Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

Η ΜΠΑΝΤΑ




Τη δεκαετία του '80, όταν νιώσαμε να ξεμένουμε από δυνάμεις, καθώς ξεθύμαινε κι όλη η τρικυμία που μας παράσερνε ως τότε και η παρέα μας, κάπως καθυστερημένα, έβλεπε στον ορίζοντα να έρχονται επελαύνοντας τα τριάντα, θέλοντας  να φρενάρουμε το χρόνο, να πάρουμε μια μικρή αναβολή και να τον ξεγελάσουμε, ξέροντας πως δεν θα το αποφεύγαμε αλλά αποφασισμένοι τουλάχιστον να μην παραδοθούμε αμαχητί, πήραμε τα όργανα να παίξουμε. Είχαμε ακόμα τις μακριές μας φαβορίτες και τα ξεφτισμένα πέτσινα μπουφάν.

Κάπου ανάμεσα Αχαρνών και  Γ´ Σεπτεμβρίου, με μπουρδέλα δεξιά κι αριστερά, νοικιάσαμε ένα ημιυπόγειο δωμάτιο. Σε έπαιρνε η μπόχα μόλις κατέβαινες τη σκάλα κι έπαιρνες το διάδρομο, λες κι άδειαζαν εκεί οι βόθροι όλου του κόσμου. Ερχόταν με την υγρασία και κόλλαγε πάνω στο δέρμα σου, πότιζαν ρούχα και μαλλιά. Μπαίναμε στο δωματιάκι τρέχοντας και κλείναμε την πόρτα. Ντυμένοι με αυγουλιέρες οι τοίχοι, η πόρτα και το παράθυρο που κάποτε άνοιγε στο πεζοδρόμιο. Κλεισμένοι εκεί αεροστεγώς, τριπαρισμένοι, ντουμάνι τα τσιγάρα μήπως και πνίξουμε τη δυσωδία με τον καπνό, με ένα μπουκάλι φτηνή βότκα, μπύρες ή ένα τριάρι Μεταξά, παίζαμε φορμάροντας το γκρουπ μας.

Όχι, δεν είχαμε φιλοδοξίες συνθετικές ούτε εκτελεστικές. Αρχάριοι κι αυτοδίδακτοι είμασταν. Το πανκ είχε πεθάνει μα η ιδέα του ακατέργαστου ροκ εν ρολ έμενε ολοζώντανη. Ξεθάψαμε το παιδί που ήταν θαμμένο μέσα μας και παίξαμε. Από γκαράζ και ψυχεδέλεια του '60 μέχρι psychobilly. Το Googoomuck όπως το έπαιζαν οι Cramps, τo Green Fuz των Randy Alvey and the Green Fuz, το For Your Love των Yardbirds, το Pills των New York Dolls, το All Day And All Of The Night των Kinks, το I Wanna Be Your Dog των Stooges, το Strychnine των Sonics, το I'm Not Like Everybody Else των Kinks, to 1-2-5 των Haunted και άλλα παρόμοια, μαζί με κάμποσα δικά μας.

Προλάβαμε και δώσαμε δυο συναυλίες. Η πρώτη σε μια κατάληψη της Αρχιτεκτονικής. Μετά από εμάς έπαιξαν με τα όργανά μας τα παιδιά από τη Γενιά του Χάους, αν δεν με γελάει η μνήμη μου. Η δεύτερη στην Ικαρία. Διακοπές είμασταν, έδινε συναυλία ο Λήτης σε ένα μπαρ, του είπαμε και παίξαμε πριν από αυτόν. Αυτή ήταν όλη κι όλη η καριέρα μας που έληξε άδοξα με έριδες και παρεξηγήσεις και γυναικομπλεξίματα κατά πως αρμόζει στα μεγάλα συγκροτήματα. Πριν καν προλάβουμε να δώσουμε όνομα στο γκρουπ.

Υπάρχει αιτία που τα θυμήθηκα όλα αυτά. Πέρναγα από εκεί τις προάλλες. Δεν έχει αλλάξει ο δρόμος, μόνο δυο τρία παλιόσπιτα με κεραμίδια έχουν δώσει τη θέση τους σε πολυκατοικίες και τα μπουρδέλα είναι τώρα περισσότερα, γιατί ανθεί εκεί το δουλεμπόριο. Κι η σύνθεση του κόσμου έχει αλλάξει, καθώς πολλοί είναι οι μετανάστες που διάλεξαν αυτή τη γειτονιά για να στήσουν την καινούργια ζωή τους.
Καθώς πέρναγα έξω από το παράθυρό μας κοντοστάθηκα. Έτρεμαν τα πατζούρια από τα μπάσα. Κάποιοι άλλοι είχαν πάρει τώρα τα όργανα κι έπαιζαν εκεί. Ίσως το υπόγειο εκείνο δεν σώπασε ποτέ, ούτε θα σωπάσει ελπίζω. Φεύγοντας, με βήματα ανάλαφρα, με τη μυρωδιά του υπόγειου να επιστρέφει στη μνήμη μου σαν γλυκιά ευωδία, μου φάνηκε πως άκουγα από όλα τα υπόγεια, από αποθήκες και σοφίτες και γκαράζ κι εφηβικά δωμάτια να αντηχούνε μουσικές και να καλύπτουν όλους τους θόρυβους της άσχημης πόλης.

Ίσως κι εμείς ξαναβρεθούμε κάποτε. Τα όργανά μας θα είναι ξεκούρδιστα, τα χέρια μας θα τρέμουν και οι φωνές μας ίσα που θα βγαίνουν ξέπνοες. Θα έχουμε τους στίχους και τα ακόρντα γραμμένα με μεγάλα γράμματα μπροστά στα πρεσβυωπικά γυαλιά μας. Για γέλια θα είμαστε. Και, τι ειρωνία, θα παίξουμε γι' αρχή κακήν κακώς το αγαπημένο μου κομμάτι, κάπως χαιρέκακη υπενθύμιση όλων όσων αφήσαμε στη μέση. Το Going All The Way .




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου