως μακρυά μας κι έφτασαν δίπλα ή μέσα στα σπίτια μας. Αυτοκτονίες, φτώχεια κι εξαθλίωση, πείνα, ταπείνωση, φόβος, βία.

Κανείς δεν έχει πια τη δικαιολογία ότι δεν ξέρει. Μπορώ να καταλάβω όσους φοβούνται. Τους άλλους όμως, αυτούς που λένε ναι με θράσος, γιατί το θέλουν, γιατί έτσι πρέπει, από ιδεολογία, από συμφέρον, από κυνισμό, αυτούς δεν θα μπορέσω να τους συγχωρήσω.