Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

ΤΟ ΜΠΕΝΑΛΤΥ



Τίποτα δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται
Χασάν ιμπν Σαμπάχ

Δεν μπορούσα να πω ψέμματα. Απλά, δεν μπορούσα.  Κι όσες φορές το αποτόλμησα, τα μάτια μου με πρόδιδαν. Αρνιόμουν να αποδεχτώ τη σκοπιμότητα ύπαρξης του ψεύδους, αφού τα διακυβεύματα δεν ήσαν τότε τόσο σοβαρά ώστε να αντισταθμίζουν τις επακόλουθές του τύψεις κι ενοχές: δυο τρεις μπίλιες λιγότερες, ένα γκολ που μέτραγε εις βάρος μας, ένας κακός βαθμός, άντε και μια ξυλιά από την κυρά Μαρίνα, τη δασκάλα.
Όλοι στη γειτονιά το παραδέχονταν. Ήμουν ο δίκαιος Αριστείδης της παρέας. Ήμουν ο αδέκαστος κριτής, αυτός που όταν εξέδιδε την τελική απόφαση, αυτή θα γίνονταν αποδεκτή απ' όλους. Κανείς δεν το αμφισβητούσε, εφόσον είχα αποφανθεί εγώ, αν ήταν ή όχι φάουλ, αν πέρασε η μπάλα τη γραμμή, αν φίλησε στο στόμα ή όχι ο Γιάννης την Καλλιόπη, πόσο μακριά είχε φτύσει ο Ηλίας. Μέχρι την αποφράδα εκείνη μέρα.

Καλοκαιράκι ήταν, μεσημέρι, παίζαμε μπάλα στη Γκερόλα, λίγο πιο πάνω από το Βαλιδέ Τζαμί. Σούταρε κάποιος μια βολίδα κι ενώ η τροχιά της μπάλας ήταν προς το τέρμα, πετάχτηκε μπροστά ο Μήτσος κι η μπάλα βρήκε πάνω του κι έφυγε πέρα. "Μπέναλτυ!" φώναξαν κάποιοι. "Όχι! στην πλάτη του χτύπησε", αντέκρουαν οι άλλοι, έτοιμοι να πλακωθούν. Κι ήρθε μοιραία η σειρά μου. Να αποφανθώ εγώ, ο ακέραιος διαιτητής, συμφώνησαν όλοι, εγώ που λέω πάντα την αλήθεια. Και αποφάνθηκα. Δεν ήταν "μπέναλτυ". Στην πλάτη του τον είχε βρει η μπάλα, είπα. Κι ενώ ήσαν όλοι έτοιμοι να αποδεχτούν αυτή μου την απόφαση, έγινε το κακό. Μίλησε ο Μήτσος ο ίδιος. "Μπέναλτυ ήταν, ρε", παραδέχτηκε το κωλόπαιδο. "Στο χέρι μου χτύπησε η μπάλα". Ο Μήτσος, ο πιο αρμόδιος πέρα από κάθε αμφιβολία, ο μόνος που ήξερε σίγουρα τί είχε γίνει, ξεστομίζοντας την φράση αυτή, καθώς μάλιστα ήταν σε βάρος του, ακύρωνε κάθε αντίθετη άποψη.
Κόλαφος για την αξιοπιστία μου. Με κοίταζαν και γέλαγαν. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που εμπιστεύθηκαν την κρίση μου. Σε μια στιγμή η φήμη μου σαν δίκαιου κατέρρευσε.

Δεν ξέρω ακόμα αν ο ψηλέας ο Μητσάρας είπε ψέμματα για να με εκθέσει ή αν είπε αλήθεια σε μια σπάνια γι' αυτόν κρίση ειλικρίνειας. Έτσι, ακόμα αμφιβάλλω αν ήταν πέναλτυ ή όχι. Και, το χειρότερο, αμφιβάλλω αν κι εγώ είπα αλήθεια, άσχετα με το τι έγινε πραγματικά. Αν δηλαδή όντως ήμουν σίγουρος ή έστω νόμισα πως δεν ήταν πέναλτυ και επομένως, σε κάθε περίπτωση, εξέφρασα τη δική μου αλήθεια, άσχετα με το πραγματικό συμβάν, ή μήπως, με πλήρη άγνοια της φάσης, μη έχοντας ίσως την κατάλληλη για διαιτητή ορατότητα, απλά είπα κάτι στην τύχη, μόνο και μόνο για να ασκήσω για άλλη μια φορά το τιμητικό αξίωμα του αδέκαστου κριτή που μου είχε αποδώσει η τσογλανοπαρέα.

