Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

ΟΙ ΛΑΘΡΟΣΙΝΕΤΥΠΟΙ



Θυμάμαι εκείνο το πρωί σαν να ήταν χθες. Σαν σκηνή από ταινία. Παγώνω την εικόνα κι εστιάζω εκεί που θέλω.
Είχα ξυπνήσει νωρίς. Από το παράθυρο έμπαινε ένα αδύναμο φως. Φιλτραρισμένο από την κουρτίνα κατέληγε στο πάτωμα κι έφτανε ως τη βιβλιοθήκη απέναντι, ένα λοξό παραλληλόγραμμο που έκοβαν οι σταυροί από τα καΐτια. Ο συνηθισμένος θόρυβος του δρόμου και μαζί ένας άλλος μονότονος ήχος. Άναψα το φως, σηκώθηκα κι άνοιξα λίγο την κουρτίνα. Έβρεχε. Ασθενικές αχτίνες ήλιου δραπέτευαν από τα σύννεφα. Κοίταξα κάτω στο δρόμο. Στο απέναντι πεζοδρόμιο, ανάμεσα στο λιγοστό κόσμο που περνούσε βιαστικός, πρόσεξα έναν άντρα. Κρατούσε ομπρέλα και φορούσε μαύρα γυαλιά. Στεκόταν εκεί ακίνητος και κοιτούσε στο παράθυρό μου. Το ότι τον είδα δεν τον πείραξε καθόλου. Ενοχλημένος τράβηξα την κουρτίνα κι έσβησα το φως.
Έκανα μπάνιο, έφτιαξα καφέ και με την κούπα στο χέρι πήγα πάλι στο παράθυρο. Ο άντρας ήταν ακόμα εκεί και εξακολουθούσε να κοιτάει πάνω, προς το μέρος μου. Ντύθηκα ταραγμένος, αποφασισμένος να κατέβω και να του ζητήσω εξηγήσεις. Πριν βγω έριξα μια τελευταία ματιά από το παράθυρο. Είχε γίνει άφαντος.
Μετά από κάνα δυο ώρες τον ξανάδα. Στεκότανε στην ίδια θέση, κρατούσε μια εφημερίδα τώρα κι έκανε πως διαβάζει. Κατέβηκα τρέχοντας τη σκάλα και πετάχτηκα στο δρόμο. Ίσα που πρόλαβα να τον δω να μπαίνει σε ένα μαύρο αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες και να εξαφανίζεται. Πήρα τηλέφωνο την Αστυνομία. Θα έστελναν κάποιον, μου είπαν.

