Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

ΤΑ ΤΡΙΑ ΓΟΥΡΟΥΝΑΚΙΑ



Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη γυρισμένη,
δώσε κλώτσο να γυρίσει, παραμύθι ν' αρχινήσει.

Μια φορά κι ένα καιρό, ήτανε τρία γουρουνάκια. Αυτά τα γουρουνάκια ήτανε οι βασιλιάδες του δάσους. Κυβερνούσαν όπως ήθελαν, γιατί τους είχαν εκλέξει δημοκρατικά τα άλλα ζώα και ως εκ τούτου έπρεπε έκτοτε να βγάλουν όλοι το σκασμό.
Στο δάσος ζούσε κι ένας λύκος, ρέμπελος κι αλανιάρης. Δεν ήθελε δουλειά αυτός, μόνο να τριγυρνάει ανέμελος και να ουρλιάζει στο φεγγάρι, κι από φαΐ έτρωγε μόνο κοκκινοσκουφίτσες, που τότε ήταν είδος σε αφθονία. Κανέναν δεν ενοχλούσε κατά τα άλλα.
Όμως ένα πρωί η γουρουνοφρουρά χτύπησε άγρια την πόρτα της σπηλιάς του.
"Πρέπει να φύγεις", του είπανε. "Εδώ που έχεις το σπίτι σου θα χτίσουμε ξενοδοχείο για ανθρώπους".
"Ανθρώπους;" φρύαξε ο λύκος. Και ανατρίχιασε γιατί μόνο κακά είχε να θυμάται από δαύτους.
"Σκασμός και δίνε του στα γρήγορα!"
Τον διώξαν κλωτσηδόν, κι ύστερα μπάζωσαν την τρύπα του, κόψανε όλα τα δέντρα εκεί γύρω και ισοπέδωσαν το λόφο. Και χτίσανε ένα όμορφο ξενοδοχείο κι έρχονταν οι άνθρωποι και πέρναγαν ωραία στα μπαλκόνια τους. Στις τηλεοράσεις τα γουρουνάκια θριαμβολογούσαν: επενδύσεις, ανάπτυξη, ανταγωνιστικότητα. Απ' έξω ο λύκος θαύμαζε.
Και, τι να κάνει, δεν βαριέσαι, πήγε και έφτιαξε άλλη τρύπα παρακάτω, σε ένα ξέφωτο.
Πάλι όμως ένα πρωί, τον ξύπνησαν χαράματα.
"Φύγε", του είπανε, "εδώ θα φτιάξουμε ένα γκολφ".
Και φτιάξανε λοιπόν το γήπεδο του γκολφ να έρχονται οι άνθρωποι από το ξενοδοχείο να παίζουν κι ο λύκος ο καημένος πήγε να φτιάξει τη φωλιά του παραπέρα, δίπλα στο ποτάμι, να έχει να πίνει δροσερό νερό και να παρηγοριέται. Και πήγαινε συχνά και παρακολουθούσε το παιχνίδι, κι άραζε στο γρασίδι κι άκουγε γουρουνάκια στο τρανζίστορ μασουλώντας κοκκινοσκουφίτσες.
Να μη σας τα πολυλογώ, τον διώξαν κι από εκεί, από παντού τον διώχνανε. Τη μια γιατί είχαν να ποτίσουν το γκαζόν, την άλλη για να σκάψουν για να βρουν χρυσάφι, να βάλουν ανεμογεννήτριες, να βάλουν φωτοβολταϊκά, να χτίσουνε στρατόπεδα και φυλακές, να φτιάξουν δρόμους, σήραγγες, χωματερές και φράγματα...Τα τρία γουρουνάκια ξεσαλώσανε.

Ώσπου ξύπνησε ένα πρωί ο λύκος και δάσος δεν υπήρχε. Ούτε δέντρο! Και κοκκινοσκουφίτσα ούτε για δείγμα. Γύρω του μαζεμένα τα άλλα ζώα, τα μικρότερα, κοιτούσαν σαν χαμένα.
"Πού είσασταν τόσο καιρό;" τα ρώτησε, "δεν βλέπατε τι γίνεται;"
"Κι εσύ πού ήσουνα", του είπαν αυτά, "εσύ, δηλαδή, γιατί δεν έβλεπες, που είσαι και μεγαλύτερος; Βολεύτηκες με τις κοκκινοσκουφίτσες σου κι άφησες τα γουρουνάκια να αλωνίζουν".
Έπεσε τότε σιωπή και μεγάλη στεναχώρια. Με βαριά βήματα πήγανε στη χωματερή που έκοβε λίγο το κρύο, κι ας βρώμαγε, κι αρχίσανε να συζητάνε τι να κάνουν. Καθένα με τον πόνο του.
Κι αν τύχει να περάσετε από εκεί κανένα βράδυ, θα τα ακούσετε να συζητάνε ακόμα, να ρίχνουνε το φταίξιμο το ένα στο άλλο και μερικά να κλαίνε με λυγμούς και τον λύκο να ουρλιάζει πότε πότε στο φεγγάρι.

