Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

T.I.N.A. IS ALIVE AND WELL AND LIVING IN CYPRUS



Νόμιζαν πως η Τίνα ήταν νεκρή. Της είχαν χώσει όμως μια οδοντογλυφίδα στην καρδιά αντί για παλούκι. Αυτηνής της ήρθε μόνο μια λιγοθυμιά κι εκείνοι νόμιζαν πως αποδήμησε. Μέχρι και την κηδεία είχαν κανονίσει κι έστειλαν αντιπροσωπεία με στέφανα και καντηλέρια. Στον επικήδειο έγραψαν κατάρες κι ετοίμαζαν γλέντι πάνω από τον τάφο της. Ξόρκια και κόλλυβα και σκόρδα και επινίκια άσματα.
Κι αυτή η αφορισμένη καραδοκούσε μέσα στο φέρετρο. Χαμογελούσε καταχθόνια κι ως έπεσε η πρώτη φτυαριά κλώτσησε το μαύρο καπάκι και πετάχτηκε έξω. Βούτηξε την πρώτη παρθένα που έτυχε μπροστά της και της δάγκωσε το λαιμό. Η Αφροδίτη ήταν αυτή. Κι έτρεξε αίμα στα χορτάρια και σκόρπισαν όλοι ποδοπατώντας τα λουλούδια, πηδώντας πάνω από τους τάφους να κρυφτούν στον καφενέ. Εκεί κλειστήκαν κι έτρεξε το γκαρσόνι πρόθυμο να φέρει τους καφέδες της παρηγοριάς κι ένα κομμάτι ξερό κέικ. Και κλείσανε καλά τις πόρτες και κοίταζαν από τα παράθυρα λαχανιασμένοι την Τίνα να αλωνίζει ψάχνοντας για καινούργιο θύμα.
Δεν πειράζει, είπαν κάποιοι, αφού καταφέραμε να την τσιμπήσουμε λιγάκι, αυτό σημαίνει πως δεν είναι άτρωτη. Όλοι συμφώνησαν, ήτανε μια παρηγοριά κι αυτό. Φταίει που δεν βοήθησαν κι οι άλλοι, έλεγαν μετά. Κι έτσι δικαιολογούσανε τη γκάφα τους και μάσαγαν τα λόγια τους.
Και κοιταχτήκανε κρυφά και μετρηθήκανε και βρέθηκαν μικροί και λίγοι, μα δεν το είπαν. Απ' έξω, στο προαύλιο, οι λακέδες της Τίνας την πήρανε στους ώμους και ζητωκραύγαζαν και τραγουδούσαν εθνικά εμβατήρια. Κι ο κόσμος παρακολουθούσε μουδιασμένος.
"Η Τίνα ποτέ δεν πεθαίνει
δεν τη σκιάζει φοβέρα καμιά..."
Και σέρνανε με αλυσίδες την Αφροδίτη και τους άλλους και τους φτύνανε και λοιδωρούσαν όσους έμεναν κρυμμένοι πίσω από τη τζαμαρία.  Κι ανέμιζαν μπροστά στα τρομαγμένα μάτια τους ευρώ, ισολογισμούς, επιδόσεις και στατιστικές.
Ένα τραίνο είχε έρθει με τα σφυρίγματα και τους καπνούς του και στεκόταν έξω από τον καφενέ. Κάποιος, που αυτοσυστήθηκε ως Βαν Χέλσινγκ ο πολύ νεότερος, σηκώθηκε από τη γωνιά όπου ως τότε καθόταν σιωπηλός και πήρε το λόγο:
"Δεν είναι η Τίνα απέθαντη. Φταίνε εκείνοι που δειλιάζουν. Κι όσοι νομίζουν πως αρκούν οι προσευχές και οι διαπραγματεύσεις για να την ξορκίσουν. Χρειάζεται κότσια να σταθεί κανείς πάνω από το φέρετρο όπου αναπαύεται, με χέρια που δεν τρέμουν, κρατώντας ένα μυτερό παλούκι ίσαμε το μπόι του. Πελεκημένο στη φωτιά όπου πριν λαμπάδιαζαν τα ματωμένα της ευρώ.
Χρειάζεται να έχουμε μελετήσει καλά τους χάρτες από πριν, να είμαστε έτοιμοι να πάρουμε το δρόμο που βγάζει έξω από αυτή τη θλιβερή επικράτεια. Να κλείσουμε τα αυτιά μη μας τρομάξουν τα ουρλιαχτά της. Κι ας προετοιμαστούμε. Μόλις μπήξουμε το παλούκι βαθιά στη σάπια καρδιά της, ο κόσμος θα σειστεί, ο ουρανός θα σκοτεινιάσει και θα σκιστεί το καταπέτασμα των χρηματιστηρίων. Όσοι λοιπόν φοβούνται το σκοτάδι ας κάνουν πίσω.
Το τραίνο περιμένει απ' έξω.
Το τραίνο αυτό δεν έχει μηχανοδηγό, ούτε σταθμάρχη.
Το τραίνο αυτό δεν έχει ράγες, τις ράγες θα τις στήνουμε μονάχοι μας καθώς θα προχωράμε. Αν ξεκινήσουμε ποτέ. Γιατί όσο μένουμε εδώ, οι μηχανές σκουριάζουν από το αίμα".


Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ

Ο κόσμος μας είναι πολύ μικρός. Οι άνθρωποι δεν είναι πάντα ανάγκη να εκβιάζουν την κοινή πορεία ή τη συνάντηση με όσους εκτιμούν. Οι διαδρομές μας στη ζωή, σαν τις παράλληλες που συναντώνται κάπου στο άπειρο, έρχεται κάποτε η στιγμή, τυχαία κι αβίαστα, που τέμνονται. Μετά πάλι ελίσσονται και ξεστρατίζουν αφήνοντας την υπόσχεση -ποτέ δεσμευτική όμως- για μια συνάντηση στο μέλλον.
Ζούμε εντός των συμπτώσεων. Όσο περισσότερο συμπίπτουν τα υλικά από τα οποία είμαστε φτιαγμένοι τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να συμπέσουν ξανά κάποια στιγμή και οι τροχιές μας στη ζωή. Αόρατα συνεκτικά  δίκτυα υφαίνονται γύρω μας και γύρω από τους όμοιούς μας και δεν μας αφήνουν να χαθούμε.
Είναι χάρη σε παρόμοια αόρατα δίκτυα που ξέρουμε επίσης πως ένα καλό βιβλίο ποτέ δεν πρόκειται να χαθεί, πάντα θα βρει τον τρόπο να αναδυθεί από το σωρό και να πέσει στα χέρια μας.

ΚΑΡΚΑΛΟΥ
Την Ισμήνη μου τη σύστησε μια κοινή φίλη πριν λίγο καιρό. Μου φάνηκε αμέσως οικεία η μορφή της. Και βέβαια στη συνέχεια, ανασκαλεύοντας το παρελθόν, βρήκαμε τους κοινούς μας χρόνους και τόπους κι ανακαλύψαμε ότι οι διαδρομές μας είχαν διασταυρωθεί ξώφαλτσα σε εποχές και ηλικίες που οι συναντήσεις ακόμα συνέβαιναν σε καθημερινή σχεδόν βάση.
Οι σινεφίλ θα θυμούνται τη φιγούρα της στην Καρκαλού του Τορνέ. Οι μπαρόβιοι των 80's, πίσω από τη μπάρα του θρυλικού "Witofski's". Οι ξένοιαστοι ταξιδιώτες, στον Αρμενιστή.
Η Ισμήνη Καρυωτάκη είναι αρχιτέκτονας, συγγραφέας, ζωγράφος, σκηνογράφος, ηθοποιός και πολλά άλλα.
Την Πέμπτη 21 Μάρτη στις 8, θα γίνει η παρουσίαση του καινούργιου της βιβλίου "Απόπειρα Συνάντησης" στον πολυχώρο Δυναμό. Θα είμαστε εκεί.
Μια κριτική για το βιβλίο εδώ.

Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

ΠΑΡΑΛΥΣΗ


Στα προφορικά ήταν σκράπας, πάτωνε. Όχι μόνο στο σχολείο, παντού. Η χειρότερη παρέα ήταν. Στα πάρτι κλεινόταν στην κουζίνα και μιλούσε με το πλαστικό ποτήρι του.
Μα στα γραπτά ήταν καλός. Πρόλογος, κυρίως θέμα, επίλογος. Κεντρική ιδέα και δίδαγμα.
Τώρα δεν μπορεί ούτε να γράψει. Αδειάζει το μυαλό του και δίνει λευκή κόλλα. Μετεξεταστέος. "Κλείσε το νέτμπουκ κι έλα πάλι αύριο την ίδια ώρα".

Όταν πάει να βάλει στη σειρά τις σκέψεις του, αυτές σκορπίζουν. Σκληραίνουν κι άκαμπτες περιφέρονται σε άστατες τροχιές, δορυφόροι σε ένα σύμπαν σύγχυσης. Ψυχρές και απολιθωμένες, μένουν μετέωρες για λίγο και ύστερα σωριάζονται με γδούπο στα πλακάκια.
Τότε ο αέρας γύρω του βαραίνει και πυκνώνει. Μια μέγγενη σφίγγει το σώμα του. Πήζουν τα διάκενα, οι κινήσεις δυσκολεύουν, παραλύει. Παρατηρεί τις σκέψεις του απαθής.
Η ασάλευτη ζωή γίνεται όξινο τέλμα. Στο βυθό ο επιδέξιος βουτηχτής ανασκαλεύει το ίζημα της ήττας, το κατακάθι της επίγνωσης. Και απροειδοποίητα τον χτυπά η νόσος των δυτών.

Μικρό το κακό. Υπάρχουν άλλοι που τα γράφουνε καλύτερα. Με λινκς, ονόματα, σχήματα λόγου, και φίλους διαδικτυακούς. Κλείνουν το μάτι και κάποιοι, κάπου, πιάνουν το υπονοούμενο. Δικτυώνονται, συνομιλούν. Αυτός, έτσι κι αλλιώς, παραμιλάει.

Εξάλλου τι να έγραφε;
Για την κρίση; Όχι πως δεν υπάρχουν αφορμές, η ζωή του έχει γαμηθεί. Και κάθε μέρα γύρω του καινούρια επεισόδια δυστυχίας γίνονται πιθανά σενάρια. Μα ποιος ο λόγος; Τα ξέρουμε όλοι, τα διαβάζουμε, τα ζούμε. Να λέμε ο ένας στον άλλο τα αυτονόητα; Ναι, η δυστυχία θεριεύει σαν πανούκλα. Ναι, είναι απίστευτο. Να ψάξουμε να βρούμε άλλες λέξεις να την περιγράψουμε, αυτό είναι το νόημα; Να έγραφε για τη ζωή του; Και ποιος νοιάζεται; Για την πολιτική; Μα αυτή χαράσσεται ερήμην του. Για τους πολιτικούς; Πολύ τους πάει. Κείμενα θεωρητικά; Με τι κότσια; Οικονομικά; Δεν είναι το ατού του.

Όμως, πού πάνε άραγε όσες λέξεις γλύτωσαν; Ποιοι άγνωστοι τις περιθάλπουν; Μπορούν αυτές οι ιντερνετικές σκιές να είναι η κόλασή του; Ή μήπως θα έπρεπε εκείνοι που τον ξέρουν να υποκριθούν για λίγο πως τον ξέχασαν; Δεν έχει απάντηση.

Υποθέτω πως θα συνεχίσω να τον βλέπω ξανά και ξανά μπροστά στο νέτμπουκ. Η ομοιοπαθητική αυτό επιτάσσει. Μέχρι να βγει στην επιφάνεια σώος ή να παραλύσει για τα καλά.


