Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ



Μου είπε πως οι λέξεις μου είναι θάνατοι. Κάπως σαν ρόγχοι, σκέφτομαι με ποιητικό οίστρο, που εκπνέουν τα πράγματα και τα όντα, όπως γλιστρούν από τα χέρια μιας μακριάς νύχτας και σωριάζονται με γδούπο σε ένα ξερό πηγάδι.
Τότε τι είναι αυτές οι λέξεις:
"Με τα 600 ευρώ που έχω πάνω μου να πληρώσεις το ΤΕΒΕ. Το ενοίκιο το πλήρωσα χθες. Κόρη μου, συγνώμη, δεν άντεχα άλλο την ταλαιπωρία για ένα πιάτο φαΐ με αίμα. Να σπουδάσεις την κόρη μας και να μην την αφήσεις ποτέ μόνη. Το σπίτι στο χωριό να μείνει στην κόρη μας".

Θα πιω μαζί σου αν με θες. Ο πιο γλυκός μου ήχος είναι όταν τσουγκρίζουν τα ποτήρια. Μπορώ και να χορέψω ακόμα, αν σου αρέσει. Θυμάμαι πώς γλεντούν οι ζωντανοί, ξέρω πώς είναι η έκσταση, όταν κοιτάς στα μάτια τον συμπότη και τον φιλάς στο στόμα. Μπορώ να περπατήσω ακόμα στο σκοινί τρεκλίζοντας χαρούμενα πάνω από τους γκρεμούς. Να τραγουδήσω όσο παράφωνα μπορώ μαζί σου. Θέλω όσο κανένας τη γιορτή.
Την πικρή επίγευση στο στόμα θα την κρατάω για μένα, να μη χαλάσω κανενός το κέφι.

Μου είπε πως τα πράγματα θα αλλάξουν.
Κοίτα, ήρθε η άνοιξη.
Η άνοιξη είναι όμορφη. Θα περπατήσουμε μαζί σε ανθισμένα λιβάδια. Μπορώ να μαζέψω λουλούδια και να σου φτιάξω το πιο όμορφο στεφάνι. Θα σε φιλήσω και θα στο περάσω στο λαιμό. Ύστερα θα το κρεμάσουμε στην πόρτα.
Ποτέ δεν θα σου δείξω ότι μαράθηκε. Ούτε θα σου πω ποτέ πως μοιάζει τώρα στα μάτια μου με ένα μικρό σωσίβιο που επιπλέει στα κύματα μαζί με καραβόξυλα.

Μπορούμε να κατέβουμε πάλι μαζί στο δρόμο. Θέλω να νιώσουν την οργή μας όταν ξεσπάει θριαμβευτικά. Να ξηλώσουμε μαζί όλα τα πεζοδρόμια του κόσμου. Να σκάψουμε βαθιά το χώμα μέχρι τα χέρια μας να βρουν την Περσεφόνη. Που, βυθισμένη στη χειμέρια νάρκη της, μας ονειρεύεται. Κι ήρθε αντί για αυτήν το φάντασμά της, στο δικό μας ύπνο. Χωλή, φτιασιδωμένη, ανέραστη. Να τη στήσουμε στα πόδια της και να μας δείξει αυτή το βορειοδυτικό πέρασμα της ζωής μας. Να πάρουμε τα ανάκτορα, γελώντας μόνο.
Μα μέχρι τότε, δεν θα στο πω, βαδίζουμε στην άνοιξη ακολουθώντας τα ίχνη του χειμώνα.

Μπορώ να σου διηγηθώ χίλιες και μια ιστορίες να γελάσεις. Να, ήθελα να έγραφα κάποτε για τον Γκρεμό. Εκεί στην πόλη μου, κάτω από τα τείχη, όπου κατέβαινα το μονοπάτι και έπαιζα τον εξερευνητή.
Μα ίσως τότε να ήμουν εγώ που θα έβρισκα εκείνη τη γυναίκα και δίπλα της το γράμμα. Και θα έπρεπε πάλι να σου το διαβάσω.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου