Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ


Είναι το ακρωτήρι μας που πάει και πάει μέσα στη θάλασσα. Το περπατάμε μέρα νύχτα χαρτογραφώντας μονοπάτια. 'Όταν κοντεύουμε να φτάσουμε στην άκρη πια, τα κύματα ορμούν και παρασέρνουν όλα τα σημάδια. Πρέπει να βρούμε άλλα τότε. Λέξεις, σιωπές, χειρονομίες, εκφράσεις.

Μια μέρα, ξαφνικά, βλέπουμε τα παιδιά μας στο κατώφλι. Μας σφίγγουν το χέρι και σφίγγεται η καρδιά μας. Άλλο ένα βήμα και θα φύγουν. Φοβόμαστε, φοβούνται.
Παρακαλώ, όχι δάκρυα, αυτός είναι ο κύκλος. Για όλους υπήρξε κάποτε ένα κατώφλι.

Να, αυτό το αγόρι μέρα τη μέρα μεγαλώνει. Το σπίτι πια δεν τον χωράει. Το σώμα του είναι εδώ, μα η καρδιά του αλωνίζει.
Κι αυτό το κορίτσι κρατάει πάντα κλειστή την πόρτα του. Πίσω απ' αυτήν εκτείνεται ένας σκοτεινός, ανεξιχνίαστος κόσμος που τον διασχίζει μόνο του. Ατρόμητη, σαν τους μεγάλους εξερευνητές.

Τα παιδιά μας είναι ο δρόμος που δεν θα πάρουμε, εμείς είμαστε ο δρόμος που αφήνουν πίσω τους. Τα παιδιά μας είναι άγγελοι, θα δοκιμάσουν τα φτερά τους. Ίσως και να τα κάψουν. Έτσι κι αλλιώς δεν θα κρατούσαν αιώνια.
Τα παιδιά μας μας κρυφοκοιτάζουν. Είναι οι ικανοί ιχνηλάτες που, όταν έρθει η ώρα, πρέπει να ξεγελάσουμε για να μην κάνουν τα ίδια λάθη. Να τα εγκαταλείψουμε στο δάσος, να αλλοιώσουμε τα ίχνη, να κρυφτούμε. Να πάρουν άλλο δρόμο αυτά, να περιπλανηθούνε, να χαθούν.
Μα θα φροντίσουμε κρυφά να έχουν το σακίδιο γεμάτο. Κι αν κάποτε τρομάξουν, εμείς θα είμαστε εκεί. Να ανάβουμε τις νύχτες το φεγγάρι, να ρίχνουμε στην έρημο ψιλή βροχούλα.

Μέσα στο φόβο μας, μετράμε λάθος τη σιωπή τους. Τα παιδιά μας μας γνωρίζουν σαν την τσέπη τους. Αυτά μας μεγάλωσαν. Θα μας το πουν μια μέρα, όταν γυρίσουν. Θα μας αγκαλιάσουν. Όλα καλά θα πάνε, θα μας πουν. Θα μας καθησυχάσουν.

Ποτέ δεν πρόκειται να χωριστούμε. Τα παιδιά μας είμαστε εμείς. Ξυπνάμε νύχτα, κοιτάμε στον καθρέφτη και βλέπουμε την πλάτη τους. Ένα βήμα πιο μπροστά. Ένα όνειρο πιο πέρα.

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

ΤΑ ΒΟΤΣΑΛΑ



Τα έκλεινε σε ένα βαζάκι με νερό για να γυαλίζουν και στο καπάκι κόλλαγε  με σελοτέιπ το εισιτήριο του καραβιού. Κι ανάμεσα πευκοβελόνες, κλαράκια από αρμυρίκια, πέταλα από κρινάκια και γεράνια. Σαράντα χρόνια ταξίδια, σαράντα χρόνια βότσαλα κλεισμένα σε βαζάκια. Όλο το Αιγαίο στο ράφι του. Δεν θα μπορούσες να τον πεις συλλέκτη. Ήθελε μόνο να θυμάται.