Τότε ήταν πάντως, με αυτή την "αμφιλεγόμενη" όπως λένε φάση, που άρχισε η δική μου κρίση εμπιστοσύνης στην πραγματικότητα και στην αλήθεια. Και με ραγδαίους ρυθμούς επιδεινώθηκε και επήλθε πλήρης σύγχυση και ρήξη. Η αλήθεια και η πραγματικότητα βρέθηκαν σε διάσταση, η αρμονία χάθηκε. Κι όταν μεγάλωσα, τελεολογικές εννοιολογικές κατασκευές από τη μια και βουλησιαρχικές προσλήψεις απ' την άλλη, ήρθαν και κάνανε τα πράγματα χειρότερα. Το χάος.

Τώρα για τίποτα δεν μπορώ να είμαι σίγουρος. Η πραγματικότητα έγινε ένας χαμαιλέοντας που ξεθωριάζει και διαχέεται σαν ατμός. Πάνω που πάω να την πιάσω, γλιστράει και χάνεται. Έτσι όταν λέω την αλήθεια δεν με πιστεύω πια ούτε εγώ ο ίδιος. Συνέχεια βρίσκομαι σε αντίφαση όχι πια μόνο με την πραγματικότητα αλλά και με τον ίδιο τον εαυτό μου. Συνέχεια αλλάζω γνώμη και αναιρώ αποφάσεις και καταλήγω να αλωνίζω φαλτσοσφυρίζοντας αλλοπρόσαλλα σε ένα στρογγυλό γήπεδο όπου οι παίκτες καθισμένοι στις κερκίδες με γιουχάρουν.


Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΔΟΥΓΙΑΣ (ΑΛΕΚ ΣΧΙΝΑΣ) - ΘΡΑΠΑ


ΘΡΑΠΑ

Ο Γαβουνές, ο Μαμουνές, ο Παστροκωλαράκης,
Ο λαγναρμένιος Μπιθουλιάν και οι δυό σιαμαίοι Βούζοι,
Ολόκληρα μερόνυχτα συνέχεια θραπακιάζαν:
Μεσ' στο βουρκί του μαγαζιού του Μπιθουλιάν χλιχλίβαν,
Τουμποκορδωμπαχλιάζονταν, λυσσοβουτοπαφτιάζαν,
Τρεμουλοπεφτοθρίαζαν, ιαχογαυλιούσαν,
Εναλλασσοπθακίζονταν κι' αλληλοσφιχτομπλάφαν,
Κάναν ο ένας τ' αλλονού λαχτάρ-καπουλοφρίξεις,
Κοιλιοδοντοτσικδισμούς και φτερνοσβερκοτρίγγια.
Ο Γαβουνές βαυλάκισε τον Παστροκωλαράκη.
Οι Βούζοι μακλατέψανε του Γαβουνέ τα οπίσθια,
Και ξαναβαυλακίσανε τον Παστροκωλαράκη,
Ο Μπιθουλιάν γλιβδίκωσε τρία αφτιά των Βούζων,
Κι ο Μαμουνές τζιτζίφτισε του Μπιθουλιάν τα ούλα.

Την πρώτη μέρα πλάνταξε ο Παστροκωλαράκης.
Κι ό,τι έμενε απ' τον Μπιθουλιάν τη δεύτερη εβυθίσθη
Και θάσπιφε μεσ' στο βουρκί, που πηχτογλοιογλούσε
Απ' τον κρεατοσίελο και την ιδρωμυελόρροια
Των θραπικών. Και το πρωί της τρίτης πιά ημέρας
Οι μεν ήταν του θανατά, και οι Βούζοι ξεκολλήσαν.


ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΔΟΥΓΙΑΣ (ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΧΙΝΑΣ, 1924-2012)
Στο περιοδικό ΠΑΛΙ, τεύχος 2-3, 1965


Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟ


Μια ολόκληρη ζωή καταλήγει σε πέντε αράδες επαρχιακού πόρταλ. Περνάνε κάμποσες μέρες κι ύστερα, κάπου μακριά, κάποιος άλλος το διαβάζει, ειδοποιημένος από κάποιον τρίτο. Σχεδόν τυχαία. Παγώνει. Και κάθεται να γράψει.
Ας αρχίσω τυπικά, σκέφτεται. "Ο Κυριάκος θα είναι πάντα μαζί μας". Ας ξεγελάσω έτσι τον εαυτό μου. "Έχω τις ζωγραφιές που μου χάρισε. Το ξύλινο ραδιοφωνάκι, κάποια εργαλεία του. Έχω αναμνήσεις".
Μα όχι, όχι, δεν μπορεί να τα γράψει αυτά. Ο Κυριάκος δεν είναι πια μαζί μας. Ο Κυριάκος αποφάσισε να φύγει. Έφυγε. Τίποτα δεν μπορεί να γράψει για αυτό. Τίποτα που να έχει ή να δίνει νόημα.
Η δυστυχία είναι πια δίπλα μας. Τη βλέπεις, δεν χρειάζεται περιγραφή. Έρχεται με μεγάλες δρασκελιές. Φτιάχνει ένα κύκλο γύρω μας που όλο και στενεύει. Οι ειδήσεις δεν μιλάνε πια για άγνωστους, μιλάνε για εμάς, για τους ανθρώπους μας. Οι στατιστικές αποκτούν σάρκα και οστά. Τα θύματα και οι φονιάδες έχουν πρόσωπα.
Του είχανε κόψει, έμαθα, το ηλεκτρικό και το νερό. Ποιος  το αντέχει αυτό; Τι θα έκανες στη θέση του; Και τι είδους λέξεις χρειάζονται για να μιλήσει κάποιος στο τελευταίο εκ βαθέων σημείωμα χωρίς να το χαρακτηρίσουν κάποιοι αλλοπρόσαλλο;
Σου εύχομαι, ρε Κυριάκο, να έχει ουίσκυ με παγάκια, τζαζ, πινέλα και μπογιές εκεί που πήγες. Κι ο Τούφης εκεί γύρω να γαβγίζει τα αγγελάκια.
Τώρα, πρέπει εγώ να βρω τις κατάλληλες λέξεις να πω στο γιο μου, κι ας μην είναι πια παιδί, πως έφυγε ο νονός του. Φοβάμαι πως ό,τι κι αν του πω θα ακούγεται αλλοπρόσαλλο.


Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ



Η χώρα έγινε ένας τεράστιος στρατώνας. Από τα μεγάφωνα του μετρό ακούγονται εμβατήρια. Τις νύχτες αντηχούν αρβύλες στα στενά. Τα λεωφορεία έβγαλαν ερπύστριες και τα λουλούδια κάνες. Οι πόλεις γίνανε πεδία βολής. Κάποιες απώλειες είναι δικαιολογημένες.
Όλοι επιστρατευμένοι είμαστε. Με δικαιώματα που φθίνουν. Κάθε παλιοσειρά μπορεί να μας κάνει καψόνι, κάθε υποβαθμοφόρος μας εξευτελίζει. Επειδή έτσι του καύλωσε. Ή προς παραδειγματισμό. Αν βγούμε στην αναφορά παραπονούμενοι, ρισκάρουμε να μας ρίξουν φυλακή ή να βρεθούμε στη χειρότερη αγγαρεία.
Κάθε στιγμή μπορεί να μας καλέσουν για ασκήσεις ετοιμότητας. Μας προετοιμάζουν κάθε βράδυ ανελλιπώς από την τηλεόραση, με προπαγάνδα και εθνικά κηρύγματα. Υπνοβατούμε με παλμό και ηθικό ακμαιότατο τις νύχτες. Και το πρωί τα ξυπνητήρια σαλπίζουν εγερτήριο. Πηδάμε ξέπνοοι από τις κουκέτες και βάζουμε τα αμπέχωνα. Άλλη μια μέρα θυσιών για το καλό του τόπου. Οι προνομιούχοι. Να δουλεύουμε στα κάτεργα για ένα ξερό κομμάτι κουραμάνα. Οι τυχεροί. Να ακούμε μπινελίκια και να λέμε ευχαριστώ.
Είμαστε όλοι επιστρατευμένοι. Στην κυβέρνηση, στο αφεντικό, στον μπάτσο, στον καθοδηγητή. Έτοιμοι για ειδικές αποστολές ειδικών συνθηκών. Λιμοί και καταποντισμοί και μείωση των κρατικών εσόδων.
Οι καθηγητές δεν το γνώριζαν. Κανείς δεν το υποψιάζεται πριν τον ενημερώσουν ξαφνικά πως ήρθε η σειρά του. Ύστερα, τρώει η μούρη του χώμα. Μετά από λίγο όμως πάλι το ξεχνάει. Η θητεία απαιτεί εναλλάξ αποστολές. Αυτοί που μένουν πίσω χαίρονται, μέχρι να έρθει πάλι η σειρά τους. Γιατί σίγουρα θα έρθει. Βγαίνουν τότε στην πλατεία οι υπουργοί με τις κουκούλες στο κεφάλι και δείχνουν με το χέρι στο πλήθος. Ξανά και ξανά. Μια συνήθεια είναι, μην παραπονιέστε, όλοι θα πάρετε.
Εκτελούμε εντολές. Η επιστράτευση απαιτεί τυφλή υπακοή. Όποιος στην πορεία παρεκκλίνει από τη γραμμή, επηρεασμένος από επικίνδυνες ιδέες, επαναφέρεται στην τάξη τάχιστα. Κάποιοι εθελοντές κυκλοφορούν μεταμφιεσμένοι ανάμεσά μας, επιφορτισμένοι με αυτό το άχαρο καθήκον. Ονομάζονται συνδικαλιστές. 

Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

ΞΕΚΟΥΡΔΙΣΤΕΣ ΚΙΘΑΡΕΣ



Κάθομαι στη βεράντα ενός παλιού σπιτιού στην Τήνο, όπου με φιλοξενεί μια καλή φίλη. Ψιλοβρέχει. Μπροστά μου, τα βουνά με τις ξερολιθιές χάνονται πίσω από την ομίχλη που έχει κατέβει χαμηλά, στο ύψος μας, και παρελαύνει μπροστά μας σπρωγμένη από τον άνεμο, σαν πομπή φαντασμάτων. Προσπαθώ να χωνέψω όσα είδα κι έζησα αυτές τις μέρες, ρουφώ αχόρταγα τις τελευταίες εικόνες ώστε να είμαι δυνατός για τα δύσκολα που έρχονται. Μια μέρα έμεινε. Δεν θέλω να τελειώσει.
Θυμάμαι, στο Δημοτικό, ήδη από τα μισά της σχολικής χρονιάς με έπιανε αφόρητα η προσμονή των διακοπών. Όπως όλους, φαντάζομαι. Όταν κάποτε κλείνανε τα σχολεία ήμουν πανευτυχής, όχι για πολύ όμως. Στα μισά του καλοκαιριού με έπιανε η νοσταλγία του σχολείου και ανυπομονούσα πότε θα ανοίξει πάλι για να ξαναβρώ τους συμμαθητές μου.
Κι αργότερα όμως, οι διακοπές είχαν για μένα ένα όριο. Χόρταινα γρήγορα τον ήλιο, το σλήπινγκ μπαγκ στην αμμουδιά, το ωτοστόπ, τις ομελέτες στην ταβέρνα, τις φωτιές, το αλμυρό γυμνό σώμα. Κι ήθελα τότε να επιστρέψω στην πόλη. Να δω το βρώμικο λιμάνι, να μυρίσω καυσαέριο, να στριμωχτώ στον ηλεκτρικό κι ύστερα στο λεωφορείο για το σπίτι.
Το σπίτι μύριζε κιόλας κλεισούρα. Άφηνα τα πράγματα σε μια γωνιά και πήγαινα κατευθείαν στο πικάπ. Διάλεγα μερικούς δίσκους που μου είχαν λείψει κι ύστερα έκλεινα τα μάτια και τράβαγα κι άλλους στην τύχη. Stooges, Lou Reed, Bowie, Zounds, Dylan, Fall, Eyeless in Gaza, Cure, Buckley κι άλλοι ατάκτως ερριμμένοι. Από την ανοικτή μπαλκονόπορτα όπου, ξαπλωμένος στον καναπέ, έβλεπα όχι θάλασσα ή ξερολιθιές αλλά την άσφαλτο με τα αυτοκίνητα, ο θόρυβος της κυκλοφορίας έδινε τη χαριστική βολή στους ήχους που ήδη ψυχοραγούσαν: τον φλοίσβο των κυμάτων, το θρόισμα των δέντρων, τα πουλιά. Το βρώμικο φως ξέπλενε το μαύρισμα και την αρμύρα από το δέρμα, σταδιακά επανερχόμουν στην πρότερη ζωή καθώς η πόλη με δεχόταν και με επαναφομοίωνε γρήγορα. Έπιανα τα βιβλία μου και τα ξεφύλλιζα, γρατζούναγα την κιθάρα μου. 'Ολα καλά, όλα όπως τα άφησα. Η ζωή συνεχιζόταν.
Ήταν η ηλικία, ήταν η εποχή ή και τα δυο. Ίσως η πίστη ότι η Ιστορία συμβαίνει στις πόλεις κι ο φόβος ότι σημαντικά πράγματα θα γίνονταν ερήμην μου, όσο εγώ έπαιρνα τους δρόμους με το σακίδιο στην πλάτη. Μα, πέρα από την επανάσταση που φαντασιωνόμασταν, είχαμε και πράγματα να κάνουμε τότε, είχαμε κι άπειρο τον χρόνο, η ζωή ξεχείλιζε από παντού, περίμενε να απλώσουμε τα χέρια και να την αρπάξουμε. Τα καλοκαίρια όλου του κόσμου ήταν μπροστά μας, κάθε στιγμή. Έρωτες, φίλοι, γιορτές. Ταινίες και συναυλίες που δεν έπρεπε να χάσουμε, μεθύσια που δεν έπρεπε να τελειώσουν.
Τώρα, μια μέρα πριν τελειώσουν οι διακοπές, καμιά επιθυμία δεν έχω να γυρίσω. Τώρα η επιστροφή μοιάζει μαρτύριο. Καταναγκασμός. Αυτό που με περιμένει δεν είναι η ζωή που άφηνα κάποτε πίσω μου αλλά ένας συνεχής αγώνας δίχως νόημα, σε μια πόλη που έχει κατεβάσει τα ρολλά. Ένας κόσμος με σκονισμένους δίσκους, ξεχασμένα βιβλία, ξεκούρδιστες κιθάρες.

