Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014

ΠΕΡΙ ΗΡΩΩΝ



Ο Ζιγιά μπαίνει στη θάλασσα. Η παλίρροια ανεβαίνει βασανιστικά αργά και τον σκεπάζει. Να μείνει ελεύθερη η Ντερυσέτ, να παντρευτεί τον αγαπημένο της πάστορα.

Ο Τζιμ, ο τουάν Τζιμ, στέκεται μπρος στον Ντοραμίν και δέχεται αγόγγυστα τη σφαίρα στο στήθος. Ξεπλένει έτσι όλα τα λάθη του.

Ο Ούνκας, ο τελευταίος των Μοϊκανών, σκοτώνεται από τον μοχθηρό Μάγκουα. Σώζονται όμως ο Τσίνγκατσγκουκ και οι άλλοι.

Ο Άχαμπ. Από την άσπρη φάλαινα που κυνηγούσε.

Ο Ντέβιντ Κρόκετ στο Άλαμο. Το άσπρο φτερό της λευτεριάς του Συρανό που σιγολιώνει από έρωτα.

Στα Κλασσικά εικονογραφημένα όλοι οι αγαπημένοι μου ήρωες έπεφταν νεκροί στο τέλος. Εκούσια κι άφοβα. Ταγμένοι σε ένα ανώτερο σκοπό που τους αφάνιζε.

Τα βράδια, πριν με πάρει ο ύπνος, τους μάζευα όλους δίπλα μου να μου διηγηθούν την ιστορία τους ξανά. Κι ονειρευόμουνα μετά πως κάποτε σαν κι εκείνους θα έχω ένα ιδανικό να υπηρετήσω, τόσο ευγενικό που θα μπορούσα πρόθυμα ακόμα και να πέθαινα για αυτό. Αλλά ήμουν μικρός τότε, στην πλάτη μου είχα ακόμα δυο φτερούγες, κάτω από το κρεβάτι μου ένα καλικάντζαρο και τα μάτια μου έβλεπαν με ακτίνες Χ τη νύχτα.

Συχνά ερχόταν κι ένας απρόσκλητος. Έστεκε παράμερα αυτός, μακριά από τους άλλους. Κανείς δεν ήθελε σχέση μαζί του. Μα εμένα, αν και τρομακτικός, κάπως με γοήτευε, το ομολογώ.
Βρεγμένα τα μαλλιά και οι μακριές του φαβορίτες, τα ρούχα του έσταζαν βρωμόνερα. Με σκοτεινό το βλέμμα, σκυθρωπός. Με το καπέλο του και το μπαστούνι παρατημένα στην όχθη του Σηκουάνα. Η σκοτεινή φιγούρα του πέφτει στο ποτάμι και βουλιάζει. Ο Ιαβέρης.
Κι αυτός ταγμένος στο καθήκον ήταν. Κι αυτός ένα σκοπό είχε βάλει στη ζωή του και τον υπηρέτησε έντιμα και σταθερά ως το τέλος. Μόνο που αυτός κάποια στιγμή κοίταξε πίσω και είδε πως όλα ήταν λάθος.
Το αποτέλεσμα, το ίδιο.

Σκέφτομαι τώρα μήπως έκανα καλά όταν τον άφηνα να έρχεται με τους άλλους. Μήπως πραγματικά εκεί ήταν η θέση του. Θα ήταν κάπως βολικό αυτό. Παρηγοριά θα ήταν. Να ξέρεις πως ήρωας είναι κι εκείνος ο θεόστραβος που παίρνει με συνέπεια ένα δρόμο ευθεία ως το τέλος, ακόμα κι αν στο τέρμα του, βροντώντας σε ένα τοίχο απότομα, ανακαλύπτει πως τόσο καιρό βάδιζε ανυποψίαστος σε αδιέξοδο.


Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΧΕΛΩΝΑ ΚΑΙ Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ



Γυρνούσε από το απογευματινό ματσάκι μέσα από το πάρκο όταν την είδε. Διέσχιζε το δρομάκι με υπομονή και σοβαρότητα και ήταν τεράστια. Ο Κυριάκος δεν το πολυσκέφτηκε. Την πήρε παραμάσχαλα κάτω από το μπουφάν και συνέχισε το δρόμο του. Θα ήταν το κατοικίδιό του. Αυτό που δεν του επέτρεπαν να έχει, παρά τα παρακάλια του. Εξ αιτίας του Στρατηγού.

Αντιλήφτηκε έγκαιρα το Στρατηγό κι έκανε κύκλο να τον αποφύγει. Αν τον έβλεπε αυτός, τέρμα η χελώνα. Τι κουβαλάς εκεί, αλητάκο; από το αυτί και στους δικούς του. Δεν αστειευόταν ο στρατόκαυλος, αν και συνταξιούχος πέντε χρόνια. Δεύτερη φύση του είχε γίνει η πειθαρχία. Οι άτεκνοι τρέφουν συνήθως αγάπη για τα παιδιά, αυτουνού του είχε γυρίσει σε κακία και φθόνο. Εξ αιτίας του δεν παίζαν πια στο δρόμο, έτρεχαν στο πάρκο και στα άχτιστα οικόπεδα μακρυά από τη γειτονιά τους. Τους μάζευε τις μπάλες, τα πατίνια και τα τσέρκια, μέχρι και την αστυνομία είχε φωνάξει γιατί τον ενοχλούσαν οι φωνές τους. Περιπολούσε πάνω κάτω συνεχώς, αυτόκλητος φρουρός της τάξεως και της ευπρέπειας. Στην πολυκατοικία τους απαγόρεψε τα ζώα. Στο καφενείο αγόρευε για τη δικτατορία και τον κίνδυνο από τους αναρχοκομμουνιστάς.

Την πήγε κατευθείαν στο δωμάτιό του. Την ακούμπησε στο πάτωμα κι αυτή χώθηκε κάτω από το κρεβάτι. Πήρε κρυφά δυο μαρουλόφυλλα από το ψυγείο και τα άφησε μπροστά της. Ξεπρόβαλε δειλά μετά από ώρα και τα μασούλησε.
Θα σε λέω Φειδιππίδη, της δήλωσε σοβαρά. Το είχε πρόσφατο από το σχολείο.
Για δυο τρεις μέρες πέρναγαν ωραία. Έστηνε πάνω της τα στρατιωτάκια να τα πάει βόλτα, την έβαζε να τρακάρει με το κουρδιστό τανκ που έβγαζε σπίθες, της κόλλαγε αυτοκόλλητα και πλαστελίνες. Όταν πήγαινε σχολείο την έχωνε σε μια μεγάλη κούτα που της είχε ανοίξει τρύπες και την έκρυβε πίσω από άλλες κούτες. Κι έψαχνε τρόπους να βρει κι ένα λαγό, έστω κουνέλι, να στήνει αγώνες δρόμου. Ύστερα τα μαρούλια τέλειωσαν.
Την κοίταζε να κόβει βόλτες στο μπαλκόνι πεινασμένη όταν του ήρθε η ιδέα. Κοίταξε κάτω στον ακάλυπτο κι έκανε τους υπολογισμούς του. Ήτανε μεσημέρι, η πολυκατοικία βουβή. Πήρε το σπάγγο του χαρταετού και την έδεσε γερά από το καβούκι. Την κρέμασε από το μπαλκόνι, κρεμάστηκε κι αυτός στα κάγκελα με τεντωμένο χέρι κι ύστερα κουνώντας επιδέξια τον καρπό του την έκανε να ταλαντώνεται μπρος πίσω, όλο και πιο μεγάλο τόξο διέγραφε, ώσπου την κατάλληλη στιγμή αμόλησε καλούμπα και η χελώνα προσγειώθηκε άτσαλα στον ακάλυπτο, δίπλα στη μάντρα, εκεί ακριβώς όπου φύτρωναν άφθονα χορταράκια. Την άφησε εκεί να βοσκήσει κι όταν έκρινε πως είχε χορτάσει την τράβηξε πάλι πάνω στον τρίτο.