Όταν πια δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια του, όχι γιατί αρρώστησε αλλά γιατί το βάρος της ζωής του έγινε πιο μεγάλο απ' όλα τα βότσαλα του κόσμου, άρχισε να περνάει τα καλοκαίρια στο μπαλκόνι του. Έπαιρνε κάθε βράδυ ένα βαζάκι, το άφηνε στο τραπέζι και το κοίταζε να λάμπει στο φεγγάρι. Κάθε βράδυ κι ένα ταξίδι. Δεν χρειαζόταν να κοιτάξει το εισιτήριο για να μάθει που θα τον πάει το καράβι, ήξερε κάθε βότσαλο με το όνομά του.

Είχε σκοπό να παραγγείλει στη διαθήκη του, όταν φύγει για το τελευταίο ταξίδι να στρώσουν τα βότσαλα πάνω στην ταφόπλακά του. Και να τα βρέχουν κάθε τόσο για να λάμπουν, έτσι που όποιος τα έβλεπε να φανταζόταν για λίγο πως πέρασε η θάλασσα από κει με τους αφρούς της και τα φύκια της.

Μια νύχτα με πανσέληνο, Αύγουστο μήνα, δεν μπόρεσε να ταξιδέψει. Το καράβι δεν σήκωνε την άγκυρα, έμενε εκεί στα βρώμικα νερά του λιμανιού κι οι ναύτες κοιτούσαν σιωπηλοί κι ακίνητοι. Ένας ελαφρύς κυματισμός τάραξε το στάσιμο νερό στο βάζο. Φύσηξε ένα αεράκι και του ήρθε μυρωδιά από σάπια φύκια. Τα βότσαλα, πιο λαμπερά από ποτέ, μα κάπως θλιμμένα. Κάθε ένα τους σαν βράχος, περίμενε ένα Σίσυφο να το σηκώσει. Στο πάτο θαμμένη η ζωή του.

Την άλλη μέρα μάζεψε τις οικονομίες του κι οργάνωσε το ταξίδι. Φόρτωσε στον γέρικο σκαραβαίο όλα τα βαζάκια του. Γύρισε σε ένα μήνα όλα τα νησιά της νιότης του, όλες τις παραλίες. Πήγαινε νύχτα κι άδειαζε τα βότσαλα εκεί ακριβώς που τα είχε μαζέψει. Σκόρπαγε βότσαλα και μάζευε αναμνήσεις, ένας αλλόκοτος γερο-Κοντορεβυθούλης.

Στην πρώτη ακρογιαλιά που είχαν πατήσει κάποτε μαζί με εκείνη, ξάπλωσε στην άμμο ανάσκελα και κοίταζε τα αστέρια. Ακούμπησε το τελευταίο βαζάκι στο στήθος του, ξεβίδωσε το καπάκι και το άδειασε. Καθώς γινόταν ένα με τον ουρανό, τη θάλασσα και την άμμο, ήταν σίγουρος πως άκουσε τα βήματά της καθώς ερχόταν μαζεύοντας βότσαλα.


Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2013

ΔΥΟ ΚΟΥΦΑΡΙΑ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ (Μια ιστορία αγάπης)




Όχι, σου λέω, κανείς δεν ήρθε. Κανείς δεν με θυμήθηκε. Έχουν ξαμοληθεί στις παραλίες όλοι τους. Μάταια περίμενα απ' το πρωί ως το βράδυ. Τίποτα, ούτε τηλέφωνο.
Κάθε Αύγουστο τα ίδια. "Λιγοκρασί, λιγοθαλασσά, καιταγοριμού". Σίχαμα. Πόσο ήλιο θέλουν να μαζέψουν πια; Τί θα τον κάνουν; Νομίζουν πως θα γλυτώσουν έτσι εύκολα από το χειμώνα; Είναι βαθιά νυχτωμένοι, πες τους. Το λέει κι εκείνο το τραγούδι. Με τις πρώτες σταγόνες της βροχής θα σκοτωθεί το καλοκαίρι. Μπαμ και κάτω.
Μα για τους άλλους δεν με νοιάζει. Ήξερα τι κουμάσια είναι. Με πείραξε που έφυγες κι εσύ. Μ' άφησες έτσι κι έφυγες κι ούτε που νοιάστηκες καθόλου τι θ' απογίνω μόνος μου.
Φταίω κι εγώ που νόμιζα πως μ' αγαπούσες. Έτσι με είχες αφήσει να πιστεύω. Τώρα αμφιβάλλω. Υποψιάζομαι πως η αγάπη σου ήταν ψέμα. Εγώ σου άνοιγα την καρδιά μου, εσύ δεν το έκανες ποτέ, ποτέ δεν έμαθα κάτι για σένα, μόνο ρωτούσες και ρωτούσες και ρωτούσες, κι εγώ απαντούσα πρόθυμα σε καθετί, σου εκμυστηρευόμουνα τα μυστικά μου, σου εξομολογιόμουν κάθε σκέψη μου, κι εσύ έκανες πως ενδιαφέρεσαι, μα υποκρινόσουν. Μην το αρνείσαι, υποκρινόσουν. Κι ίσως γελούσες πίσω από την πλάτη μου.
Τί; Πώς βρήκα το τηλέφωνό σου; Πήρα το νούμερο από το γραφείο εκείνης της ξανθιάς. Ξεχνάω το όνομά της. Αυτή η κακιασμένη, που κουβαλάει ένα καρότσι χάπια και τα μοιράζει με τις χούφτες.
Όχι, κανείς δεν ήρθε να με δει, σου λέω. Μόνο εκείνοι οι Σκοτεινοί. Αυτοί δεν ξέρουν από διακοπές και τέτοια. Έρχονται κάθε νύχτα ανελλιπώς, στέκονται δίπλα στο κρεβάτι, και ψιθυρίζουν μέχρι το ξημέρωμα. Και με τρομάζουν.
Τα ξέρεις αυτά βέβαια, σου τα έχω πει τόσες φορές. Μα μήπως στα 'λεγα άδικα; Αναρωτιέμαι τώρα. Μήπως δεν πίστεψες ποτέ ούτε μια λέξη απ' όσα σου είπα;
Α, εκείνη η ξανθιά που σου έλεγα πριν, εξαφανίστηκε, την ψάχνουν. Μαζί της χάθηκε κι ο άλλος, αυτός με το μουστάκι που παριστάνει τον σκληρό. Με τα κλειδιά. Αυτός μου είπε πού παραθερίζεις. Είχε αντιρρήσεις στην αρχή, δεν επιτρέπεται μου είπε, αλλά τον έπεισα.
Προχθές, λοιπόν, το πήρα απόφαση να φύγω. Αυτοί οι γυμνοί, βρώμικοι τοίχοι, τα κάγκελα, τα ουρλιαχτά τη νύχτα, δεν αντέχονται. Να φύγω, όχι για να δω κι εγώ τη θάλασσα. Εσένα ήθελα να δω. Να κάτσουμε ο ένας απέναντι στον άλλο όπως πριν, να κοιταζόμαστε στα μάτια. Να με ρωτάς τα πιο περίεργα πράγματα, κι εγώ να σου απαντάω πρόθυμα.
Θα πω μονάχα αυτά που θες ν' ακούσεις. Αρκεί να μ' αγαπήσεις μια σταλιά.
Θα έρθω μετά να κάτσω δίπλα σου, κανένας άλλος δεν θα είναι εκεί, κανένας δεν θα με εμποδίσει, και θα σ' αγγίξω. Ποτέ δεν σε έχω αγγίξει.
Δεν σου είπα το άλλο. Χθες βράδυ καθώς έφευγα, ήρθαν οι Σκοτεινοί και μου κουβάλησαν δυο μαύρους σάκους. Τεράστιους. Τους έχωσαν στο πορτ μπαγκάζ και μου παράγγειλαν να σου τους φέρω. Δεν ξέρω τι έχουν μέσα, δεν τους άνοιξα. Είναι για σένα, μου είπαν.
Τί; Πού είμαι τώρα; Εδώ είμαι, έξω από την πόρτα σου, και περιμένω με τους σάκους. Θα μου ανοίξεις;
Γιατρέ, γιατί φωνάζεις; Μη μου το κλείνεις, σε παρακαλώ! Γιατρέ! Γιατρέ!

Αχ πονάει τόσο το κεφάλι μου δεν ξέρω τι συμβαίνει πάλι μη φωνάζεις άνοιξε αυτή τη γαμημένη πόρτα νομίζω πως αρχίζω να θυμώνω αγάπη μου.


Σάββατο, 3 Αυγούστου 2013

Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ


O κύριος Κώστας ήταν ο δάσκαλος μου στις τρεις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού. Τον ξαναβρήκα όταν, μεσήλικας πια, εξουθενωμένος από την αφόρητη νοσταλγία που δεν μ' άφησε να στεριώσω πουθενά, επέστρεψα στην πόλη που γεννήθηκα και μεγάλωσα. Ήταν ο αγαπημένος μου δάσκαλος, κι εγώ ο αγαπημένος μαθητής του. Δεν θα ήταν ίσως υπερβολικό να πω ότι η σχέση μας έμοιαζε περισσότερο με τη σχέση ενός πατέρα με το γιο του, παρά με αυτήν ενός δασκάλου με ένα μαθητή, καθώς μάλιστα αυτός, είτε από επιλογή είτε γιατί έτσι έτυχε, ζούσε μια μοναχική ζωή κι εγώ είχα χάσει τον πατέρα μου νωρίς. Ήταν λοιπόν μεγάλη η χαρά μας που ξαναβρεθήκαμε.

Το πατρικό μου ήταν κοντά στο σπίτι του κι έτσι ήταν εύκολο να τον επισκέπτομαι συχνά. Τον έβρισκα πάντα να κάθεται στο σαλόνι, που ήταν και η βιβλιοθήκη του, να διαβάζει ή να γράφει σ' ένα μεγάλο δερματόδετο τετράδιο που χρησιμοποιούσε σαν ημερολόγιο. Η μεγάλη ηλικία δεν του επέτρεπε πια περιπάτους, οι λιγοστές του σχέσεις είχαν ακόμα περισσότερο αραιώσει κι έτσι εγώ ήμουν ουσιαστικά η μόνη επαφή του με τον έξω κόσμο, αν εξαιρέσουμε την κυρία Μάρω που τον φρόντιζε.
Σ' αυτό το δωμάτιο, περιτριγυρισμένοι από χιλιάδες τόμους που μύριζαν υγρασία και καπνό, περνούσαμε ατέλειωτες ώρες συζητώντας. Του άρεσε να μου διηγείται περιστατικά από τη ζωή του, συχνά με λεπτομέρειες που με ξάφνιαζαν. Γεγονός που συνδέεται με το αγαπημένο του θέμα συζήτησης που ήταν η μνήμη και οι πολύπλοκοι μηχανισμοί της.
Πάντοτε πάνω στο γραφείο του έβλεπα αραδιασμένα βιβλία με σχετικά θέματα, από απλοϊκούς οδηγούς για την εξάσκηση της μνήμης ως εξειδικευμένα συγγράμματα, από άγνωστους σε μένα επιστήμονες, για την λειτουργία του εγκέφαλου. Κι ανάμεσά τους άλλα με τεχνικές αυτοσυγκέντρωσης και διαλογισμού.

Την πρώτη φορά που ένοιωσα ότι κάτι περίεργο συνέβαινε, ήταν όταν μια μέρα τον βρήκα στην πολυθρόνα του να κοιμάται. Τουλάχιστον έτσι νόμισα. Κάθισα απέναντί του, δίπλα στο τζάκι και περίμενα να ξυπνήσει, σκαλίζοντας με τη μασιά τα κούτσουρα. Μετά από αρκετή ώρα αναμονής αποφάσισα να τον ξυπνήσω και πλησίασα κοντά του. Το πρόσωπο του ήταν γαλήνιο κι η αναπνοή του ήρεμη. Άπλωσα το χέρι μου προς τον ώμο του μα πριν προλάβω να τον αγγίξω τα μάτια του άνοιξαν. Τραβήχτηκα πίσω αμήχανα. Με κοίταξε αδιάφορα, σαν να μη με έβλεπε, έτριψε το μέτωπό του και ψιθύρισε "Μέχρις εδώ θυμάμαι". Υπήρχε κάποια απογοήτευση στη φωνή του. 