Και ζήσανε αυτά καλά κι εμείς καλύτερα.


Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

ΑΠΛΗ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ


Μετράω τις μέρες με τα ευρώ. Γιατί ο χρόνος είναι χρήμα. Όταν αδειάζει η τσέπη μου ξέρω πως έχει ακόμα μια βδομάδα να τελειώσει ο μήνας. Κάθε τέσσερα χρόνια, το Φλεβάρη, κάνω γιορτή και τρώω σουβλάκια.
Μετράω τους μήνες με τις κουβέρτες. Σεπτέμβρης μήνας ένα σεντονάκι, Οκτώβρης  μια κουβέρτα, Νοέμβρης άλλη μια. Τώρα, τέλος Νοέμβρη (χωρίς πετρέλαιο) τρεις κουβέρτες, Δεκέμβρης (χωρίς πετρέλαιο) πέντε κουβέρτες, Γενάρης (χωρίς πετρέλαιο) οκτώ κουβέρτες και βλέπουμε. Ή από το κρύο θα πάω φέτος ή από υπερκόπωση.
Μετράω τα χρόνια μου με όσα μου μένουν για να πάρω σύνταξη. Όσο μεγαλώνω τόσο κι αυξάνονται κι αυτά και χαίρομαι. Επ! Κάτι δεν πάει καλά εδώ! Μήπως γερνάω πιο αργά από όσο πρέπει κι έμεινα πίσω; Μικραίνω άραγε όσο μεγαλώνω; Τι λάθος έκανα;


Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

ΤΑ ΧΟΡΤΑ



Από το τζάμι του λεωφορείου είδα σκυφτό το γέρο να μαζεύει χόρτα. Σε μια νησίδα, στη λεωφόρο Βουλιαγμένης, στην Αργυρούπολη. Μάζευε χόρτα ο γέρος στη νησίδα. Για να φάει, για να γλυτώσει ένα ευρώ. Περνούσαν δίπλα τα αυτοκίνητα κι αυτός γέμιζε τη σακούλα του. Κόκκινο το φανάρι, πράσινο, έφευγαν τα αυτοκίνητα, ποτάμι ήταν ο δρόμος, σαν το ποτάμι του χωριού του, εκεί που η μάνα του πριν χρόνια τον έπαιρνε από μωρό μαζί της στο βουνό για να μαζέψουν τις ελιές, για να ποτίσουν το περβόλι, για να μαζέψουν χόρτα και του έδειχνε τα χόρτα και του έλεγε τα ονόματά τους να τα ξεχωρίζει. Δεν του άρεσαν τα χόρτα μα τα έμαθε με το όνομά τους, κι ύστερα που μεγάλωσε ήρθε στην Αθήνα και βρήκε μια δουλειά και φτιάχτηκε, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά, φύγαν κι αυτά στο σπίτι τους, πέθανε κι η γυναίκα του κι έμεινε μόνος, και είχε πάντα όνειρο μια μέρα να γυρίσει στο χωριό του, δεν τα κατάφερε, δεν είχε τα λεφτά και ρήμαξε το σπίτι και γκρεμίστηκε, έμεινε ο τελευταίος εδώ, μα, να, μαζεύει χόρτα πάλι, σαν να είναι στο χωριό του, η μάνα του τον καμαρώνει, κυλάει το ποτάμι με βουή, φυσάει ο αέρας στα πλατάνια, πετάνε τα πουλιά στα σύννεφα. Μαζεύει χόρτα, ξέρει τα ονόματά τους κι ας μην του αρέσουν, σε κάποιον πρέπει να τα μάθει. Άναψε πράσινο, πήρε το λεωφορείο το ποτάμι κι έφυγε. Κι έμεινε ο γέρος στη νησίδα εκεί, ένα μικρό παιδάκι με τη μάνα του.