Την άλλη μέρα ξύπνησε νωρίς, αν και ήταν Κυριακή. Έδεσε πάλι τη χελώνα, την κρέμασε από το μπαλκόνι και άρχισε τους χειρισμούς του. Στις 7:14:23 το περίεργο εκκρεμές διέγραφε τη μέγιστη τροχιά του. Εκείνη τη στιγμή ακριβώς, στον πρώτο όροφο έβγαινε ο Στρατηγός με τον καφέ του στο μπαλκόνι. Η χελώνα του ήρθε κατακέφαλα. Σωριάστηκε κάτω, του 'πεσαν οι καφέδες και τα κουλουράκια. Η κυρία Στρατηγού που άκουσε το σαματά βγήκε τρέχοντας και τον βρήκε καθισμένο κάτω να κρατάει το κεφάλι του.
Τι έπαθες; τον ρώτησε.
Αν σου πω ότι με χτύπησε χελώνα, θα με πιστέψεις;
Δεν τον πίστεψε. Ούτε ο γιατρός τον πίστεψε. Το καρούμπαλο, είπε, θα έγινε στο πέσιμο. Τον έστειλε σε ένα ψυχίατρο κι αυτός του έγραψε ηρεμιστικά και του συνέστησε ησυχία κι ανάπαυση.

Ο Κυριάκος είχε τραβήξει αμέσως άρον άρον τη χελώνα. Το ίδιο πρωί την ξαναγύρισε εκεί που την είχε βρει και την αποχαιρέτησε συγκινημένος. Φειδιππίδης, έχει γραμμένο με μαρκαδόρο στο καύκαλο, αν ποτέ τη δείτε θα την αναγνωρίσετε.
Ο Στρατηγός δεν ξαναβγήκε έκτοτε στο δρόμο. Κι όταν άρχισε να ξανακάθεται στο μπαλκόνι του, φορούσε πάντοτε το κράνος που είχε κρατήσει αναμνηστικό από τον εμφύλιο, κι όλο έριχνε κρυφές ματιές στον ουρανό. Τα παιδιά άρχισαν να μαζεύονται ξανά στο δρόμο για να παίξουν. Μετά από λίγο καιρό ο Κυριάκος απόκτησε σκυλάκι.

Αν υπήρχε θεός και είχε χιούμορ θα είχε δώσει τώρα στον Κυριάκο, εκεί ψηλά που βρίσκεται, ένα ωραίο άσπρο σύννεφο, όλο δικό του, στον τρίτο όροφο του ουρανού. Να κάθεται εκεί και να μας εποπτεύει και να καταχελωνιάζει αλύπητα όλους όσοι τολμούν να μας στερούν τις μπάλες, τα πατίνια και τα τσέρκια μας. Και τις χελώνες μας.


Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΛΑΛΟΝ ΥΔΩΡ



Η πλάτη του σπιτιού ακουμπάει στο βράχο. Στις μπόρες του χειμώνα κατέβαιναν τα νερά από το βουνό κι έτρεχαν σαν τη βρύση από τον τοίχο. Κυλούσανε στα πόδια μας και φεύγαν έξω. Ύστερα τσιμεντώσαμε ένα αυλάκι στη μέση του σπιτιού. Κελάρυζε όμορφα όταν έβρεχε. Ένα μικρό εξημερωμένο κατοικίδιο ρυάκι.

Τα σαμιαμίθια κάθε βράδυ έρχονταν στην λάμπα. Περίμεναν εκεί τις νυχτοπεταλούδες. Έρχονταν ξέγνοιαστες αυτές να φαγωθούν.
Στα ξύλα για το τζάκι φώλιαζαν σκορπιοί. Έπεφταν τσιτσιρίζοντας στις φλόγες και καρβούνιαζαν. Δεν τσίμπησαν κανένα μας, ήταν καλοί σκορπιοί. Κι οι νυχτοπεταλούδες και τα σαμιαμίθια, όλα καλά ήταν. Κι ο γρύλος κάτω από το κρεβάτι κι οι αράχνες πίσω από τα κάδρα κι η σκλώπα κι ο άρκαλος και τα λιακόνια και οι βιτσίλες. Κι οι άνθρωποι, καλοί ήταν κι αυτοί.