Κτύπησε το κουδούνι. Πήγα κι άνοιξα. Στην πόρτα στεκόταν ένας γεροδεμένος άντρας με σκληρά χαρακτηριστικά. Φορούσε καμπαρντίνα με σηκωμένο το γιακά κι ένα παλιομοδίτικο καπέλο. Από το στόμα του κρεμόταν στραβά ένα τσιγάρο. Μου έδειξε μια ταυτότητα, με παραμέρισε και μπήκε.
“Λοιπόν, τι έχουμε;” μου είπε αράζοντας στον καναπέ. Κι ύστερα “Δεν θα έλεγα όχι για λίγο καφέ”.
Του γέμισα το φλιτζάνι κι ήπιε μια γερή γουλιά. Με παρακάλεσε κι ακούμπησα την καφετιέρα δίπλα του στο τραπεζάκι. Κάπνιζε κι έπινε καφέ ασταμάτητα όσο μιλούσαμε. Του περιέγραψα τον τύπο που με παρακολουθούσε κι αυτός κρατούσε σημειώσεις σε ένα μπλοκάκι που έβγαλε από την τσέπη. Έκανε ένα άτεχνο σκαρίφημα του δωματίου και σημείωνε με βέλη τις κινήσεις μου. Επέμενε σε λεπτομέρειες που μου φαίνονταν ασήμαντες. Πώς έμπαινε το φως, πώς διαγράφονταν τα καΐτια, ο ήχος της βροχής στο τζάμι, πού στάθηκα, πώς σήκωσα το χέρι μου να πιάσω την κουρτίνα, η κίνηση στο δρόμο. Όταν τέλειωσα σηκώθηκε κι έκανε ένα γύρο στη γκαρσονιέρα. Σταμάτησε μπροστά στη συλλογή μου από ταινίες και τις περιεργάστηκε με ενδιαφέρον. Κούνησε το κεφάλι του μορφάζοντας, σαν να είχαν επιβεβαιωθεί οι υποψίες του.
“Σου αρέσουν τα θρίλερ, έτσι; Όπως φοβόμουνα”. Γύρισε προς το μέρος μου. “Ζεις μόνος σου, αν επιτρέπεται;”
“Ναι”.
“Δεν έχεις κάποια σχέση;”
Δεν καταλάβαινα τι είχε να κάνει αυτό με την υπόθεσή μας. Του απάντησα αρνητικά, εν τούτοις. Δεν ήξερα αν η Μπέτσυ μέτραγε για σχέση. Την είχα συναντήσει δυο φορές όλες κι όλες. Και τις δυο στο πάρκο όπου πήγαινα συχνά για βόλτα. Την πρώτη φορά καθίσαμε σε ένα παγκάκι και κουβεντιάσαμε λίγο. Μιλούσαμε Αγγλικά. Μου είπε πως ήταν Καναδέζα και πως φρόντιζε σαν νοσοκόμα κάποια κυρία σε ένα αγρόκτημα. Τη δεύτερη φορά, μετά από καμιά βδομάδα, είχε περπατήσει μαζί μου ως το σπίτι κι όταν αποχαιρετιστήκαμε με φίλησε. Με φίλησε έτσι ξαφνικά και με άφησε στην εξώπορτα σύξυλο κι ερωτευμένο. Είχαν περάσει είκοσι μέρες από τότε. Πήγαινα καθημερινά στο πάρκο μα δεν την είχα πετύχει ξανά.

