Τρίτη, 20 Μαΐου 2014

Η ΣΚΛΩΠΑ


Γύρω από την ΠΥΡΚΑΛ ορθώνεται μια μάντρα. Πετρόχτιστη, ψηλή, με συρματόπλεγμα, σαν μάντρα φυλακής ή στρατοπέδου. Τα βράδια σπάνιο να διασταυρωθείς εκεί με κάποιον, εκτός από τα παιδιά που σχολάνε από τα φροντιστήρια ή κάποιον που έχει βγάλει βόλτα το σκυλί του. Υπάρχει πάντα διάχυτη μια μυρωδιά αμμωνίας, καθώς η ερημιά και το σκοτάδι διευκολύνουν τους ταξιτζήδες να αδειάζουνε την κύστη τους πίσω από τα παρκαρισμένα φορτηγά. Παραδίπλα, στη γωνία, κάποιοι άλλοι αδειάζουνε τα μπάζα τους. Αν τύχει και περάσεις από κει, πρέπει να ακροβατείς και να ελίσσεσαι ανάμεσα σε σακούλες, τζάμια, λεκάνες και νιπτήρες, πόρτες, ξεκοιλιασμένους καναπέδες, ξερριζωμένες γιούκες, κάτουρα και ακαθαρσίες σκύλων. Προσέχοντας συγχρόνως, οι γυναίκες, μήπως χάσουν την τσάντα τους από κάποιον εποχούμενο τσαντάκια.
Σ' αυτή τη διόλου ελκυστική για περίπατο μάντρα έσερνε συχνά κι εμένα ο σκύλος μου, ίσως γιατί εκεί μπορούσε να εξασκήσει αποτελεσματικά την όσφρησή του. Μέχρι εκείνη τη νύχτα.

Ήσυχη νύχτα, τα αυτοκίνητα λιγοστά, τα μπάζα μαζεμένα. Στον κάδο της ανακύκλωσης κάποιος, με ένα φακό στο ένα χέρι και έναν αυτοσχέδιο γάντζο στο άλλο, έψαχνε. Το σκυλί με πήγε ως εκεί που ήθελε κι ύστερα γύρισε μόνο του, όπως συνηθίζει, για να επιστρέψουμε. Τότε ακούστηκε. Είχα χρόνια να ακούσω αυτό τον ήχο και δεν περίμενα ποτέ πως θα τον άκουγα μέσα στην πόλη. Κάτι ανάμεσα σε λυγμό και σφύριγμα είναι. Σαν κόμπος στο λαιμό της νύχτας. Δεν κοίταξα να δω από που ήρθε, από κάποιο δέντρο ή από τις στέγες του εργοστάσιου. Τράβηξα το σκυλί να φύγουμε πιο γρήγορα. Γιατί θυμήθηκα μιαν άλλη νύχτα.

Πριν πολλά χρόνια, στο χωριό μου, έτυχε να συμπέσουν κάποιοι απρόσμενοι θάνατοι με την εμφάνιση μιας σκλώπας. Έτσι λένε τον γκιώνη εκεί. Kρίθηκε πως υπάρχει άμεση σχέση και πως η σκλώπα ήταν υπεύθυνη για τους θανάτους και ως εκ τούτου ομόφωνα καταδικάστηκε. Την ποινή ανέλαβαν να εκτελέσουν οι άντρες του χωριού. Μαζεύτηκαν στην πλατεία κι οργάνωσαν απόσπασμα.

Οι συμπτώσεις έχουν δύναμη πειθούς. Γιατί οι άνθρωποι χρειάζονται ένα γκιώνη. Έναν κακό μαντατοφόρο. Να ρίχνουνε σ' αυτόν το φταίξιμο για τα στραβά της ζωής τους και να ξορκίζουν το κακό. Εκείνο που φοβούνται να ερμηνεύσουν ή να αποδεχτούν. Τη μεγάλη εικόνα. Παρηγορούνται έτσι ότι έκαναν αυτό που πρέπει ώστε ανάλαφροι και με ήσυχη συνείδηση να αφεθούν μετά στα ήρεμα νερά του ποταμού που πάει και πάει δίχως όχθες. Να! δείτε με, επιπλέω! Ό,τι και να συμβεί στις εκβολές του, θα είναι πλέον πραγματικά αναπόφευκτο.