Μια αγριοτριανταφυλλιά σκάλωνε στον τοίχο του. Κάποτε ένα σπουργίτι, αγορασμένο ένα πενηνταράκι από κάτι αλάνια, ξέφυγε από τη χούφτα ενός παιδιού και τρύπωσε στα αγκάθια της. Χάθηκε εκεί για πάντα. Το ρούφηξε ο χρόνος.
Μετά έφυγε η τριανταφυλλιά. Φύτεψαν μια κληματαριά στη θέση της. Μαύρα γλυκά σταφύλια, πικρά κουκούτσια. Σκαρφάλωσε ως την ταράτσα, πιάστηκε από τα κάγκελα. Πιασμένη εκεί κοιτούσε την πεδιάδα.
Η συκιά, η καρυδιά, η πορτοκαλιά. Το σπίτι. Τα βουνά. Όλα κοιτούσαν την πεδιάδα.

Η πεδιάδα ξαπλωμένη ανάσκελα κοιτάει τον ουρανό. Σκεπασμένη ελιές κι αμπέλια βλέπει τις μέρες και τις νύχτες να διαβαίνουν. Πάνω της οι άνθρωποι τη σκάβουν και την ξεχερσώνουν κι ύστερα ξαφνικά γερνάνε.

Η χαρουπιά κοιτάει το παιδί στα πόδια της. Η γριά μέσα από τα κλειστά της μάτια κοιτάει το ταβάνι. Οι σοβάδες έχουν πέσει, τα σίδερα σκουριάσανε, οι τοίχοι είναι υγροί. Σαπίσανε τα έπιπλα, μυρίζουν μούχλα τα τραπεζομάντηλα και οι κουβέρτες στην κασέλα.

Ο λύχνος πολεμάει το σκοτάδι. Οι σκιές πισωπατούν για λίγο, ύστερα ορμούν να αρπάξουν το μικρό παιδί. Ο λύχνος θα σβήσει, θα ανάψουν οι λάμπες, θα φύγουν τα σκοτάδια. Οι σκιές θα μείνουν.

Τώρα το φτιάξανε το σπίτι, στέγνωσαν και σοβάντισαν καλά τις πέτρες. Πάει, στέρεψε, κυλάει διωγμένο αλλού το κατοικίδιο ρυάκι.
Απέσβετο το λάλον ύδωρ. Κανένα κρυφό νόημα δεν έχουνε οι λέξεις. Aυτές οι ασυναρτησίες είναι απλά ασυναρτησίες.


Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΡΤΕΜΗ Λ.