Ήρθε και κάθισε ξανά στο καναπέ.
“Είναι κρίμα ένα παλικάρι σαν εσένα να είναι μόνος του. Και επικίνδυνο, στις μέρες μας”.
“Τι εννοείτε;”
Ένοιωθα άβολα και ήθελα να σηκωθεί να φύγει. Τώρα είχε παρατήσει τον καφέ, είχε πάρει το μπουκάλι το ουίσκι μπροστά του χωρίς να με ρωτήσει κι έβαζε κάθε τόσο στο φλιτζάνι.
“Θα έπρεπε να βγαίνεις λίγο, να ξεδίνεις. Να γνωρίσεις και κάνα καλό κορίτσι. Έτσι είναι φτιαγμένοι οι άνθρωποι. Όχι να κάθονται κλεισμένοι στους τέσσερις τοίχους. Γιατί μετά τα νεύρα σπάνε, το μυαλό θολώνει, σε παίρνει η κατηφόρα”.
Κατάλαβα τώρα πού το πήγαινε. Ένοιωσα να μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Σηκώθηκα και άνοιξα την πόρτα.
“Αν τελειώσατε με την κατάθεσή μου, παρακαλώ πηγαίνετε. Έχω κάποια δουλειά”.
Γέλασε, με το τσιγάρο να κρέμεται στραβά από το στόμα του.
“Δεν έχεις καμιά δουλειά, νεαρέ. Είσαι άνεργος, δεν έχεις φίλους ούτε συγγενείς, και σου έχουν κόψει το τηλέφωνο. Οι υπόλοιποι ένοικοι λένε για σένα πως δεν είσαι στα καλά σου, πως περπατάς σκυφτός και δεν μιλάς, νυχοπατάς να μη σε ακούσουν. Κλασική περίπτωση”.
Μου έγνεψε να καθήσω πάλι.
“Τα πράγματα είναι σοβαρά”, μου είπε. “Ο άντρας που σε παρακολουθεί...” Σώπασε για λίγο, σαν να σκεφτόταν αν έπρεπε να μιλήσει.
“Είναι λαθροσινέτυπος”, ξεστόμισε τελικά.
Δεν ήμουν σίγουρος αν άκουσα καλά.
“Έτσι τους ονομάζω εγώ”.
Ήπιε μια γερή γουλιά ουίσκι.
“Πες μου, πόσες φορές έχεις δει σε ταινίες κάποιον να παραμερίζει την κουρτίνα και στο απέναντι πεζοδρόμιο να βλέπει κάποιον να τον παρακολουθεί;”
“Πολλές. Μα...”
“Ξέρω, θα μου ορκιστείς πως λες αλήθεια, πως δεν το φαντάστηκες”.
“Ασφαλώς!”
“Ε λοιπόν, σε πιστεύω! Ο τύπος που σε παρακολουθεί είναι πραγματικός, τρόπον τινά. Γι' αυτό άνθρωποι σαν κι εσένα, μονόχνωτοι κι αντικοινωνικοί και δήθεν σινεφίλ, μας έχουν βάλει σε μπελάδες. Γιατί είναι τόσο άδεια η ζωή τους που κάποια στιγμή, όταν η κατάσταση επιδεινωθεί εντελώς, πρέπει με κάτι να γεμίσει. Όπως στα συγκοινωνούντα δοχεία, έτσι ακριβώς γίνεται. Οι εικόνες που έχουν δει και ξαναδεί στις ταινίες, τα κινηματογραφικά στερεότυπα που λένε οι ειδικοί, άξαφνα συμπυκνώνονται, υλοποιούνται και περνάνε στην πραγματική ζωή. Ύστερα μπορεί να χαθούν για ένα διάστημα, μέχρι να εμφανιστούν ξανά”.
“Θα αστειεύεστε”.
“Καθόλου. Η κατάσταση έχει ξεφύγει. Η υπηρεσία μου ασχολείται σχεδόν καθημερινά πια με παρόμοιες περιπτώσεις. Συλλαμβάνουμε συνέχεια τέτοιους αλλόκοτους τύπους. Παρανοϊκούς δολοφόνους, κατάσκοπους, ντετέκτιβς, υπερήρωες, νίντζα. Όλοι λαθροσινέτυποι. Άνθρωποι χωρίς χαρτιά, χωρίς παρελθόν, χωρίς ταυτότητα. Τους κρατάμε στο Τμήμα και τους ανακρίνουμε, ώσπου μια μέρα ξαφνικά βρίσκουμε το κελί άδειο. Εξαφανίζονται, γίνονται καπνός. Έτσι!”
Και χτύπησε τα δάχτυλά του.

Το τασάκι ήταν ξέχειλο. Η καφετιέρα και το μπουκάλι είχαν αδειάσει.
Είχα μείνει άναυδος. Και λίγο τρομαγμένος, πρέπει να πω. Ήμουνα βέβαιος τώρα πως ο τύπος δεν ήταν στα καλά του. Τόση ώρα, σκέφτηκα, δεν είχε βγάλει το καπέλο του, είχε ακόμα κουμπωμένη την καμπαρντίνα ως επάνω και σηκωμένο το γιακά.