Το σπίτι μας είναι στην άκρη του χωριού. Καθόμουν στην αυλή όταν πέρασαν, δεν είχα ύπνο. Πίσα σκοτάδι κι αυτοί με τους πλακέ φακούς, τα λουξ και τα δίκαννα περάσανε το δρόμο βαρύθυμοι και βλοσυροί λες και πηγαίνανε στον πόλεμο. Η σκλώπα ήδη ακουγόταν στο βουνό από ώρα. Όμως μετά από λίγο, υποθέτω όταν φτάσανε οι κυνηγοί κοντά της, σώπασε. Ύστερα ακούστηκε ξανά στον κάμπο. Από τις φωνές που έφταναν ως εμένα από το απόσπασμα, κατάλαβα ότι χωρίστηκαν σε ομάδες.
Είχε περάσει ώρα αφότου έφυγαν. Καθόμουνα εκεί στα σκοτεινά και κοιταζόμουν με τα σαμιαμίθια. Στο απέναντι σπίτι άνοιξε η πόρτα. Βγήκε ο Μ. Κάθισε στην πεζούλα κι άναψε τσιγάρο. Στο φως της φλόγας είδα για μια στιγμή χλωμό το πρόσωπό του.
Δεν ακουγόταν πια η σκλώπα. Στην απόλυτη ησυχία της νύχτας έρχονταν μόνο από μακριά οι μιλιές αυτών που είχαν βγει να τη σκοτώσουν. Ο Μ. στράφηκε προς το μέρος μου. Ζάρωσα όσο μπορούσα πίσω από τις γλάστρες. Έσβησε το τσιγάρο κι άναψε άλλο. Στη χαρουπιά απέναντι, ένα κλαδί που έγερνε από πάνω του ταλαντεύτηκε ελαφρά και θρόισαν τα φύλλα. Ο Μ. σήκωσε το κεφάλι. Κοίταξα εκεί που κοίταζε κι είδα μια σκιά στο φύλλωμα ανάμεσα στις άλλες. Και τότε ακούστηκε η φωνή της. Ξανά και ξανά, σαν να έσταζε δάκρυα το σκοτάδι. Ο Μ. καθόταν από κάτω και την κοίταζε ακίνητος. Πέρασε ώρα έτσι. Ώσπου ακούστηκαν τα βήματα των κυνηγών που έρχονταν. Τότε η σκλώπα σώπασε, άνοιξε τα φτερά της, πέταξε μακρυά και δεν ξανάρθε στο χωριό. Ο Μ. μπήκε στο σπίτι κι έκλεισε την πόρτα. Το άλλο πρωί δεν ξύπνησε.

Δεν ξαναπήγα έκτοτε στη μάντρα. Τραβάω το σκύλο μου και πάω αντίθετα. Δεν μπορώ όμως να ησυχάσω. Νιώθω ότι ο γκιώνης με ακολούθησε. Ίσως τώρα κρυμμένος στις φυλλωσιές του ευκάλυπτου έξω από το παράθυρό μου με κοιτάζει και μια νύχτα θα χτυπήσει να του ανοίξω, σαν εκείνο το Κοράκι. Άλλες φορές νομίζω ότι έχει ήδη μπει μέσα στο σπίτι. Ότι λουφάζει στις πιο σκοτεινές γωνιές. Τον αισθάνομαι πίσω μου που ανοίγει τα φτερά του για να ξεμουδιάσει και στρέφει το κεφάλι του αργά και με κοιτάζει. Από ώρα σε ώρα περιμένω να ακούσω τη φωνή του. Σχεδόν αδημονώ.

