Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

TYXH


Ποτέ δεν έτυχε να βρω στο δρόμο κατιτίς. Να πέσει η φέτα με τη μαρμελάδα μου σωστά. Όταν ξεσπάει η μπόρα να έχω ομπρέλα.
Η Τύχη με είχε πάντα ξεγραμμένο. Ούτε που γύρναγε τα μάτια να με δει. Ρώτησα, μου 'παν πως η Τύχη αγαπάει τους τολμηρούς. Εγώ απ' αυτούς δεν ήμουν. Έτσι επιστράτευσα προξενητές για να τη σαγηνεύσω. Τόσο πολύ την ήθελα.
Ο θείος ο Μιχάλης ήταν κυνηγός.
Θείε, του είπα, θέλω ένα λαγοπόδαρο.
Μου το 'φερε. Το άφησα στον ήλιο ώσπου ξεράθηκε και στέγνωσε. Το έπαιρνα σ' όλα τα σπίτια που άλλαξα και το είχα πάντα σε περίοπτη θέση. Σαν μπιμπελό. Με τα χρόνια μάδησε, φαινόταν το πετσί κι οι τένοντες. Έτσι, το πέταξα. Τύχη δεν είδα.
Η θεία μου η Κατίνα είχε ένα γάιδαρο τρελό κι ατίθασο.
Θεία, της είπα, θέλω ένα πέταλο.
Μου το 'στειλε. Ήταν τόσο σκουριασμένο, που όταν δοκίμασα να το κρεμάσω έσπασε. Πάει κι αυτό.
Ο ξάδελφός μου ο Κωστής ήξερε το Φαραγγούλι σαν τη τσέπη του. Εκεί ψηλά είναι μια σπηλιά.
Ξάδερφε, του είπα, θέλω ένα κοκαλάκι νυχτερίδας.
Με πήρε και σκαρφαλώσαμε μαζί. Με τη σφεντόνα σκότωσα μια νυχτερίδα. Μικρούλα, μια σταλιά μωρό. Τόσο μικρή που χώραγε σε ένα σπιρτόκουτο. Εκεί την άφησα να λιώσει, να μείνει, λέει, το κοκαλάκι της. Όταν το άνοιξα ήταν άδειο. Τζίφος. Ούτε κοκαλάκι ούτε τίποτα.
Ο θείος μου ο Μανώλης, ο ντραγάτης, γύρναγε από το πρωί ως το βράδυ στα χωράφια.
Θείε, του είπα, θέλω ένα φιδοπουκάμισο.
Μου το 'φερε. Τόσο μακρύ, με το συμπάθειο. Το δίπλωσα όμορφα, το έχωσα σε ένα σελοφάν και το έβαλα στο πορτοφόλι μου. Διαλύθηκε με τον καιρό. Πρώτα σκόρπισαν οι φολίδες του, ύστερα τρίφτηκαν κι έγιναν σκόνη.
Η Τύχη, ούτε που διαισθάνθηκε ποτέ την παρουσία μου. Περνούσα δίπλα της σαν φάντασμα.

Αυτά όταν ήμουν νέος κι άμυαλος. Τώρα που ξέρω δε με νοιάζει. Το έχω πάρει απόφαση, δεν έχω ελπίδα με την Τύχη. Είναι δοσμένη αλλού η καρδιά της, τέλειωσε, είναι στημένο το παιχνίδι. Στέκομαι απαθής στο ξάγναντο, χαζεύοντας τους κεραυνούς τι ωραία που πέφτουν γύρω μου.
Κι αν χάνω στα χαρτιά κερδίζω στην αγάπη, παρηγοριέμαι.


Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ



"Δούλεψα στα Ταχυδρομεία δεκάξι χρόνια. Και θα 'μενα άλλα τόσα, δεν μ' ένοιαζε, ήταν ωραία η δουλειά μου. Πολλά πάρε δώσε με τους ντόπιους δεν είχα, αλλά ο κόσμος μ' αγαπούσε. Ξέρεις τώρα, οι συντάξεις στα γερόντια, τα γράμματα από τον ξενιτεμένο γιο, και τα λοιπά. Ακόμα και τα σκυλιά στις αυλές δε με γάβγιζαν. Μόλις με βλέπανε, κουνούσαν την ουρά και μου 'γλειφαν τα χέρια.
Κείνη την εποχή ήμουν στη Χώρα ήδη τρία χρόνια, με δυσμενή μετάθεση λόγω πολιτικών φρονημάτων. Από Αριστερή οικογένεια, βλέπεις. Οι φασίστες! Τέλος πάντων, εμένα δεν μ’ ένοιαζε, καλά περνούσα, είχα και τα τυχερά μου. Δηλαδή, δεν έλεγα όχι στο μπαξίσι, η αλήθεια να λέγεται.
Όταν έγιναν όσα έγιναν, όμως, υπέβαλα την παραίτησή μου. Δεν άντεχα άλλο”.

O γέρος που καθόταν απέναντί μου σταμάτησε και κοίταξε σκεφτικός έξω από το παράθυρο.
"Οι λεμονιές θέλουνε κλάδεμα", μου είπε.

Συμφώνησα ανυπόμονα και τον διαβεβαίωσα πως το είχα κατά νου.

"Έκανα τη δουλειά μου, λοιπόν, ήσυχα κι ωραία, δεν είχα κανένα παράπονο, ούτε και κανένας παραπονέθηκε ποτέ για μένα. Όλα άρχισαν εκείνο τον Απρίλη, όταν έγινε η έκλειψη. Κανείς δεν την είχε προβλέψει, κανείς δεν την περίμενε. Το φεγγάρι έκανε τα δικά του. Άλλαξε, λέει, ξαφνικά τροχιά και μπήκε μπρος στον ήλιο. Οι επιστήμονες τρελάθηκαν. Και ήταν ορατή μόνο στη Χώρα. Το φαντάζεσαι; Μόνο στη Χώρα, λέει”.

Άναψε τσιγάρο, και με κοίταξε συνωμοτικά.

Δεν μου το βγάζει κανείς απ’ το μυαλό πως κάτι μας κρύβουν. Αν θυμάσαι, αλλά που να θυμάσαι εσύ, εσύ ήσουνα μικρός ακόμα, μετά από λίγο όλοι σώπασαν, σταμάτησαν να δημοσιεύουν άρθρα, κανείς δεν ξαναμίλησε για αυτό. Σε όποιες εγκυκλοπαίδειες και να ψάξεις τώρα, σ’ όλα τα αρχεία, στο γαμημένο το ίντερνετ, παντού, δεν θα βρεις τίποτα.Τα έσβησαν όλα. Δεν είναι περίεργο; Ε;”.

Δεν θέλησα να τον διακόψω.
Λοιπόν, λίγες μέρες μετά την έκλειψη, αρχές του Μάη του '57, μοίραζα γράμματα πρωί - πρωί στο Λάκκο, στη γειτονιά κοντά στα Τείχη. Εκεί έμενε ο κυρ Μήτσος, συνταξιούχος του Δημοσίου, άνθρωπος γλυκύτατος και ευγενέστατος. Είχαμε πιει μαζί ρακή κάνα δυο φορές στο διπλανό καφενείο, αρκετές για να τον εκτιμήσω. Ο άνθρωπος αυτός, μετά από μια σειρά ατυχίες που τον χτύπησαν, ζούσε πια μόνος κι έρημος. Δεν είχε φίλους, δεν είχε συγγενείς. Η μόνη συντροφιά του ήταν ο μικρός κήπος που φρόντιζε στην πίσω αυλή και δυο τρεις γάτες, που κι αυτές τον θυμούνταν μονάχα όταν τις έκοβε η πείνα. Ποτέ δεν είχα φέρει γράμμα στον κυρ Μήτσο. Μόνο λογαριασμούς.
Εκείνη λοιπόν τη μέρα, έφερα και σε εκείνον ένα γράμμα. Ένας φάκελος κανονικός, με τα γραμματόσημα και τα λοιπά, αλλά χωρίς αποστολέα. Μόνο το όνομα και η διεύθυνση του παραλήπτη, του κυρ Μήτσου δηλαδή, με ωραία καλλιγραφικά γράμματα.
Του το έδωσα στο χέρι και στάθηκα λίγο από περιέργεια. Αυτός το κοίταξε καλά καλά, κι από τις δυο μεριές, κι ύστερα το έχωσε βιαστικά στην τσέπη. Είχε χλομιάσει ξαφνικά, κατακίτρινος είχε γίνει. Με ευχαρίστησε, μπήκε στο σπίτι κι έκλεισε την πόρτα πίσω του. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδα. Ζωντανό εννοώ.
Γιατί περνώντας από κει την άλλη μέρα, είδα μισάνοιχτη την πόρτα και μπήκα. Με έτρωγε η περιέργεια, βλέπεις. Τον είδα, λοιπόν, κρεμασμένο με ένα σκοινί από το ταβάνι. Κατατρόμαξα. Ήτανε μπλαβιασμένος και του κρέμονταν η γλώσσα. Στην ξυλόσομπα, που σιγόκαιγε ακόμα, φαινόταν ο φάκελος που του είχα φέρει την προηγούμενη και μια μισοκαμμένη κόλα αλληλογραφίας. Τη μάζεψα προσεκτικά. Φαινόταν η ημερομηνία πάνω πάνω, απ' τα άλλα όμως δεν μπόρεσα να βγάλω άκρη, ήταν μισοκαμμένο, όπως σου είπα. Είναι πάντως φανερό πως ήταν το γράμμα που του έφερα. Αυτό το καταραμένο τον έστειλε στο θάνατο”.

“Περίεργη ιστορία”, του είπα, όταν τον είδα να σωπαίνει και τα μάτια του, βουρκωμένα τώρα, να έχουν στραφεί στο παράθυρο. “Αλλά πώς μπορείς να 'σαι σίγουρος πως αυτό το γράμμα φταίει για την αυτοκτονία του; Τι μπορεί να 'γραφε αυτό το γράμμα;”

Σαν να μη με άκουσε, κοιτούσε τους δυο κοκκινολαίμηδες που χοροπηδούσαν από κλαδί σε κλαδί φλυαρώντας. Έμεινε έτσι για αρκετή ώρα. Ύστερα, σαν να συνήλθε ξαφνικά, γύρισε προς τα μένα, και με φωνή σπασμένη τώρα, συνέχισε.

Πάνω στο γραφειάκι του ήταν ένα πάκο τετράδια. Τα ξεφύλλισα από περιέργεια. Ο κυρ Μήτσος είχε φαίνεται τη συνήθεια να κρατάει ημερολόγιο. Πού πήγε βόλτα, ποιον είδε, ποιος πέθανε, τέτοια. Οι τελευταίες σελίδες, από τη μέρα της έκλειψης και μετά, ήταν λευκές. Μόνο οι ημερομηνίες δηλαδή, η μια μετά την άλλη”.

Έκανε μια μικρή διακοπή.
Ο γραφικός χαρακτήρας στα τετράδια ήταν ίδιος με τον γραφικό χαρακτήρα της επιστολής. Καταλαβαίνεις; Αυτός ο ίδιος είχε γράψει αυτό το γράμμα! Στον ύπνο του, στον ξύπνιο του, δεν ξέρω να σου πω. Κι ύστερα το ‘στειλε στον εαυτό του".

Και πριν προλάβω να αντιδράσω, συνέχισε.