“Πρέπει να προσέχεις”, συνέχισε. “Αν ήσουνα φανατικός της κωμωδίας, δεν θα ανησυχούσα. Το πολύ πολύ να πατήσεις καμιά μπανανόφλουδα στο δρόμο, κάποιος να σου πετάξει μια τούρτα καταπρόσωπο, να σε μπουγελώσει, τέτοια πράγματα. Είδα όμως πως σου αρέσουν κι οι ταινίες τρόμου. Ό,τι χειρότερο. Καλύτερα να τις μαζέψεις όλες και να τις ρίξεις στα σκουπίδια, πριν είναι αργά”.
Σταμάτησε ξαφνικά σαν κάτι να θυμήθηκε και μου έγνεψε με το δάκτυλο σιωπή. Έσκυψε προς το μέρος μου και μου ψιθύρισε στο αυτί.
“Νοιώθεις, μήπως, καμιά φορά πως κάποιος είναι κάτω από το κρεβάτι και παραμονεύει;”
Του έγνεψα ναι με το κεφάλι. Πολύ συχνά.
Σηκώθηκε τότε και ξεκούμπωσε την καμπαρντίνα. Από τη θήκη που κρεμόταν στο πλευρό του έβγαλε ένα πιστόλι. Με κοίταξε με νόημα και πλησίασε αργά το κρεβάτι. Με μια ξαφνική κίνηση έπεσε στα γόνατα και τράβηξε με το ένα χέρι την κουβέρτα προτείνοντας με το άλλο το πιστόλι του. Σηκώθηκε ανακουφισμένος φτιάχνοντας τα ρούχα του. Κουμπώθηκε ξανά.
“Συνήθως αυτοί έρχονται τη νύχτα”, μου είπε. “Περιμένουν να ξαπλώσεις πρώτα”.
Σ' αυτό είχε δίκιο.
Ύστερα μου έδειξε την πόρτα του μπάνιου.
“Ελπίζω να μην κλείνεις την κουρτίνα όταν κάνεις μπάνιο. Είναι ο πιο κοινός λαθροσινέτυπος για τύπους σαν κι εσένα”.
Τον διαβεβαίωσα πως έβγαλα και πέταξα την κουρτίνα του μπάνιου εδώ και μέρες. Ντράπηκα που το ομολόγησα, μα ήταν αλήθεια.
Ο τύπος είχε αρχίσει να με υποβάλλει.
Πλησίασε τότε στη ντουλάπα. Κρατούσε ακόμα το πιστόλι στο χέρι.

Ήθελα να του πω να μην το κάνει, την είχα κλειδωμένη τη ντουλάπα από καιρό, από τότε που μου φάνηκε πως είδα ανάμεσα στα κρεμασμένα ρούχα δυο κόκκινα μάτια να με κοιτάζουν, μα είχα παγώσει, δεν του μίλησα, ίσως ελπίζοντας ενδόμυχα να διαψευστώ. Μα αυτό που φοβόμουν συνέβηκε.
Τα φύλλα της ντουλάπας άνοιξαν απότομα τη στιγμή που γύριζε το κλειδί και ένα απαίσιο σκελετωμένο χέρι πετάχτηκε, τον άρπαξε από το γιακά και τον τράβηξε μέσα. Άκουσα μόνο τον υπόκωφο θόρυβο και τα βογγητά του κι ύστερα τον πυροβολισμό και τον είδα ξανά να οπισθοχωρεί με έκπληκτο ύφος. Στο στήθος του ήταν χωμένο ένα μαχαίρι ως τη λαβή κι ένας κόκκινος λεκές απλωνόταν στην καμπαρντίνα του. Το πιστόλι του, που κάπνιζε ακόμα, έπεσε από το χέρι του κι ύστερα σωριάστηκε κι αυτός βαρύς κι άψυχος στο χαλί.
Είχα πετρώσει. Έμεινα καθισμένος εκεί για ώρα. Κοίταζα μια τον αστυνομικό στο πάτωμα και μια την ανοιχτή ντουλάπα. Κανείς δεν βγήκε από εκεί. Κάποτε βρήκα το κουράγιο, σηκώθηκα όσο αθόρυβα μπορούσα, έσπρωξα δυνατά τα φύλλα αποφεύγοντας να κοιτάξω μέσα και την κλείδωσα. Προσέχοντας να μην πατήσω το πτώμα, πήγα στην πόρτα, άνοιξα και βγήκα στο διάδρομο. Όλες οι πόρτες ήτανε κλειστές. Τίποτα δεν ακουγόταν. Μπορούσε να μην άκουσαν τον πυροβολισμό; Αυτοί που έστηναν αυτί στους τοίχους όλη μέρα;

Κλείδωσα και κάθισα στον καναπέ. Δεν ήξερα τι να κάνω. Και τότε ήρθαν όλοι τους. Άκουσα πρώτα το πνιχτό γέλιο του πλάσματος κάτω από το κρεβάτι. Ύστερα άκουσα τον ήχο του μαχαιριού που σερνόταν στον πάγκο της κουζίνας. Τη βρύση να στάζει στο νιπτήρα κι ένα κραγιόν να γράφει στον καθρέφτη ένα απαίσιο μήνυμα. Την πόρτα της ντουλάπας να βροντάει. Το πάτωμα να τρίζει πίσω μου. Δεν γύρισα να δω. Δίπλα μου το τηλέφωνο, που ήταν κομμένο εδώ και ένα μήνα, χτύπησε μα όταν το σήκωσα δεν μίλησε κανείς.
Έχασα κάθε κουράγιο. Έκλεισα τα μάτια, έκρυψα το κεφάλι μου στα χέρια και περίμενα. Ό,τι είναι να γίνει ας γίνει. Μόνο να τελειώσει γρήγορα.

Χτύπησε το κουδούνι ξαφνικά κι όλα σταμάτησαν. Πετάχτηκα και κοίταξα τρέμοντας από το ματάκι. Ήταν η Μπέτσυ. Της άνοιξα ανακουφισμένος και την έσφιξα στην αγκαλιά μου. Δεν ήθελα να δει το πτώμα, όμως δεν μπορούσαμε να μείνουμε εκεί στο διάδρομο. Στις πόρτες τα ματάκια αγρυπνούσαν και πίσω τους άκουγα ψίθυρους. Την τράβηξα μέσα κι έψαχνα τρόπο να της εξηγήσω. Όμως κανείς δεν κείτονταν στο πάτωμα, το χαλί δεν είχε ίχνη από αίμα και η ντουλάπα ήτανε ακόμα κλειστή. Χα! Ήταν παιχνίδι του μυαλού μου όλα αυτά; Ή μήπως ήταν κι ο αστυνόμος λαθροσινέτυπος κι εξαφανίστηκε μαζί με τον συμπαίκτη του πάνω στην ώρα;

Πήγα στο παράθυρο. Κανείς δεν ήταν στο απέναντι πεζοδρόμιο. Ανάσανα ανακουφισμένος. Θα σκεφτόμουν αργότερα τι είχε συμβεί στα αλήθεια. Όλα πήγαιναν καλά τώρα. Και η Μπέτσυ ήταν εδώ, κοντά μου. Κάθισα δίπλα της και της έπιασα το χέρι. Της χάιδεψα τα μαύρα σπαστά μαλλιά της. Τότε πρόσεξα τη χλωμάδα στο πρόσωπό της, το μελαγχολικό, ανήσυχο ύφος της, τον τρόμο που έκρυβε στα μάτια της.
“Είσαι καλά, Μπέτσυ;” τη ρώτησα. “Που ήσουνα τόσο καιρό; Τι σου συνέβη;”

Και να τι μου απάντησε, έτσι ακριβώς:
“I walked with a zombie...”


Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΘΡΥΨΑΛΑ



Έχει σαπίσει το σεντούκι μου. Έχει ξεκαρφωθεί και μπαλαντζάρει όπως το σέρνω. Ακούω καμιά φορά με φρίκη να σπάνε μέσα γυαλικά και πορσελάνες. Κι ας το προσέχω σαν τα μάτια μου καθώς το ανεβοκατεβάζω από το υπόγειο στη σοφίτα. Το ανοίγω κάποτε να ψάξω, να βρω εκείνα τα κομμάτια που θα ανασυνθέσουν ένα γεγονός και βρίσκω μόνο θρύψαλα, που στήνουν ένα κατασκεύασμα λειψό κι ανάπηρο. Το παστώνω τότε με ό,τι βρω πρόχειρο μπροστά μου και φτιάχνω ένα εξάμβλωμα. Πότε έτσι, πότε αλλιώς, ανάλογα με τι υλικά το συμπληρώνω.

Είναι απομεσήμερο. Άνοιξη. Γνωριστήκαμε μόλις χθες βράδυ. Στη ντισκοτέκ χορέψαμε μπλουζ. Το ένα χέρι στη μέση, το άλλο στον ώμο. Όχι πολύ σφιχτά, ίσα να ακουμπάνε τα κεφάλια μας. Τώρα καθισμένοι πλάι πλάι στο πεζούλι, στην αλάνα δίπλα από το φροντιστήριο, χαζεύουμε το εξώφυλλο του Teaser and the Firecat. Σιγοτραγουδάμε το Morning has broken. Δίπλα είναι ακουμπισμένα τα βιβλία μας. Τα πόδια μας αγγίζουν. Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά. Γυρίζω να την κοιτάξω. Γυρίζει κι αυτή. Η καρδιά μου πάει να σπάσει. Φιλιόμαστε. Είμαστε ερωτευμένοι.