Ακόμα χειρότερα, μερικές φορές νιώθω ότι εγώ είμαι ο γκιώνης. Που έχει γυρίσει τα μέσα έξω και τα φτερά του γαργαλούν τα σωθικά και το μυαλό μου, και τα νύχια του ακονίζονται στα νεύρα μου. Κι όταν μιλάω πάλλεται το στήθος του και η φωνή του αντηχεί μέσα στο κεφάλι μου. Ένας απόηχος που δεν πιάνει το ανθρώπινο αυτί γλιστράει τότε έξω και οι άνθρωποι φεύγουν μακριά μου ανήσυχοι και ανατριχιάζουν. Χωρίς όμως ποτέ να αντιλαμβάνονται το λόγο.

Σάββατο, 10 Μαΐου 2014

ΘΑΛΑΣΣΑ



Από το ένα χέρι τον κρατούσε η μάνα του κι από το άλλο ο πατέρας. Βάδισε έτσι αδέξια στην άμμο. Πρώτα ζεστή αυτή, ύστερα υγρή και κρύα. Κι έφτασαν στο νερό κι αυτό του έγλειψε τα πόδια και στην αρχή φοβήθηκε. Στον Πόρο ή στην Αλικαρνασσό. Κι η μάνα σήκωσε το φουστάνι μην το βρέξει και πήγαν λίγο πιο βαθιά. Τότε άφησε το χέρι του ο πατέρας του και χάθηκε. Κι αυτός τράβηξε και το άλλο χέρι, γιατί στο μεταξύ είχε μεγαλώσει. Μάνα, της είπε, άσε με, μπορώ. Κι αφέθηκε στην αγκαλιά της θάλασσας κι αυτή τον κράτησε και του ψιθύρισε να μη φοβάται. Τον λίκνισε όμορφα και τον κανάκεψε με τους αφρούς της και τον σήκωσε να τον δει ο ήλιος. Και την αγάπησε βαθιά. Έτσι άρχισε. Γύρισε να κοιτάξει πίσω κι είδε μόνο τους φίλους του. Στον Κούλε. Η μάνα του περίμενε στο δρόμο για να τον μαλώσει. Μαθητής του δημοτικού και κατηφόριζε μονάχος του να βρει τη θάλασσα. Έφηβος, Αμνισό και Φλώριδα. Ύστερα πιο μακριά. Φορτωμένος στην πλάτη ένα σακίδιο κι ένα υπνόσακο, με ωτοστόπ, ένας μικρούλης Τάλως. Φαλάσαρνα, Πλακιάς, Αγία Γαλήνη, Φραγκοκάστελλο, Άγιος Παύλος, Κερατόκαμπος, Βάι... Όχι για να φυλάξει τη στεριά αυτός αλλά για να χαρτογραφήσει τα όριά της. Για να γεμίσει με αρμυρό νερό τις φλέβες του, να έχει να ζήσει όταν φύγει.

Βράχια, άμμος, βότσαλα, κοχύλια, αρμυρίκια, κρινάκια, εκβολές, λιμάνια, κάστρα, μονοπάτια, μελτέμια, πηγές, φύκια, ήλιος. Νερά γαλάζια, πράσινα, θολά. Θάλασσα ήρεμη σαν λάδι, θάλασσα αγριεμένη, θάλασσα κυκλοθυμική. Έρωτας μέσα στα νερά της. Στα βράχια μιας θαλασσινής σπηλιάς. Σε υπνόσακο δίπλα στο κύμα.
Κι ο ήχος της. Τραγούδι φάλαινας και φλοίσβος. Ένα αόρατο κοχύλι μόνιμα στο αυτί του, να του διηγιέται ιστορίες. Μέχρι τώρα.

Κι έφευγε, όλο έφευγε, ώσπου έφυγε στ' αλήθεια.