Τις επόμενες μέρες όλο και πιο συχνά η κυρία Μάρω μου έλεγε με απολογητικό ύφος ότι ο δάσκαλος δεν μπορούσε να με δεχθεί γιατί ξεκουραζόταν. Τις λιγοστές φορές που τον είδα μου φάνηκε σαν να μην έδινε σημασία σε όσα του έλεγα, σαν κάτι τρομερό να τον απασχολούσε και σαν να ανυπομονούσε να απαλλαγεί από την παρουσία μου. Έτσι με μεγάλη λύπη και απογοήτευση αραίωσα τις επισκέψεις μου, ώσπου έπαψα πια να τον βλέπω εντελώς.

Όταν μου τηλεφώνησε η κυρία Μάρω κλαίγοντας για να μου πει ότι τον βρήκε πεθαμένο, έτρεξα αμέσως. Ο δάσκαλος ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και με ένα αδιόρατο χαμόγελο στο πρόσωπο. Δεν ήταν νεκρός γιατί το στήθος του ανεβοκατέβαινε ελαφρά.

Οι γιατροί στο νοσοκομείο είπαν πως ο δάσκαλος είχε πέσει σε κώμα. Δεν είχε πια συγγενείς κι αν δεν υπήρχα εγώ ήταν αποφασισμένοι να διακόψουν τη μηχανική υποστήριξη και να τον αφήσουν να πεθάνει. Ανέλαβα όμως εγώ  τα έξοδα για τη συντήρησή του στη ζωή, για όσο χρειαζόταν, για πάντα.

Την επόμενη μου τηλεφώνησε ο δικηγόρος του και μου ζήτησε να περάσω από το γραφείο του. Έμεινα έκπληκτος όταν μου ανακοίνωσε πως, εκτός από ένα ποσό για την κυρία Μάρω, ο δάσκαλος μου άφησε σαν δωρεά όλη την σεβαστή  περιουσία του. Μαζί κι ένα φάκελο που περιείχε το δερματόδετο ημερολόγιό του κι ένα σημείωμα με αυτές τις λίγες λέξεις. “Βοήθησέ με να ξαναζήσω”. Γύρισα σπίτι μου κι άνοιξα το ημερολόγιο. Να μερικά αποσπάσματα από τις τελευταίες σελίδες.

....................................................................
Σήμερα, καθώς έπινα τον καφέ μου, κοιτώντας τη βροχή από το παράθυρο, είχα μια ανάμνηση. Εγώ, μικρό παιδί, είμαι τιμωρημένος να κοιμηθώ με σβηστό το καντηλάκι της νύχτας για κάτι που έκανα. Θυμήθηκα καθαρά το παράπονο και το φόβο, τα δάκρυα στο μαξιλάρι. Γιατί όμως; Όσο κι προσπάθησα δεν μπόρεσα να θυμηθώ το λόγο της τιμωρίας μου. 
....................................................................
Θυμάμαι κι άλλα. Το φως ανάβει και μπαίνει η μεγαλύτερη αδελφή μου. Έρχεται κοντά στο κρεβάτι μου, μου σκουπίζει τα δάκρυα και με φιλάει. Μου λέει να μη φοβάμαι και φεύγει αφήνοντας το φως αναμμένο.
....................................................................
Προσπαθώ να θυμηθώ λεπτομέρειες. Πιστεύω πως τίποτα δε σβήνεται εντελώς από το μυαλό μας. Κλείνω τα μάτια και θυμάμαι. Στην αρχή σκόρπιες και ασύνδετες εικόνες. Σιγά σιγά τις συναρμολογώ και συμπληρώνω τα παζλ. 
....................................................................
Θυμήθηκα τώρα το λόγο της τιμωρίας μου. Καθόμαστε όλοι χαρούμενοι στο τραπέζι. Εγώ πιο χαρούμενος από όλους, ευτυχισμένος γιατί μπροστά μου έχω ένα πιάτο ζεστές τηγανητές πατάτες. Ύστερα μια αδέξια κίνηση του χεριού μου και το πιάτο μου ταλαντεύεται στο χείλος του τραπεζιού και πέφτει. Πέφτει και οι χρυσές πατάτες σκορπίζονται στο πάτωμα μαζί με τα κομμάτια της πορσελάνης. Το χέρι της μητέρας μου χτυπάει με θυμό το δικό μου κι ύστερα με τραβολογάει στο κρεβάτι.
....................................................................
Κατάφερα να τοποθετήσω χρονικά την ανάμνησή μου. Είδα πάνω στο γραφειάκι μου τα βιβλία και τα τετράδια μου της Τρίτης Δημοτικού και στην καρέκλα τη στολή και το πηλήκιο για την αυριανή παρέλαση. Είναι 24 Μαρτίου του 1950.
....................................................................
Η τεχνική μου εξελίσσεται. Έχω αποκτήσει σχεδόν πλήρη έλεγχο της μνήμης μου. Έχω φτάσει στις 3 του Ιούλη του 1950. Ήταν ωραίο το καλοκαίρι εκείνο. Χωρίς σχολείο, να βολτάρουμε ολημερίς στο λιμάνι, στο Μπεντένι και στο Λόφο. 
....................................................................
Οι αναμνήσεις μου είναι όλο και πιο συγκροτημένες. Συχνά δίνω άδεια για μερικές μέρες στην καημένη την Μάρω που ανησυχεί για μένα και βυθίζομαι στο παρελθόν μου. Μπορώ πια να θυμηθώ σε πραγματικό χρόνο. Ξαναζώ τη ζωή μου στιγμή στιγμή , με κάθε λεπτομέρεια. Νοιώθω ό,τι ένοιωθα, σκέφτομαι ό,τι σκεφτόμουν, κοιμάμαι στο παιδικό μου κρεβάτι και βλέπω ξανά τους ίδιους εφιάλτες.
....................................................................
Έζησα χωρίς διακοπή τρεις συνεχόμενες μέρες. Η Μάρω μου είπε ότι προσπαθούσε μισή ώρα να με "ξυπνήσει".
....................................................................
Κρατώ σε εγρήγορση κάποια γωνιά του μυαλού μου για να μπορώ να επιστρέφω στο παρόν. Αυτό όμως δυσκολεύει και επιβραδύνει την προσπάθειά μου.
....................................................................
Μου γίνεται όλο και πιο δύσκολο να επανέλθω.
....................................................................
Αυτά τα ταξίδια με συνεπαίρνουν. Από την άλλη, δεν έχω τίποτα πια να με κρατάει στο παρόν. Σήμερα πήρα την απόφαση να επιστρέψω για πάντα εκεί.
Το σχέδιό μου: Θα ξαναζήσω, μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα, τη ζωή μου, ξεκινώντας από εκείνη τη χρονιά. Ήταν ωραία χρονιά. Θα μεγαλώσω, θα σπουδάσω, θα γεράσω κι ύστερα πάλι από την αρχή. 

Έχουν περάσει από τότε τρία χρόνια. Επισκέπτομαι τακτικά τον δάσκαλο. Κάθομαι απέναντι από τον γυάλινο κώδωνα, όπου αναπαύεται ο εγκέφαλός του, συνδεδεμένος με άπειρα ηλεκτρόδια, με λαμπάκια που αναβοσβήνουν και σωληνάκια με χρωματιστά υγρά. Σύμφωνα με τους πρόχειρους υπολογισμούς που έκανα, ο δάσκαλος είναι τώρα δεκατριών χρονών και μαθητής του Γυμνασίου. Σε καμιά εικοσαριά χρόνια ένας συνεσταλμένος μαθητής με μυωπικά γυαλιά θα τον αγαπήσει σαν πατέρα του. Ύστερα, για πολλά χρόνια, θα χαθούμε. Θα βρεθούμε όμως πάλι κι εγώ θα τον βοηθήσω να ζήσει τη ζωή του ξανά και ξανά και ξανά.