Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

ΛΙΤΟΤΗΤΑ



Απλός και λιτοδίαιτος ήταν πάντα. Ποτέ δεν ζήτησε πολλά. Ό,τι είναι να έρθει ας έρθει. Ψωμί κι ελιές; ψωμί κι ελιές. Εντάξει, κι ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Ωραία όλα κι όμορφα. Στο τραπέζι της κουζίνας, στο κρύο μάρμαρο. Και λίγη μουσική.

Εκείνη που είναι; Τον βλέπει; Αυτή είναι η έγνοια του αίφνης. Τον θυμάται; Σίγουρα ναι. Αν και εκείνος όλο ξεθωριάζει. Ένα περίγραμμα έχει μείνει από δαύτον. Στη μέση μια παλλόμενη θολή μουτζούρα.

Οι πραγματικές χαρές του δεν κοστολογούνταν. Απείχαν της οικονομίας, νόμιζε, στέκονταν υπεράνω της λογιστικής. Κανείς υπάλληλος δεν θα μπορούσε να τις αναδιαρθρώσει ή να τις κουρέψει.

Μα η λιτότητα δεν είναι μόνο άδειες τσέπες ούτε προσθαφαιρέσεις σε κατάστιχα. Η λιτότητα είναι μια μολυσματική αμοιβάδα. Αναλήφθηκε στους ουρανούς κι επέστρεψε με φωτοστέφανο, ολοκληρωτική κι αδιαμφισβήτητη. Απλώνεται παντού, εισχωρεί από τους πόρους και φθάνει ως τα μύχια και την ακούει αδιάκοπα να ψιθυρίζει μέσα στο κεφάλι του.

Πέσε στα γόνατα. Τίποτα δεν υπάρχει έξω και πέρα απ' αυτήν. Άπειρη, ακατάλυτη, προαιώνια, διατάζει: λιγότερα, μικρότερα, πιο χαμηλά, πιο ανούσια, πιο κίβδηλα. Πιο κούφια: να αντηχεί ο λόγος της κάπως θεϊκός.

Συντροφικότητα, έρωτας, γιορτή, παιχνίδι; Χαρά; Χαρά; Μετανοείτε, ηδονοθήρες! Πρέπει η ζωή να αφυδατωθεί και να στεγνώσει. Κι ύστερα να ξεπετσιαστεί, να μείνει ο σκελετός της. Άσπρος και κρύος σαν αυτό το μάρμαρο.

Μετά τις άδειες τσέπες οι άδειες ψυχές. Κρύες κι αυτές σαν μάρμαρο.
Πόσα βιβλία θα διαβάσεις; Φτάνει. Αρκετά. Ποιο το όφελος;
Και μουσική; Πολλή άκουσες, έτσι κι αλλιώς το γούστο σου είναι συζητήσιμο.
Ξέχνα το παρελθόν, δεν έχει μέλλον.
Κι αδειάζει τα κουτιά με τις φωτογραφίες και πέφτει σκόνη. Ανοίγει τα βιβλία και οι σελίδες είναι λευκές. Κι οι δίσκοι λείοι και οι κασέτες σβησμένες.

Το γέλιο του ήταν σπάταλο κι ανήθικο, το βλέπει τώρα. Καιρός για περισυλλογή και σωφροσύνη. Ζάρες ανάμεσα στα μάτια, γραμμές στο μέτωπο, ρυτίδες κούρασης. Έτσι. Μαθαίνεις εύκολα. Κλείσε τα μάτια σου, τα αυτιά, το στόμα.
Πόση αγάπη πήρες κι έδωσες; Έχεις περάσει το πλαφόν σου. Κλείσε και την καρδιά σου. Αποσύρσου.
Δεν χρειάζεται ενθουσιασμός, οφείλει να το εξηγήσει και σε εκείνη. Λιτότητα αισθημάτων. Ψυχρή αποτίμηση. Τόσο και τόσο ίσον τόσο.

Δάση κι ακρογιαλιές; Δεν είναι αυτό που νόμιζες στους ξέγνοιαστους καιρούς. Είναι πόροι προς εκμετάλλευση, καλή μου.
Απελευθέρωση, ανάπτυξη, επενδύσεις. Η κρίση ως ευκαιρία, ο άνθρωπος ως λύκος.