Λες κι είναι τρύπιο το μυαλό μου. Μια στέρνα ραγισμένη. Με μια διαρροή κρυφή που όλο και μεγαλώνει. Ένα σιγανό ύπουλο ρέμα κυλάει και θαμπώνει τα νερά. Διαβρώνει τη μεγάλη εικόνα, αφαιρεί κομμάτια και τη λειαίνει. Σηκώνει λάσπη από το βυθό κι ανακατώνει τις ψηφίδες, τις παρασέρνει και τις θάβει κάτω από άλλες και τότε μένουν τα οράματα κούφια κι αδύναμα. Κι απ' τα κομμάτια αυτά άλλα κατακάθονται στον πάτο, με την ελπίδα να ξαναβγούν στην επιφάνεια κάποτε, άλλα παρασέρνονται και χάνονται για πάντα.

Ίσα μπροστά μας φαίνεται η θάλασσα. Το όνομά της το θυμάμαι. Και το πρόσωπό της. Ωχρό, σχεδόν λευκό. Και τα μαλλιά της είναι μαύρα και ίσια. Όμως όταν γυρνά και μου μιλάει δεν ακούω τίποτα. Το στόμα της ανοιγοκλείνει μα ο ήχος της φωνής της έχει σβήσει. Τα μεγάλα μάτια της δεν έχουν χρώμα. Τα μακριά δάχτυλά της που χαϊδεύουν τα δικά μου εξαϋλώνονται. Το σώμα της δεν έχει βάρος ούτε ζέστα. Κι εκείνο το φιλί δεν έχει γεύση πια, έχει ξεθυμάνει.

Τόνοι γεωλογικών σχηματισμών και παγετώνες σέρνονται πάνω μας και μας συντρίβουν, καθώς μας ταξιδεύουν όλο και πιο μακριά από τον αρχικό κοινό πυρήνα. Και μένει από εμάς μόνο ένα κενό απολιθωμένο τσόφλι, ένα όνομα, μια σκιά, ένα παρελθόν σε κώμα, κάτι απροσδιόριστο που έρπει σε ξένα σεντούκια και ίσως κάποτε αναδυθεί και εκπλήξει κάποιον άλλον πολύ μακριά. Για να ανακαλύψουμε έτσι πως σε μια άλλη διάσταση δεν κάναμε ούτε ένα βήμα και ταξιδεύουμε κάνοντας κύκλους γύρω από τον εαυτό μας.

Που να 'ναι τώρα; Δεν έχω ιδέα. Οι δρόμοι των ανθρώπων διασταυρώνονται κι ύστερα ξεμακραίνουν. Πώς να είναι; Θα τη γνωρίσω αν ποτέ τη συναντήσω; Δεν έχει σημασία. Κάποτε υπήρξε εκείνο το κορίτσι, πάντα θα είναι αυτή που κάποτε υπήρξε εκείνο το κορίτσι.
Μακάρι να ήξερε όμως πως στο σαθρό σεντούκι μου υπάρχει αυτή η εικόνα που την περιέχει. Και κάποτε ανασύρθηκε, έστω λειψή, με αγάπη.

Ίσως, τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, εντελώς ξαφνικά, στη μνήμη της γυναίκας που κάποτε ήταν αυτό το κορίτσι, αναδύεται εκείνο το απομεσήμερο. Ίσως προσπαθεί τώρα κι αυτή να ανασυνθέσει την εικόνα μου και, έστω κάπως θολά, το καταφέρνει. Και διαισθάνεται πως κι εγώ εκείνη τη στιγμή κάνω το ίδιο. Κι έτσι βρισκόμαστε ξανά μαζί και συμπληρώνουμε μαζί τις λεπτομέρειες που λείπουν και ξέρουμε τώρα πως όσα χιλιόμετρα κι αν νομίζαμε πως έχουμε διανύσει σε αντίθετη κατεύθυνση, έχουμε μείνει εκεί, ένα κορίτσι κι ένα αγόρι καθισμένοι σε εκείνο το πεζούλι, για πάντα.


Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

ΕΚΔΡΟΜΗ


Άρχισε να τσουλάει αργά το λεωφορείο φίσκα επιβάτες, κοτσονάτες γριές μαυροντυμένες, μεσόκοπους, κοπέλες σαν τα κρύα τα νερά, νέους, συνταξιούχους με μαντήλι στο τσεπάκι, μαθητές, νεαρές μαμάδες με μωρά, τσούλαγε ωραία το λεωφορείο μέσα από τα στενά, στα πεζοδρόμια νεραντζιές, ελιές, μουριές, χάιδευαν τα κλαριά τα τζάμια κι έμπαινε ωραίος και ζεστός ο ήλιος, θαλπωρή και νύστα, και δίπλα αυλές με γλάστρες, κι ο οδηγός, αντάξιος της θέσης του, ανίχνευε πίσω από τα μαύρα του γυαλιά το οδόστρωμα που ήταν στρωμένο υποσχέσεις, προσεκτικά εξέταζε τις πινακίδες σαν να ήταν χάρτες και μας κατεύθυνε έπειτα με σιγουριά εκεί που έπρεπε και φεύγαμε αφήνοντας πίσω με ανακούφιση την πόλη, γέρνανε τα βλέφαρα γλυκά κι όπως πηγαίναμε έσβηνε ο θόρυβός της πίσω μας, πλάταινε ο δρόμος κι απομακρύνονταν δεξιά κι αριστερά τα σπίτια ώσπου χάθηκαν, τίποτα δεν φαινόταν γύρω μας, μόνο χωράφια με σπαρτά και καρακάξες, λίγο ακόμα και θα βλέπαμε τη θάλασσα στο βάθος, εκεί όπου μας περίμενε μια αμμουδιά μικρή, να απλώσουμε τα σώματά μας κάτω από τον ήλιο, και στο ένα μέτρο η θάλασσα να βρέξουμε τα πόδια μας, το βράδυ θα ανάβαμε φωτιά και θα έπιαναν οι γριές ένα ηπειρώτικο, θα βγάζαμε από τις τσάντες τις ρακές, θα στρίβαμε τσιγάρα και το άλλο πρωί θα έρχονταν κι άλλα λεωφορεία, θα έφταναν κορνάροντας μέσα στη σκόνη και θα κατέβαιναν οι δικοί μας άνθρωποι και θα έπεφταν στην αγκαλιά μας γιατί είχαν χρόνια να μας δουν και θα ήταν, λέει, εκεί μια νέα αρχή,
μα λιποψύχησε ο οδηγός ή διάβασε, ο άσχετος, λάθος τους χάρτες κι έστριψε εκεί που δεν έπρεπε και, ώσπου να ανοίξω εγώ τα μάτια μου, μας ξαναγύρισε στην πόλη, στένεψε ο δρόμος ξαφνικά, τα δέντρα γέρναν χτικιασμένα πάνω μας, χτύπαγαν τα κλαριά απειλητικά στα τζάμια, κλειστά παράθυρα, ξέχειλες οι αυλές σκουπίδια και μαραμένα τα φυτά στις γλάστρες, κρύφτηκε ο ήλιος, σφίχτηκαν κι οι καρδιές μας, κανείς γενναίος δε βρέθηκε να του πει μια κουβέντα και σκιαγμένοι όλοι άρχισαν να κατεβαίνουν εδώ κι εκεί στις στάσεις άρον άρον, άλλος να πάει στη λαϊκή να πάρει χόρτα, άλλος στο νεκροταφείο να ανάψει ένα καντήλι, άλλος στον ξάδερφο, στη γκόμενα, στο σχολείο, στο σπίτι, στο τίποτα, άδειασε το λεωφορείο και έμεινα εγώ και δυο τρεις άλλοι, πιο άτυχοι απ' όλους και κατεβήκαμε στο τέρμα και σύραμε βαριά τα βήματά μας ο ένας πίσω από τον άλλο μέχρι την Εφορία, γαμώ το κέρατό μου, γαμώ.