Χώρια της δεν μπορούσε. Την αγαπούσε πάντα όπως πρώτα. Κι έπεφτε αχόρταγα στην αγκαλιά της κάθε καλοκαίρι.
Σπάνια πια επέστρεφε στο ίδιο μέρος. Ήθελε να γνωρίσει κάθε όψη της. Όπως ο εραστής που εξερευνά κι ανακαλύπτει συνεχώς νέα σημεία να λατρέψει στο ίδιο σώμα. Ίος, Πάρος, Φολέγανδρος, Αστυπάλαια, Ικαρία, Σχοινούσα, Κουφονήσια, Σίφνος, Σαμοθράκη, Κάρπαθος, Σκόπελος, Λέρος...Με χίλια ονόματα και χίλια πρόσωπα, η ίδια η πρώτη εκείνη θάλασσα. Τα κύτταρά του ποτισμένα. Λέπια στην ψυχή, αρμύρα στο μπλουζάκι. Φωτογραφίες σε κούτες, θαλασσόξυλα στο ράφι, βότσαλα σε βαζάκια. Άμμος στις βαλίτσες, στα σεντόνια, στα βιβλία, στα μάτια.

Άμμος που στάζει στη Μεγάλη Κλεψύδρα.

Πήρε κι αυτός τα παιδιά του απ' το χέρι κι έβρεξαν δειλά τα πόδια τους. Κι έκλαψαν όταν ήπιαν αρμυρό νερό, φοβήθηκαν και γέλασαν. Και άφησαν τα χέρια του, μπήκαν μωρά στη θάλασσα και την αγάπησαν, βαφτίστηκαν και βγήκαν άντρας και γυναίκα.

Σιγά και ανεπαίσθητα στην αρχή, κάτι άλλαζε. Ανάπτυξη το λέγανε κι ερχόταν όλο και πιο γρήγορα. Στο τέλος ίσα που προλάβαινε. Κάθε που έφευγε από κάπου, γύριζε το κεφάλι να κοιτάξει πίσω και την έβλεπε να ξεπροβάλλει, μορφάζοντας απαίσια και φτύνοντας γύρω σκουπίδια, να τρέχει στο κατόπι του με πελώριες δρασκελιές. Άνοιγε πίσω του η αμμουδιά κι από το βάραθρο ορθώνονταν ως τον ουρανό τσιμέντα, τούβλα κι αλουμίνια. Σύννεφο η σκόνη, κι έρχονταν μέσα από τον κουρνιαχτό τα φορτηγά και οι μπουλντόζες. Μάντρες ελίσσονταν σαν φίδια, κατέβαιναν από τους λόφους κι έφταναν στο κύμα. Ομπρέλες έπεφταν από ψηλά και μπήγονταν στην άμμο. Πήδαγε αλαφιασμένος στο καράβι και πίσω ορδές τσαλαπατούσαν τα κρινάκια, ισοπέδωναν τις αμμοθίνες, μπάζωναν τα ρέματα κι έφτιαχναν γήπεδα γκολφ κι ύστερα χόρευαν γύρω από τα μπαρ και τις πισίνες.
Έβλεπε από το κατάστρωμα τα μέρη που είχε κάποτε επισκεφτεί κι ήταν πια αγνώριστα. Κι η ίδια η θάλασσα φαινότανε θλιμμένη κι ανόρεχτα, με απέχθεια, άγγιζε τη στεριά και γύρναγε την πλάτη στους ανθρώπους. Μα αυτοί αδιάφοροι τσαλαβουτούσαν στα νερά της ξερνώντας μουσακά και ουίσκια και φωτογράφιζαν ο ένας τον άλλο ενώ από τα μπαλκόνια κάποιοι άλλοι ανέμιζαν θριαμβευτικά νομοσχέδια και μπίζνες πλανς.

Όλο και δυσκολότερο γίνεται πια να ξαναβρεί τη θάλασσα που ήξερε. Συχνά ανεβαίνει στην ταράτσα να δει ένα μικρό κομμάτι της που ασημίζει στο βάθος ανάμεσα στις πολυκατοικίες. Κι εύχεται να μπορούσε να τραντάξει τη γη και να σηκώσει ένα τσουνάμι. Να έρθει αυτό και να σαρώσει τις ακτές και να τις κάνει όπως πρώτα. Να σαρώσει όσα χρόνια πέρασαν και να βρεθεί ξανά εκεί στην πρώτη αμμουδιά, στο πρώτο κύμα.