Ποιος δρόμος έμεινε για να διασχίσουμε; Λίγα χιλιόμετρα ερημιάς. Πέρασε το τελευταίο βενζινάδικο, μη σταματήσεις. Κάψε την τελευταία σταγόνα. Δεν είναι τίποτα, θα βήξει η μηχανή κι ύστερα νέκρα. Χειρόφρενο στην άκρη του επαρχιακού δρόμου. Άδεια κι έρημη νύχτα. Ησυχία. Χωράφια κάτω από τα αστέρια.

Να, αυτή είναι μια καλή γωνιά. Εκεί θα διπλωθεί να κάτσει. Για να μην πιάνει πολύ χώρο. Καταναλώνει ενέργεια πολύτιμη και εξαντλεί τους πόρους του πλανήτη. Πρέπει να αραιώσει την αναπνοή του. Να επιβραδύνει τους σφυγμούς του. Να αλλάξει το μεταβολισμό του, να αραιώσει κι ο ίδιος. Να διευκολύνει την κατάσταση.
Να στέκει το περίγραμμα άδειο.

Πού πήγε; Πριν λίγο ήταν εδώ.
Θα έρθουν πολλοί τουρίστες φέτος, είπαν στην τηλεόραση. Μας αγαπάνε, είναι ευχαριστημένοι από εμάς. Ένα καλό νέο, επιτέλους.
Ποιος έκλεισε τα παράθυρα;
Γιατί είναι τόσο πικρές οι ελιές; Γιατί είναι ξινισμένο το κρασί;
Τα χέρια του στο μάρμαρο. Είναι κρύο. Θα μαζέψει τα ψίχουλα.
Αργότερα.




Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2014

Ο ΛΕΚΕΣ



Ah, my friends from the prison, they ask unto me
"How good, how good does it feel to be free?"
And I answer them most mysteriously
"Are birds free from the chains of the skyway?"
Bob Dylan - Ballad In Plain D

Ο Λεκές είναι ένας μαύρος γάτος. Σήμερα μετακόμισε στο σπίτι μας. Τα υπάρχοντά του είναι λίγα. Ένα υφασμάτινο σπιτάκι, ένα πιατάκι για φαΐ, ένα άλλο για νερό, μια λεκανίτσα με την άμμο του. Δεν έχει καν παιχνίδια. Του φτιάχνω μπαλίτσες από χαρτί και του τις πετάω. Τις βαριέται σύντομα. Τις κρύβει κάτω από τα έπιπλα και τις παρατάει εκεί.

Ανεβαίνει συνεχώς στα παράθυρα και κοιτάει έξω. Από το ένα παράθυρο στο άλλο. Ύστερα πάει στην πόρτα και την ξύνει με τα νύχια. Με κοιτάει στα μάτια και νιαουρίζει. Θέλει να βγει έξω. Απελπισμένα.

Ο Λεκές μεγάλωσε σε διαμέρισμα. Είναι ένας γάτος καταδικασμένος σε ισόβια. Ο δεσμοφύλακάς του είμαι εγώ τώρα. Για ένα μήνα. Οι οδηγίες είναι σαφείς και αυστηρές. Μην βγει καθόλου έξω, θα χαθεί. Δεν είναι μαθημένος. Θα τον σκοτώσουν οι άλλοι γάτοι, θα τον πατήσει αυτοκίνητο.

Αυτός κοιτάει συνέχεια έξω από το τζάμι. Θα ήθελε να τρυπώσει κάτω από τις δάφνες. Να κυλιστεί στα ξερά φύλλα και στα χώματα. Να κυνηγήσει τα περιστέρια και τα σαμιαμίθια. Να σκαρφαλώσει στη λεμονιά. Να αναμετρηθεί με άλλους γάτους και να γυρίσει βρώμικος και ξεσκισμένος. Να πηδήξει εκείνη την κιτρινόασπρη που κόβει βόλτες στην αυλή.