Σάββατο, 4 Μαΐου 2013

ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ


Υπάρχουν ακόμα. Τα ξωκλήσια στις κορφές, οι πεζούλες, οι ξερολιθιές, τα πεύκα τα γερμένα από τον άνεμο, τα σκίνα, τα χαμομήλια, οι μαργαρίτες, τα μονοπάτια, το χώμα, οι πέτρες και τα μάρμαρα, τα πλακόστρωτα, οι ασπρισμένοι τοίχοι, η αρχαία κολώνα, τα μπλε ταμπλαδωτά πορτοπαράθυρα, οι σκιερές αυλές, τα χαλάσματα, οι βουκαμβίλιες, το πηγάδι, οι φραγκοσυκιές, οι αθάνατοι, το τσίπουρο, το υποβρύχιο κι ο καφές στο σιδερένιο τραπεζάκι, η γριά στο πεζούλι, ο περιστερώνας, ο επιτάφιος κι η ανάσταση, σαύρες που λιάζονται στις πέτρες, φίδια που σέρνονται στα χόρτα, η κουκουβάγια, ο γκιώνης, τα κατσίκια, η καρακάξα, ο αέρας που δεν σταματάει ποτέ, η ησυχία, τα αστέρια, αλώνια, αμπέλια, ελιές, σφήκες και πασχαλίτσες, ρέματα με βατράχια, ο ήλιος, η καμπάνα, η αμμουδιά, τα βότσαλα, οι βάρκες, η θάλασσα. Προπάντων η θάλασσα.
Είναι ακόμα εκεί. Πάνω που τα είχα ξεχάσει, και η υγρασία κι η μούχλα σκέπαζαν τους τοίχους του σπιτιού, πέρασε απ' έξω ένα καράβι. Άνοιξα διάπλατα τα παράθυρα στο φως και πήδηξα στο κατάστρωμα.
Υπάρχουν ακόμα. Είναι το τελευταίο καταφύγιο, το άπαρτο κάστρο μας. Εκεί οχυρωμένοι θα κάνουμε ρεσάλτα στο δικό τους κόσμο. Θα ανοίγουμε τις νύχτες τις καταπακτές και θα αδειάζουμε κουβάδες άμμο και ήλιο στα υπόγεια κάστρα τους κι η ομίχλη έντρομη θα οπισθοχωρεί στα σκοτεινά, υγρά δάση όπου οι δρυίδες μάταια θα φτιάχνουν φίλτρα.