Ακούγεται δυνατά.

Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

Ο ΤΟΙΧΟΣ


Δεν ήταν νύχτα ακόμα, δεν ήταν μέρα πια. Κανείς δεν ήτανε στο σπίτι. Μακριά ηχούσαν κεραυνοί. Έβρεχε στάχτη πέντε μέρες. Κατέβηκα τη σκάλα και βγήκα στο δρόμο. Το πλήθος ωρυόταν. Κάποιοι έκλαιγαν, κάποιοι γελούσαν. Πήγαιναν κι έρχονταν χωρίς σκοπό και σκουντουφλούσε ο ένας πάνω στον άλλο.
"Μετανοείτε", κράδαινε κάποιος το σπαθί του με τις τρεις λεπίδες κι ανεβασμένος σε ένα καφάσι απαριθμούσε επιτόκια. Στα πόδια του ένα σκυλί κυνηγούσε την ουρά του. Γύρω από μια φωτιά μετρούσαν λίρες που άδειαζαν από ξεπλυμένα κρανία.
Στο τέλος του δρόμου οι χτίστες ανεβασμένοι σε σκαλωσιές έχτιζαν τον τοίχο. Κόντευαν να τον τελειώσουν.
Μια διμοιρία πάνοπλων Φρουρών έφτασε τρέχοντας. Βροντούσαν τις ασπίδες τους κι ο κόσμος σκόρπισε αλαφιασμένος. Χτυπώντας όποιον έβρισκαν μπροστά τους άνοιξαν διάδρομο κι έφτασαν στην πλατεία. Ο επικεφαλής μάγος άνοιξε με επισημότητα ένα κουτί. Έγινε ησυχία. Έχωσε το χέρι του και σκόρπισε χρυσόσκονη στον αέρα. Ξανά και ξανά. Όρμησαν όλοι τότε, σέρνονταν με τα γόνατα να αρπάξουν. Μα μόλις η χρυσόσκονη άγγιζε τη λάσπη, άφριζε κι έβγαινε κίτρινος καπνός. Όσοι ήταν κοντά εξαερώθηκαν, κάμποσοι λιποθύμησαν. Φεύγοντας οι Φρουροί πήραν μαζί τους όμηρους τα λιγοστά τριαντάφυλλα του πάρκου.
Είδα μια εφημερίδα στα πόδια μου. Τη σήκωσα. Ανοδικοί ρυθμοί ανάπτυξης έγραφε. Οι καμπύλες έτειναν στο άπειρο, το μέλλον έχασκε ολόλαμπρο. Μια ριπή βρώμικου αέρα θρόισε στα φυλλώματα κι η εφημερίδα μου έφυγε από τα χέρια. Σήκωσα το κεφάλι. Παράξενα φρούτα αιωρούνταν στα κλαδιά. Στις ρίζες των δέντρων τα παιδιά ενός νηπιαγωγείου μάζευαν μανδραγόρες σε ένα καλάθι. Ο δάσκαλος χτυπούσε το καμτσίκι στις γυαλιστερές μπότες του και σιγοσφύριζε εμβατήρια. "Ο Θάνατος" ψιθύρισα. "Τι είπες;", ρώτησε το κεφάλι του κλόουν που πρόβαλε από ένα κάδο. "Ο Θάνατος". Βγήκε από την κρυψώνα του με ανοιχτή τη μαύρη ομπρέλα του." Είσαι οπαδός της ζωής", είπε και την κράδαινε απειλητικά. Του έδειξα το πένθος στο μανίκι μου. Δεν ήξερε τι να μου πει και βούτηξε ξανά στον κάδο του κι έκλεισε το καπάκι. Πήγα προς τον τοίχο.
Ο τραπεζίτης πρόβαλε ξαφνικά από τη γωνία και μου άρπαξε το χέρι. "Υπογράψτε εδώ, παρακαλώ", μου είπε. Κι έβγαλε ένα λευκό χαρτί από την τσάντα του, ένα περίστροφο και δυο σφραγίδες. Υπέγραψα, το σφράγισε και μου έδωσε ένα αντίγραφο. Έφυγε τρέχοντας κι από τις τσέπες του έπεφταν χρυσά δόντια.