Εκείνες τις μέρες, πρέπει να σου πω, το Ταχυδρομείο τρελάθηκε. Πανζουρλισμός. Ένα σωρό άνθρωποι στέλνανε γράμματα στον εαυτό τους. Το έψαξα, το διασταύρωσα τότε με τους συναδέλφους μου, αν και τώρα αυτοί κάνουν την πάπια και δεν θυμούνται, λέει, τίποτα και με κοιτούν με απορία όταν τους το αναφέρω. Άλλοι πάλι στείλανε γράμματα σε ανύπαρκτους ανθρώπους με περίεργα ονόματα, σε διευθύνσεις που δεν υπήρχαν, ακόμα και σε πεθαμένους. Άλλοι στο κορίτσι που αγάπησαν στην πρώτη τάξη του Δημοτικού, σε φίλους που χάθηκαν, σε φίλους που προδόθηκαν, σε εκείνους που δεν τους είπαν τα λόγια που έπρεπε να πουν τη στιγμή που έπρεπε, σε εκείνους που πλήγωσαν χρόνια πριν, στο γιο που τους παράτησε μονάχους, στο Θεό, στον κανένα, σε όλους, στους άλλους. Γύρισαν οι ψυχές μέσα έξω.
Πολλοί αυτοκτόνησαν, πολλοί τρελάθηκαν, εκείνες τις μέρες. Πολλοί βουβάθηκαν για πάντα, πολλοί άρχισαν να κλαίνε τότε και δεν σταμάτησαν μέχρι σήμερα.
Τότε, λοιπόν, υπέβαλα την παραίτησή μου. Είχα σκοπό να φύγω από τη Χώρα, να ρίξω μαύρη πέτρα πίσω μου. Όμως το ανέβαλα συνέχεια, ώσπου το πήρα απόφαση πως κόλλησα για πάντα εδώ.”

Αναστέναξε.

Ο καημένος ο κυρ Μήτσος. Αν δεν του είχα δώσει το γράμμα εκείνο, αν είχε χαθεί, όπως τόσα και τόσα, θα ζούσε ακόμα κάποια χρόνια.”

“Μη το λες αυτό", του είπα. "Αν ήθελε να αυτοκτονήσει θα το έκανε έτσι κι αλλιώς. Αν είχε γράψει ο ίδιος αυτό το γράμμα, σίγουρα δεν θα χρειαζόταν να το διαβάσει για να δει τι γράφει”.

Με κοίταξε κουνώντας το κεφάλι και αντί για απάντηση έψαξε λίγο στην τσέπη του, έβγαλε ένα φάκελο και μου τον έδωσε.

“Αυτό είναι το δικό μου γράμμα.”

Ήταν ένας σφραγισμένος φάκελος ταχυδρομείου. Η ημερομηνία στη σφραγίδα ήταν του Μάη του '57. Αποστολέας δεν υπήρχε. Στη θέση του παραλήπτη υπήρχε το όνομα του συνομιλητή μου.

“Αυτά τα γράμματα είναι τα γράμματά μου. Κι όμως δεν θυμάμαι να έγραψα αυτή την επιστολή ποτέ μου. Κι όχι μόνο αυτό. Πρέπει να την κουβάλησα στο σάκο μου, να την άφησα κάτω από την πόρτα μου εγώ ο ίδιος. Κι όμως, αυτό που θυμάμαι μόνο είναι να την σηκώνω από το πάτωμα, την επομένη του θανάτου του κυρ Μήτσου.
Αν είχα ανοίξει αυτό το γράμμα, τώρα δεν θα ήμουνα εδώ να σου μιλάω, να 'σαι σίγουρος. Δεν το άνοιξα κι ούτε θα το ανοίξω παρά μόνο όταν νιώσω πως ήλθε η ώρα μου.”

Με έτρωγε η επιθυμία να διαβάσω το γράμμα. Το ένοιωθα ανάμεσα στα δάκτυλά μου να με καίει σχεδόν. Αν μου το άφηνε λίγο ακόμα, θα είχα σκίσει τον φάκελο, όμως, λες και με κατάλαβε, μου το άρπαξε απότομα από τα χέρια.

Είναι το δικό μου γράμμα”, επανέλαβε με σημασία.

Το έβαλε πάλι στην τσέπη του.

Ένα σου εύχομαι. Να μη μείνεις ποτέ μόνος στη ζωή σου. Και να ‘χεις πάντα κάποιον που να μπορείς να του στείλεις ένα γράμμα. Ή ένα, πώς το λέτε, ιμέιλ; Ή να σου στείλει αυτός.”

Σηκώθηκε και με χαιρέτησε. Τον κοίταζα να απομακρύνεται στο δρόμο, σιγά-σιγά, κουτσαίνοντας. Όταν πια χάθηκε στο βάθος, μπήκα στο σπίτι, άνοιξα το συρτάρι κι έβγαλα το γράμμα, το δικό μου γράμμα.

