Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

Η ΑΡΡΑΒΩΝΙΑΣΤΙΚΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΛΟΧΑΓΟΥ



Τον αγαπούσε πολύ τον υπολοχαγό μας η αρραβωνιαστικιά του, ήταν ολοφάνερο. Έρχόταν κάθε τόσο επίσκεψη, τον έπαιρνε αγκαζέ και βόλταραν έξω από το Διοικητήριο. Περπατούσαν αργά κάτω από τους ευκάλυπτους, κρεμόταν αυτή πάνω του και τον κοιτούσε στα μάτια, ψιθυρίζοντας γλυκόλογα. Έλιωνε αυτός. Ντρέπονταν τις αδιάκριτες ματιές μας και τα χυδαία μισόγελα και αποτραβιόταν λίγο, έριχνε χαμηλά τα μάτια και σκάλιζε με τη μύτη της αρβύλας του τα χορταράκια. Τι τρυφερή σκηνή, τι ύμνος στην αγνή κι άδολη αγάπη! Φτερούγιζαν έρωτες κι αγγελάκια γύρω τους και ύμνοι αγαλλίασης αντηχούσαν ως πάνω στο στρατόπεδο και ζέσταιναν τους παγωμένους θαλάμους και γλύκαιναν τις καρδιές των φαντάρων. Ω, ναι λοιπόν, σκεφτόμουνα, και τα γουρούνια ερωτεύονται. Γιατί περί αυτού επρόκειτο, μιλώντας για τον υπολοχαγό.
Την είχα ερωτευτεί κι εγώ, το παραδέχομαι. Ξανθιά, πράσινα μάτια, χείλη μισάνοιχτα, σαρκώδη. Και σώμα, θεέ μου, σώμα θεσπέσιο να λες μόνο να το αγγίξω λίγο, τόσο δα, ίσα να νοιώσω στα ακροδάχτυλα τη σάρκα της. Κι ας με έστελναν μετά στρατοδικείο. Το είχε καταλάβει, σίγουρα. Και έπαιζε μαζί μου, μου χαμογελούσε κάπως παιχνιδιάρικα, μου έριχνε κλεφτές ματιές την ώρα που αγκάλιαζε τον άντρα της. Ήμουν σίγουρος. Κι ας ισχυρίζονταν το ίδιο κι άλλοι τριάντα ερωτοχτυπημένοι από το λόχο.
Μα τι αδικία, να είναι δοσμένη η καρδιά της σε έναν άξεστο. Τον μισούσα αυτόν. Κι όχι, δεν ήταν μόνο που είχε τη γυναίκα αυτή δικιά του. Ήταν από όλα τα φανταράκια μισητός, έτσι που ασκούσε πάνω τους σαδιστικά την εξουσία του.
"Θα γίνω αόρατος", είχα γράψει τότε στην κοπέλα μου. "Θα περάσει από πάνω μου ο στρατός και δεν θα με αγγίξει". Και πέρναγα γενεές δεκατέσσερις τον υπολοχαγό. Μετά από δυο τρεις μέρες, με ξεμονάχιασε. "Νομίζεις πως θα είσαι αόρατος, ε; Λοιπόν, τα μάτια μου θα είναι συνέχεια πάνω σου". Είχε ανοίξει το γράμμα μου, το κάθαρμα. Και δεν με άφησε έκτοτε σε χλωρό κλαρί. Σκοπιές, περίπολοι, αγγαρείες.
Με πήρε στο γραφείο του και με είχε γενικών καθηκόντων. Που φρόντιζα όμως να εκτελώ όσο πιο ανεύθυνα μπορούσα. Τα "σήματα" έφευγαν με καθυστέρηση. Σκούπιζα κι έσπρωχνα επιμελώς κάτω από το γραφείο του γόπες και χώματα. Αντί να τακτοποιήσω τα ντοσιέ του, ανακάτευα τα έγγραφα έτσι που να μη βρίσκει άκρη. Όταν μου ανέθεσε να του μάθω προοπτικό σχέδιο, του έδινα λάθος οδηγίες για να έχω μετά την ευχαρίστηση να τον παρηγορώ, "όχι, δεν είστε βλάκας, κύριε υπολοχαγέ, όχι, δεν είστε ηλίθιος". Του έσπαγα τα μολύβια. Οι χάρτες κρέμονταν στραβά. Το τηλέφωνο δεν ήταν ποτέ στην πρίζα. Συχνά μια μύγα επέπλεε στον καφέ του. 
Μα ήταν άλλο που με ευχαριστούσε περισσότερο κι έκανε την εκδίκησή μου απόλαυση. Του υπολοχαγού του έστελνε συχνά η αρραβωνιαστικιά λουλούδια. Χρυσάνθεμα, πανσέδες, μανουσάκια. Αυτά έπρεπε να τα φροντίζω εγώ. Να αλλάζω κάθε μέρα το νερό και να τα τακτοποιώ όμορφα στο ραφάκι στη γωνία.
Τα λουλουδάκια τα αγαπούσα. Δεν μου έφταιγαν σε τίποτα. Τί πόνο μου έφερναν οι πράξεις μου, μόνο η καρδιά μου το ξέρει. Μα κάπως έπρεπε να πνίξω τη χαρά του, κάπως να σβήσω κι εγώ το μίσος και τη ζήλεια μου που τα λουλούδια προορίζονταν γι' αυτόν κι όχι για μένα. Πήγαινα με το βάζο στο μπανάκι κι ερχόμουνα ξανά χωρίς να αλλάξω διόλου το νερό. Κι όταν τύχαινε κι ήμουν μόνος μου, ό,τι έβρισκα εκεί, άδειαζα κι από λίγο στο νερό και τα ανακάτευα. Πότε λίγο ακουαφόρτε, πότε μια στάλα απορρυπαντικό. Περίμενα να ξεμυρίσουν και τα πήγαινα στη θέση τους. Δεν πέρναγε μια μέρα και τα λουλούδια είχαν κιόλας μαραθεί. Τα έβλεπε ο υπολοχαγός και μαράζωνε και αυτουνού η καρδιά του. "Ίσως δεν έχουν αρκετό φως κύριε υπολοχαγέ", του έλεγα εγώ, και ευσυνείδητα άλλαζα θέση στο βάζο, μακριά του μην τύχει και μυρίσει τίποτα. Μάταια. "Ίσως να τα πειράζει η ζέστη", έλεγα, και τράβαγα τη σόμπα δίπλα μου και ζεσταινόμουν επιτέλους, ενώ εκείνος ξύλιαζε.
Μια μέρα ήμουν πάλι μόνος στο μπανάκι, αφοσιωμένος στο έργο μου. Πήρα από κάτω τη χλωρίνη κι έριξα ίσα ίσα δυο σταγόνες στο βάζο. Ξανάβαλα μέσα τα μανουσάκια και γύρισα να τα πάω στο γραφείο. Πάγωσα. Η αρραβωνιαστικιά στεκόταν στην πόρτα και με κοιτούσε συνοφρυωμένη. Ήρθε το τέλος μου, σκεφτόμουν. Τότε αυτή με πλησίασε αργά, ήρθε κοντά μου, με αυτό το θεσπέσιο σώμα της, τόσο κοντά που θάρρεψα για μια στιγμή πως επιτέλους θα την άγγιζα, μύρισα το άρωμά της και το δέρμα της και έκλεισα τα μάτια περιμένοντας το χαστούκι. Μα αυτό δεν ήρθε ποτέ, κι όταν άνοιξα τα μάτια αυτή μου χαμογελούσε, με αυτά τα υπέροχα χείλη της, με αυτά τα πράσινα μάτια της, κι είχε μόνο το δάκτυλο στα χείλη γνέφοντας συνομωτικά σιωπή, κι ακούστηκε από μέσα ο υπολοχαγός να ξεροβήχει κι ύστερα γύρισε κι έφυγε, έφυγε με το χαμόγελό της και τα μάτια και το σώμα της. Κι έμεινα εκεί ξερός, κι ούτε που άκουσα το βάζο που έπεσε από το χέρι μου κι έγινε κομμάτια και σκορπιστήκαν τα λουλούδια στα πλακάκια. Έσκυψα σαν υπνωτισμένος και τα μάζεψα.
Δεν την ξανάδα στο διοικητήριο. Από την άλλη μέρα όμως τα λουλούδια πλήθυναν, έτσι τα βάζα έγιναν δυο. Ένα κοντά στον υπολοχαγό, ένα δίπλα μου. Δεν τα κακομεταχειρίστηκα ξανά. Τους άλλαζα νερό δυο τρεις φορές τη μέρα, τα χάιδευα και τους γλυκομιλούσα και, ώ του θαύματος, κρατούσαν περισσότερο κι από βδομάδα.
Έκανα υπομονή, έγινα όσο μπορούσα αόρατος, πέρασαν οι μέρες, πέρασαν κι οι μήνες, πήρα το απολυτήριο κι έφυγα.
Τώρα, όταν με ρωτάνε τι είναι αυτά τα άθλια ξεραμένα μανουσάκια που έχω καδράρει στο σαλόνι, με τίτλο απο κάτω "Σάμος, 79 ΛΜΧΕΘ", και τους λέω ότι είναι "ενθύμιον στρατού", κανείς δεν με πιστεύει. Και πρέπει να τους διηγηθώ ξανά αυτή την ιστορία, κάθε φορά και κάπως διαφορετική γιατί συχνά η μνήμη μου με ξεγελάει. Τότε αναλαμβάνει η γυναίκα μου να συμπληρώσει την αφήγηση. Η γυναίκα μου, με το θεσπέσιο σώμα, τα πράσινά της μάτια και τα υπέροχα σαρκώδη χείλη της.


Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2015

ΓΕΦΥΡΕΣ



Ι.  Κυνηγημένοι από τους χαλεπούς καιρούς, κόβουμε με μισή καρδιά τις ρίζες μας και φεύγουμε. Καμιά φορά στρέφουμε και κοιτάμε πίσω. Κλεφτά, μη και μας πουν οπισθοδρομικούς. Όταν τα γεφύρια μας γκρεμίζονται, ο αχός κάπως ταράζει την ψυχή μας και ένα αγκάθι μας τρυπάει. Μας καθησυχάζουν τότε. Οι ειδικοί θα τα αναστηλώσουν, η τεχνική είναι πανάκεια. Όμως, η “αύρα” που πήρε ο ποταμός δεν θα επιστρέψει. Κάποτε, στην κορυφή του νεόχτιστου τόξου, χαμένοι ανάμεσα στους τουρίστες, θα αναρωτιόμαστε τι έφταιξε και το κενό μέσα μας μένει αγεφύρωτο, καθώς θα καταρρέει ο σαθρός κόσμος που τα θεμέλιά του έχουμε μπαζώσει με έγχρωμες καρτ ποστάλ της Ιστορίας και λήθη.

ΙΙ.  Σχέσεις που χτίσαμε στην άμμο. Έρωτες και φιλίες που λιμνάζουν. Χειρονομίες μισές, χάδια γυαλόχαρτο, φιλιά αφόρητα, γέλια άψυχα. Δρόμοι αδιέξοδοι και σταυροδρόμια, ένας εδώ κι άλλος εκεί. Απόσταση. Μίλα μου, θα σου γράφω, μη με φωνάξεις δεν θα ακούσω, θα είμαι κοντά, δεν θα γυρίσω, θα γυρίσω, θυμάσαι τότε; ξέχασες, γλώσσες κοινές όπου βλασταίνουν αίφνης ξένες λέξεις, άγνωστες, μα τότε ήταν αλλιώς, είμασταν νέοι τότε, αγάπη μου, το πόδι στο κατώφλι, φίλε, ποιος είσαι, δεν σε ξέρω. Χάσμα. Γέφυρες που προφταίνουν να σκουριάσουν πριν τις ρίξουμε.

ΙΙΙ. Θάνατος. Οι αγαπημένες όχθες που κρατήσαμε, άλλες πολύ κοντά, άλλες μακρύτερα, με λύπες και χαρές, σφιχτά γεφυρωμένες με τη δική μας όχθη, χάνονται η μια μετά την άλλη, και μένει τότε η γέφυρα, ακόμα πακτωμένη στην καρδιά μας, να αιωρείται στο κενό, μια πλάστιγγα αναμνήσεων. Την πάνε πέρα δώθε οι άνεμοι και τρίζει, γέρνει, πέφτει, γίνεται κομμάτια. Όλο και πιο συχνά. Μέχρι να μείνουμε καταμεσίς στο πέλαγο, ένα νησί.

ΙV. Μα αυτός ο άνθρωπος είναι νησί. Κάθε προσπάθεια να τον προσεγγίσεις χτυπάει στα βράχια. Η απόσταση είναι μεγάλη. Τις γέφυρες που χτίζουν γύρω του οι άλλοι, δεν τις θέλει. Αυτές που χτίζει ο ίδιος, είναι σαθρές και πέφτουν με το πρώτο κύμα. Δεν το επέλεξε ακριβώς, είναι έμφυτο αυτό του το ταλέντο, και η πολύχρονη άσκηση το εξέλιξε σε τέχνη και συνήθεια. Χτίζε και γκρέμιζε, χτίζε και γκρέμιζε. Πλησίασε, όχι τόσο, φτάνει, φύγε.

V.  Λόγος για γέφυρες. Με συνειρμούς, μεταφορές και λογοπαίγνια χωρίς λόγο, λόγος να γίνεται. Η ανάρτηση άλλης μιας άτεχνης γέφυρας που η άκρη της, χαμένη στον κυβερνοχώρο, ούτε καν ψάχνει στέρεα όχθη να ακουμπήσει.