Πίσω στον τοίχο ο εργολάβος σήκωσε τα μάτια στον μαύρο ουρανό. "Τετέλεσται", φώναξε θριαμβευτικά κι ύστερα κάρφωσε το κοντάρι του με το σφουγγάρι μπροστά στα πόδια μου.
"Που είναι τα παιδιά", τον ρώτησα. "Που είναι τα παιδιά;" Μου έδειξε τον τοίχο. "Πίσω από εκεί. Κλαίνε συνέχεια", μου είπε. Ακούμπησα στον τοίχο. "Έπρεπε κάπου να τα κλείσουμε", είπε. Έστησα αυτί κι άκουσα από την άλλη μεριά το βουητό της θάλασσας. Μύριζε θειάφι.
Στην κόγχη του τοίχου ήρθαν εργάτες κι ακούμπησαν μια τεράστια τηλεόραση. Την άνοιξαν. Στο πάνελ ομοιόμορφες φιγούρες με κοστούμια κοίταζαν το πλήθος και σχολίαζαν. Στην κεφαλή του τραπεζιού ο Μέγας Υποκριτής κάρφωσε πάνω μου το βλέμμα του, έκανε νόημα να σωπάσουν όλοι κι ύστερα με έδειξε με το χέρι του. Γύρισα και χώθηκα στο πρώτο στενό.
Μπροστά στο νοσοκομείο, ο υπουργός έκοψε με ένα χρυσό ψαλίδι τη μαύρη κορδέλα κι ύστερα σφάλισε την καγκελόπορτα με ένα λουκέτο. Στις πλάκες του πεζοδρομίου είχαν ξαπλώσει ένα παιδάκι. Η μάνα του το νανούριζε. Τα μάτια του δεν έβλεπαν. Η καρδιά του δεν χτυπούσε. "Θα χρειαστούν θυσίες", είπε ο υπουργός περίλυπος στον επικήδειο. Ακούστηκαν χειροκροτήματα.
"Πού είναι οι φίλοι μου", αναρωτήθηκα.
Είχε σκοτεινιάσει κι έκανε κρύο. Κι ήθελα να γυρίσω πίσω.  Ο κλόουν στάθηκε μπροστά μου. Μου έδειξε με την ομπρέλα του ένα φωτισμένο παράθυρο. Μέσα δυο νεαροί κοιμόντουσαν ζαρωμένοι δίπλα σε ένα μαγκάλι. Ένα τηλέφωνο χτυπούσε. Έφυγα τρέχοντας κι αυτός με ακολούθησε.
Στην πόρτα του δικαστηρίου κάποιοι σήκωναν στα χέρια έναν μαυροντυμένο ζητωκραυγάζοντας. Τα μάτια και τα χέρια του έσταζαν αίμα. "Αθώος!" φώναζαν υψώνοντας στον αέρα τα μαχαίρια τους.  Πίσω από τα κάγκελα άλλοι έσερναν κάποιον αιμόφυρτο. Τα πρόσωπά τους ήταν καλυμμένα με κουκούλες. Στα χέρια τους κρατούσαν λάβαρα. "Ένοχος!"
"Πού είναι η γυναίκα μου". Ο κλόουν γέλασε. "Πού είναι το σπίτι μου". Γελούσε συνέχεια. Μου έδειξε με το χέρι του.
Γύρισα και κοίταξα. Το σπίτι μου δεν ήταν εκεί. Διάβασα. Οδός Άγνωστη, αριθμός Μηδέν. Κτίζανε τώρα εκεί τον τοίχο. Είχε μείνει μια μικρή τρύπα εκεί που ήταν η πόρτα. "Θα μπεις ή θα μείνεις έξω", με ρώτησε ένας χτίστης με το μυστρί στο χέρι. Χώθηκα μέσα κι έκλεισα την πόρτα.