Στις 30 Αυγούστου του 2014, όταν ο Αρτέμης Λ. επιστρέφοντας από τις διακοπές του γύρισε το κλειδί και άνοιξε την πόρτα, ανακάλυψε έντρομος πως το σπίτι όπου είχε μπει δεν ήταν το δικό του. Τίποτα δεν του θύμιζε οτιδήποτε εκεί μέσα. Μα ούτε που θυμόταν πια πώς ήταν το δικό του σπίτι. Στο κεφάλι του αυτουνού φύσαγε ακόμα ένα μελτέμι κι όλα τα σκέφτονταν θολά. Μη έχοντας πού αλλού να πάει, άφησε σε μιαν άκρη τη βαλίτσα κι έκλεισε πίσω του την πόρτα.
Δεν ήταν εύκολη η προσαρμογή. Πέρασε όλη τη μέρα εξετάζοντας το σπίτι με την επιφυλακτικότητα κι αμηχανία επίδοξου ενοικιαστή. Άνοιγε κι έκλεινε ντουλάπια, άνοιγε κι έκλεινε τις βρύσες. Το σπίτι μύριζε κλεισούρα καθώς και μια άλλη μυρωδιά, άγνωστή του, μάλλον την ανθρωπίλα του προηγούμενου ένοικου.
Όταν πια βράδιασε, ήπιε νερό σκύβοντας κάτω από τη βρύση κι έφαγε από τις κονσέρβες που βρήκε στο ντουλάπι. Απέφυγε με βδελυγμία τον καναπέ όπου δέσποζε ένα βαθούλωμα, ποιος ξέρει από τίνος τα πισινά, και προτίμησε μια ολότελα άβολη καρέκλα για να δει τηλεόραση.  Ύστερα έστρωσε τον υπνόσακο δίπλα στο κρεβάτι και κοιμήθηκε.
Το άλλο πρωί, 31 Αυγούστου, τόλμησε να κάνει μπάνιο. Χρησιμοποιώντας όμως το σφουγγάρι που είχε φέρει μαζί του από τις διακοπές. Όταν ξεπλύθηκε όλη η αρμύρα από το σώμα του, όταν κι ο τελευταίος κόκκος άμμου από τις σαγιονάρες του βούτηξε στο σιφώνι, άρχισε να αισθάνεται καλύτερα.
Πήγε στην κουζίνα κι ήπιε νερό από αυτό που αποφάσισε πως είναι το αγαπημένο του ποτήρι. Χάιδεψε τις καρέκλες ώσπου διάλεξε ποια θα είναι η αγαπημένη του, την τράβηξε προσεκτικά και κάθισε. Ακούμπησε την πλάτη και χαλάρωσε. Δεν ήταν άσχημα, άρχιζε να του αρέσει αυτό το σπίτι.
Πήγε στον καναπέ και κάθισε διστακτικά σε εκείνη τη λακούβα. Βολεύτηκε, αφέθηκε, το σώμα του απλώθηκε και χύθηκε ώσπου να ταιριάξει στο καλούπι. Είσαι ασφαλής εδώ, άκουσε να του ψιθυρίζουν. Η λακούβα ήταν ακριβώς στα μέτρα του.
Εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκε στο κρεβάτι. Κατάφερε με τα πολλά να προσαρμόσει το σώμα του στο στρώμα που κατηφόριζε στη μέση και να κοιμηθεί γλυκά. Ονειρεύτηκε πως είδε τα όνειρα κάποιου άλλου.
Στη 1 Σεπτέμβρη του 2014, όταν ξύπνησε ήταν όντως κάποιος άλλος. Αυτός ο άλλος, που λεγόταν επίσης Αρτέμης Λ., θυμόταν πως το σπίτι είναι δικό του. Καμιά αμφιβολία δεν είχε. Κι απόρησε με τα μπαγκάζια που είδε πεταμένα στο χολ. Γιατί ο κόσμος αυτού του Αρτέμη Λ. δεν ήξερε από διακοπές και τέτοια, ήθελε τάξη και συνέπεια.
Όταν άνοιξε όλα τα παράθυρα να μπει το φως, ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από ένα μαύρο σύννεφο. Ένα βρώμικο αεράκι φύσηξε ωραία και μπούκαρε από τα παράθυρα κι ήρθε και άδειασε στο σπίτι πρώτα καυσαέριο και σκόνη κι ύστερα δελτία ειδήσεων, υπουργούς, χαράτσια, κατασχέσεις, ωράρια, απολύσεις, δημοσιογράφους, τεχνοκράτες, λογαριασμούς, σκουπίδια, τραπεζίτες, δόσεις, πρόεδρους, στελέχη, σωτήρες, πίτσες, φασίστες, μητροπολίτες, συγγραφείς, φόρους, σουξέ, εμφιαλωμένα, ληξιπρόθεσμα, πρωτοσέλιδα, λάικς, μνημόνια, σήριαλ, καθοδηγητές, εργοδότες, μποτιλιαρίσματα, μίσος, πολιτευτές, κατεβασμένα ρολά, ερημιά, χειμώνες. Γέμισε όλο το σπίτι απ' άκρη σ' άκρη, δεν είχε χώρο να ακουμπήσει.
Ανακουφισμένος για μια ακόμα φορά που η ζωή του είχε κάποιες σταθερές, ο Αρτέμης Λ. πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε για την πρώτη μέρα της δουλειάς του. "Καλημέρα, καλό μήνα και καλό Χειμώνα", έλεγε καλόκεφος σε όποιον συναντούσε και μερικοί τον κοίταζαν περίεργα.