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

ΤΟ ΑΝΕΚΦΡΑΣΤΟ


Πρωί, φθινόπωρο, άρρωστος ήλιος.
Το φυλλορρόημα των σκέψεων διαρκεί όσο και η εναλλαγή του πρωινού νομίσματος στο χάσμα της μισάνοιχτης πόρτας. Μετά, γυμνοί κι εξουδετερωμένοι οι νευρώνες αφουγκράζονται τη σιωπή που κλιμακώνεται στο άδειο δωμάτιο και τα δάκτυλα απωθούν το πληκτρολόγιο.
Να αποθηκευτούν οι αλλαγές; Όχι. Όλα να μείνουν όπως ήταν. Τίποτα να μη γεννηθεί απ' αυτή τη στιγμιαία και άκαρπη διασάλευση της τάξης. Τίποτα αν είναι ανάξιο των προσδοκιών του Ανέκφραστου που πηγαινοέρχεται αγριεμένο στο κλουβί του.
Η μέρα θα κυλήσει. Θα δω τους δείχτες να γυρνάνε, τις σκιές να έρπουν. Αντικείμενα θα αλλάξουν θέση, μπορεί να βρέξει, κάποιοι θα έρθουν, θα πουν μια λέξη και θα φύγουν. Το μεσημεριανό, ο καφές, βράδιασε κιόλας, ύπνος.
Το Ανέκφραστο στιγμή δεν ησυχάζει. Μέρα και νύχτα. Του ανοίγω το κλουβί καμιά φορά. Σκάβει το χώμα σαν σκυλί που ψάχνει κόκαλα. Μα η πραγματικότητα το υπερβαίνει, όλος ο κόσμος είναι συλημένος. Τίποτα δε θα βρει εκεί, μόνο σπασμένα κιούπια με λειψές επιγραφές. Χαμένες λέξεις που ψάχνουν κι αυτές το δρόμο τους. Ανάμεσα σε άλλες που δεν λένε τίποτα. Που ψάχνουν άλλες λέξεις να ταιριάξουν. Που επαναλαμβάνουν το ίδιο αδιέξοδο μοτίβο με παραλλαγές. Χαμένος πάει ο κόπος του. Έρχεται με κατεβασμένο το κεφάλι, ακουμπάει το πόδι του στο δικό μου και με κοιτάει στα μάτια. Δεν έχω να σου δώσω τίποτα σήμερα, του λέω. Πειθήνια επιστρέφει στο κλουβί του και κοιμάται νηστικό.
Δεν το μπορώ όταν με κοιτάει. Μπήκα στον πειρασμό να το εγκαταλείψω. Το είχα πάρει απόφαση. Να το αφήσω να πεθάνει από την πείνα κι έτσι να ησυχάσω. Μα η πείνα του το θρέφει. Γιγαντώθηκε. Σε λίγο δεν θα χωράει στο κλουβί του.
Έξω η πόλη βουλιάζει. Ένα μαύρο ποτάμι κυλάει στους δρόμους αφρισμένο. Τα νερά του μπαινοβγαίνουν από τα ανοιχτά παράθυρα παρασέρνοντας φέρετρα και τουμπαρισμένες βάρκες. Το Ανέκφραστο ορμάει και χτυπάει τους τοίχους αφήνοντας άναρθρες κραυγές.
Ίσως το ξεγελάσω, αν το ταΐσω με όσα σκουπίδια έχω μαζεμένα τόσα χρόνια από βιβλία και φυλλάδες. Ίσως να δηλητηριαστεί και να ψοφήσει. Θα θάψω τότε το κουφάρι του βαθιά και πάνω από τον τάφο του θα απαγγείλω συγκινητικό επικήδειο.
Ενθάδε κείται...Τι;
Δεν ξέρω. Δεν θυμάμαι. Δεν θέλω. Δεν ελπίζω. Δεν μπορώ. Κουράστηκα.
Με το μικρό καλάθι μου, τις τρύπιες τσέπες και το καπέλο μου από βροχή.

Να αποθηκευτούν οι αλλαγές; Ας αποθηκευτούν. Έστω να πάρω μια αναβολή. Πριν το θηρίο με κάνει μια μπουκιά.