Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ



Ώρα για απολογισμό. Να ξεσκαλίσω και να βρω αυτό που αξίζει. Με δάχτυλα χωμένα βαθιά στο πλαδαρό ζυμάρι του χρόνου. Στις μέρες που ξεχείλωσαν και χάθηκαν η μια μέσα στην άλλη ώσπου δεν έμεινε καμιά να ξεχωρίζει. Μέρες με άγχος, άλλες με χαρά, και κάποιες με μικρά επιτεύγματα, όλες ζυμώθηκαν για να πλαστεί η άμορφη μάζα που έφυγε, που ξεθωριάζει κιόλας και ξεχνιέται.
Θαμπές χρονιές οι τελευταίες, γκρίζες. Θα πιάσουν μόνο μια μικρή γωνιά, θαμμένες κάτω από τις άλλες, τις παλιές, αυτές που επιμένουν κι αντιστέκονται.
Δεν φταίει μόνο η γενική μαυρίλα. Φταίει και που μεγαλώνουμε. Όσο έχεις τα μάτια καρφωμένα στο καντράν, όσο πατάς με αγωνία τα φρένα που ελπίζεις κάποτε να πιάσουν, γύρω σου το τοπίο τρέχει ερήμην.

Ο απολογισμός δεν αρκείται πια στο μέτρημα των τελευταίων (να! έχεις ένα βιβλίο εδώ!), μόνο τα πιάνει κάθε φορά όλα από την αρχή, τα λογαριάζει στο τεφτέρι του μαζί και βγάζει σούμα. Συν, πλην, αυτά είναι, τόσα μείναν. Τι έκανες; Τι θέλεις; Έχεις σχέδιο; Προλαβαίνεις;
Ο Μεγάλος Απολογισμός. Η μνήμη, πότε βάλσαμο και πότε θλίψη. Να μη μπορείς να αντισταθείς και να βουλιάζεις μέσα της. Να κοιτάς κατάματα την εικόνα σου στον καθρέφτη, να σε κοιτάει κατάματα κι αυτή. Κι όταν γυρνάς αλλού το βλέμμα, όταν στρέφεις την πλάτη επιτέλους για να φύγεις, νομίζοντας πως έχεις πια γλυτώσει, πως έχετε συμφιλιωθεί, τότε, γυρνάει ξαφνικά το είδωλό σου και σε κοιτάει πισώπλατα.

Απολογισμός. Πώς γίνεται; Δεν ξέρω να τον κάνω. Και, έτσι κι αλλιώς, όλο και πιο συχνά, όταν θέλω να μιλήσω, αντί για λέξεις βγαίνουν από το στόμα μου κάτι όντα άφτερα, γυμνά, που αντί να φτερουγίσουν όπως πρέπει μέχρι να βρούνε άλλες λέξεις να ταιριάξουν, γαντζώνουνε πεισματικά τα νύχια τους στα χείλη μου. Αρνούνται να πετάξουν. Και κρώζουν. Κρώζουν τα άθλια. Όταν κουράζονται να κρέμονται, πέφτουν βαριά στο πάτωμα με γδούπο. Μόνο εγώ τα βλέπω να ψυχορραγούν. Οι άλλοι γύρω ακούν άναρθρους ήχους μα δεν βλέπουν. Σκουπίζω κρυφά τα ψοφίμια και τα χώνω κάτω από το χαλί.

Το είχα πει και πέρσι τέτοιες μέρες μα δεν το τήρησα. Καιρός να κλείσει αυτός ο κύκλος. Να ανοίξει άλλος. Μόνο αυτό μου λέει και ξαναλέει ο απολογισμός μου. Όχι απότομα. Θα έρχομαι καμιά φορά, να ξεσκονίζω και να τακτοποιώ. Και να τινάζω το χαλί.


Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

ΣΗΜΑΙΕΣ



Όλα άρχισαν πολύ νωρίς, στην έκτη του δημοτικού. Την έπαρση και την υποστολή της σημαίας είχε αναλάβει ο Βαγγέλης. Αυτός μια μέρα αρρώστησε κι είπε σε μένα ο δάσκαλος να κάνω τη δουλειά του. Ανέβηκα στην ταράτσα και προσπάθησα να λύσω το σκοινί. Κάτι πήγε στραβά, δεν τα κατάφερνα, στο μεταξύ από κάτω οι άλλοι τραγουδάγανε κιόλας τον εθνικό ύμνο. Μπλέξανε κι άλλο τα σκοινιά, όλο το σχολείο με κοίταζε, με έλουσε κρύος ιδρώτας, τα έχασα. Τελειώσανε τον ύμνο και η σημαία ακόμα εκεί, ανέμιζε περήφανη. Με κατσάδιασε ο δάσκαλος, είπε ύστερα ένα χωρατό και γέλασαν όλοι μαζί μου, ανέβηκε ένας άλλος κι έκανε την υποστολή ωραία κι όμορφα. Τη μίσησα από τότε τη σημαία.

Ήμουν όμως καλός μαθητής και στην παρέλαση έγινα σημαιοφόρος. Όλα καλά πήγαν στις πρόβες. Μα στην παρέλαση, λες κι ήξερε η σημαία πως την μισούσα και το έκανε επίτηδες, είπε και φύσηξε ένα δυνατό αεράκι κι αυτό ακολουθούσε μόνο εμένα. Όλοι οι άλλοι σημαιοφόροι πήγαν μια χαρά. Εμένα ήρθε και τυλίχτηκε η σημαία πάνω μου σφιχτά. Την έσπρωχνα και ξαναρχόταν, δεν έβλεπα πού πήγαινα. Κατευθύνθηκα προς τους επίσημους και πίσω με ακολουθούσε υπάκουα όλο το σχολείο, τρομοκρατήθηκαν οι επίσημοι κι έκαναν πίσω, ο δήμαρχος μπλέχτηκε στην καρέκλα και σωριάστηκε. Πριν γίνει το κακό χειρότερο, έστριψα κακήν κακώς την τελευταία στιγμή κι έφτασα τελικά στο τέρμα. Χάλια παρέλαση, καταστροφή. Όταν βγήκαν οι φωτογραφίες στις βιτρίνες κι έψαχνα να βρω καμιά δική μου να έχω να θυμάμαι, μόνο μια βρήκα. Φαινόντουσαν μονάχα τα λιγνά μου πόδια με τις ελβιέλες και η σημαία τυλιγμένη γύρω μου. Είπα του φωτογράφου και την έσκισε.

Κι έπρεπε τότε στις εθνικές εορτές και στην επέτειο της εθνοσωτηρίου να βγάζουμε υποχρεωτικά σημαία στα μπαλκόνια. Μπαλκόνι εμείς δεν είχαμε στο δρόμο, μόνο ένα παράθυρο. Στερεώναμε ένα χάρτινο σημαιάκι στο παντζούρι, κι άλλο ένα στην εξώπορτα, για να αποτίσουμε κι εμείς ένα τόσο δα φόρο τιμής, να μη μας πουν αντεθνικούς και αναρχοκομμουνιστές. Μα έρχονταν τα τσογλάνια κι έκλεβαν συνεχώς το σημαιάκι από την πόρτα και πάει το χαρτζιλίκι, το έχανα, γιατί έπρεπε να αγοράσουμε άλλα σημαιάκια να σημαιοστολίσουμε και δεν περίσσευαν ψιλά για μένα. Μίσος.

Μετά μεγάλωσα κι έφτασα εδώ. Μα ο πόλεμος αυτός με τη σημαία κρατάει ακόμα. Την βλέπω στα μπαλκόνια, στις γιορτές, και αρρωσταίνω. Ελάτε, τρέξτε, ψυχαναλυτές. Όχι όμως μόνο αυτήν, όλες τις πήρα σβάρνα από τότε και με καμιά τους δεν τα πάω καλά. Με καμιά σημαία που απαιτεί να πάει αυτή μπροστά και πίσω εγώ, να στέκομαι σούζα μπροστά της, ευθυτενής να χαιρετώ και να τη σέβομαι κι ας είναι καρφωμένη σε σωρούς πτωμάτων. Που έχει κεντημένα πάνω της με αραχνοΰφαντη κλωστή τα πιο ωραία ψέμματα κι όπως φυσάει το αεράκι κυματίζει με χάρη και ψιθυρίζοντας στο αυτί σου "ιδού η αλήθεια" τυλίγεται επιδέξια γύρω σου και πρέπει εσύ να πας μπροστά άρον άρον, τυφλός, όπως πήγαινα τότε εγώ τυφλός σε εκείνη την παρέλαση.

Εγώ έχω τη δικιά μου τη σημαία. Ένα κουρέλι διπλωμένο στην καρδιά μου είναι, βρώμικο και σκισμένο πια από τόσων χρόνων ήττες, που δεν ζητάει τίποτα από μένα. Δεν έχει να γιορτάσει τίποτα, καμιά επέτειο, καμιά νίκη. Μα είναι το κουρέλι μου και πάνω του είναι κεντημένα τα δικά μου ψέμματα.

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

Θ-ΗΤΤΑ



Τα πιόνια δεν γνωρίζουν, δεν θυμούνται. Θα κάνουν τις κινήσεις που επιβάλλουν οι κανόνες, θα πάνε όπου τα σπρώξει, όπως και όποτε ορίσει, ένα χέρι. Μερικά πιόνια ζουν στην ψευδαίσθηση πως έχουν την πρωτοβουλία. Και δρουν, νομίζουν, αυτοβούλως.

Η ιστορία μας γυρνάει από τραγωδία σε φάρσα κι ύστερα πάλι τραγωδία και πάλι φάρσα. Στο ενδιάμεσο κάνουμε πρόβες κι αλλάζουμε κοστούμια. Συχνά μπερδεύουμε τους ρόλους κι οι θεατές γιουχάρουν. Άλλοι χειροκροτούν. Κανείς δεν είναι σίγουρος αν πρέπει να γελάσει ή να κλάψει.

Οι θεατές είμαστε εμείς οι ίδιοι. Αυτοθαυμάζουμε και οικτίρουμε συγχρόνως το είδωλό μας. Μια λάθος κίνηση και θρύψαλα οι καθρέφτες. Εφτά χρόνια γρουσουζιά κι ύστερα άλλα εφτά κι άλλα εφτά...

Περιμένουμε τον από μηχανής θεό. Περιμένουμε ένα τυχαίο θαύμα. Συχνά το θαύμα είναι ένα θύμα. Θυμόμαστε τότε πόσο θυμωμένοι είμαστε. Όλα με θ-ήττα.

Πάσχουμε και από αριστερό εξτρέμ. Ο αναπληρωματικός μας, φύση φιλάσθενη κι αναιμική, μόνιμα τρώει χόρτο. Καμιά πρωτοβουλία δεν παίρνει. Περιμένει το "λάθος" των αντίπαλων αμυντικών. Κενή εστία δεν θα βρει ποτέ, ας του το σφυρίξει κάποιος. Πριν τον πάρουν με το φορείο ή πριν σφυρίξει ο διαιτητής τη λήξη.