Προσπαθώ να τον διασκεδάσω. Του έφερα τον σκύλο μου να έχει παρέα αλλά τον έδιωξε κακήν κακώς. Του αγόρασα ένα πάνινο ποντίκι. Του έφτιαξα ωραίες καινούργιες μπαλίτσες από αλουμινόχαρτο και τις έδεσα με μια κλωστή, να τις τραβάω εδώ κι εκεί κι αυτός να τρέχει. Τίποτα.

Έχουν περάσει πέντε μέρες. Δεν έχει ακόμα συνηθίσει την καινούργια φυλακή του. Συνεχίζει να τριγυρνάει στα παράθυρα. Στήνει το αυτί όταν τιτιβίζουν έξω τα σπουργίτια ή όταν γαβγίζει ο σκύλος. Εμένα ούτε που μου μιλάει πια. Μόνο κάθεται και με παρατηρεί σιωπηλός. Για πολλή ώρα και τόσο έντονα που γυρνάω αλλού το βλέμμα. Ίσως μου κρατάει κακία.

Σήμερα πήδηξε στο γραφείο, απλώθηκε πάνω στο πληκτρολόγιο και μου μίλησε με ανθρώπινη φωνή. "Άνθρωπε, σε λυπάμαι. Σε παρατηρώ τόσο καιρό. Κλεισμένος εδώ μέσα μέρα νύχτα, τίποτα το χαρούμενο δεν κάνεις, μόνο χτυπάς τα δάκτυλά σ' αυτό εδώ το μαραφέτι. Ύστερα τσαλακώνεις χαρτιά και μου τα ρίχνεις και περιμένεις ν' αντιδράσω. Αναρωτιέμαι. Τι να είναι αυτό που σε κρατάει εδώ φυλακισμένο; Τι φοβερά κρίματα σε βαραίνουν και για ποινή σου έχουν αλυσοδέσει με θεόρατες μπάλες από έγνοιες την ψυχή σου; Κάθεσαι σκεφτικός και βλέπεις από το παράθυρο τον κόσμο. Κυλούν οι ώρες και οι μέρες κι εσύ εκεί, όλα ίδια κι απαράλλαχτα. Δεν ξέρω τι να κάνω, ειλικρινά, με σένα. Ίσως να μ' έφεραν εδώ να σε προσέχω μην το σκάσεις. Μα αν είχα τη δύναμη, θα σε ελευθέρωνα. Θα σου άνοιγα όλες τις πόρτες του κόσμου. Γιατί ξέρω από πρώτο χέρι τι περνάς και πρέπει εμείς οι κατάδικοι κι απόκληροι να αλληλοβοηθιόμαστε".
Έτσι είπε και με κοίταξε με νόημα, έξυσε με το πίσω πόδι το αυτί κι ύστερα γύρισε κι έγλειψε επιμελώς τα αχαμνά του.

Συνήλθα γρήγορα από την έκπληξη. Σηκώθηκα, μισάνοιξα την πόρτα, την άφησα έτσι και γύρισα την πλάτη. Όταν στράφηκα, ο Λεκές είχε φύγει. Στον ιδιοκτήτη του είπα πως σε μια στιγμή αφηρημάδας πετάχτηκε μέσα από τα πόδια μου και το έσκασε. Έχασα ένα φίλο, κέρδισα όμως έναν άλλο και μια ήσυχη συνείδηση.

Έρχεται πότε πότε και με επισκέπτεται στη "φυλακή" μου. Συχνά είναι πληγωμένος ή κουτσαίνει. Όμως, φαίνεται ευτυχισμένος. Μου διηγείται ιστορίες από τον έξω κόσμο. Μου φέρνει δώρα για να με διασκεδάσει. Μισοπεθαμένα σαμιαμίθια, σκαθάρια, σπουργίτια. Με αφήνει να παίξω λίγο μαζί τους και με παρατηρεί ευχαριστημένος. Ύστερα σοβαρεύεται και τα αποτελειώνει.

Ξέρω πως κάποτε θα φύγει και δεν θα επιστρέψει ξανά. Άδικα θα περιμένω επισκεπτήριο. Μα αυτός τουλάχιστον θα έχει ζήσει, έστω για λίγο, ελεύθερος. Όσο γίνεται. Όσο ελεύθερα είναι τα πουλιά από τις αλυσίδες του ουρανού.