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

ΣΥΝΔΡΟΜΟ ANTON-BABINSKI;


Βλέπω έναν υπουργό να αγορεύει σε ένα κοπάδι πρόβατα,
τον ταχυδρόμο να προσπαθεί να περάσει μέσα από ένα τοίχο,
ένα ποιητή να μετράει τα αστέρια μέρα μεσημέρι
και έναν άλλο να υμνεί τη ζωή στο χείλος της ταράτσας,
ένα διαδηλωτή να περπατάει μονάχος στη Σταδίου,
τον συγγραφέα να χαράζει με ένα μαχαίρι άσπρες σελίδες,
δυο εραστές να παίρνουν άλλους δρόμους με χαμόγελο,
τον ιερέα να ευλογεί τον δήμιο ραντίζοντάς τον με αίμα,
τον ταξιδιώτη με εισιτήριο ένα αγγελτήριο θανάτου,
ένα βοσκό να ανοίγει το μαντρί στους πεινασμένους λύκους,
και το παιδάκι να κρατάει αμέριμνο το χέρι ενός αγνώστου,
τους αστυνομικούς να κλείνουν με ταινίες το χαρτοκούτι ενός άστεγου,
τον κηπουρό του Δήμου να ποτίζει αγκάθια,
τον μετεωρολόγο να αναγγέλλει λιακάδες καθώς τον παρασέρνει o τυφώνας
και καποιον να γελάει μέσα στον καθρέφτη μου.

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΜΑΡΞ



Το φάντασμα του γερο-Μαρξ πλανάται πάνω από την Ευρώπη κι ανατριχιάζουν οι καμπούρες μας. Μα (με γελούν τα μάτια μου;), διπλό βλέπω το φάντασμα. Το ένα το υποβαστάζουν ιδρωμένοι κάτι  οικονομολόγοι και καθηγητές. Τον ακουμπάνε κάποτε σε κάποιον τοίχο, βάζουν στο χέρι του μια κιμωλία και γράφουν (αυτοί οδηγώντας τη γραφή) στον μαυροπίνακα. Πίνακες, γραφήματα, υπολογισμοί και να το αποτέλεσμα. Ιδού, είχε δίκιο ο Μαρξ. Όλα τα είχε προβλέψει. Ντετερμινιστική η πορεία και τα σκυλιά δεμένα. Οι κρίσεις, περιοδικές και αμετάκλητες, θα τον φάνε τον άπληστο τον καπιταλισμό αν δεν βάλει νερό στο κρασί του.

Κρίση εδώ, κρίση εκεί, που είναι λοιπόν η λύση; Έρχονται κι άλλοι γύρω τους, ανάβει η κουβέντα. Επιστροφή στον Κέυνς. Να τρίξουμε τα δόντια στα άπληστα κωλόπαιδα των χρηματιστηρίων. Αλληλεγγύη. Στήριξη. Επιτόκια. Ανάπτυξη και κατανάλωση. Αποανάπτυξη. Κοινωνικό κράτος. Καπιταλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο.
(Οι θεατές που έχουν μαζευτεί συμμετέχουν, αποδοκιμάζουν, επιδοκιμάζουν, χειροκροτούν).

Μα βλέπω κι ένα άλλο φάντασμα του Μαρξ. Πότε ντυμένος σαν ψαράς μου φαίνεται, πότε σαν κυνηγός, πότε φοράει τα γυαλάκια του και γράφει. Δεμένος με μακρύ σκοινί από τον πρώτο, πορεύεται αυτός μονάχος, σκουντουφλώντας. Βαδίζει ανάμεσα στο πλήθος μα κανείς δεν τον κοιτάζει. Είναι όλοι απασχολημένοι.
Τώρα μετρούν ξαναμετρούν και δεν τους βγαίνει. Μα επιμένουν.
Προσπαθώ να τον παρηγορήσω.
"Μη στεναχωριέσαι", του λέω, "είχες δίκιο. Η ανθρωπότητα δεν θέτει ποτέ πάρα μόνο προβλήματα που μπορεί να λύσει".

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

ΣΚΥΛΙΣΙΑ ΖΩΗ (2)

Ο Gordon αναπολεί τη Ζήνα

Ένα βράδι, όπως κάθε βράδι ανελιπώς εδώ και δώδεκα σχεδόν χρόνια, πήρα τον σκύλο μου τον Gordon για τη βόλτα του. Στο διπλανό παρκάκι, εκεί όπου με τραβάει με το ζόρι για να κάνει γνωριμίες, συνάντησα ένα τύπο με το σκύλο του, έναν νεοφερμένο γείτονα, τον Παντελή (όπως λέμε Άγιος Παντελεήμονας, βοήθειά μας). Ήταν γομάρι αυτός και μπρατσωμένος κι έσερνε ένα πίτμπουλ με κολάρο με καρφιά.
"Τι ράτσα είναι;" ρώτησε αμέσως.
"Μπασταρδάκος είναι", του απάντησα, "με λίγο από Γκόλντεν Ριτρίβερ".
Έκανε μια περιφρονητική γκριμάτσα.
"Φίλε, τα μπάσταρδα είναι άχρηστα. Ανυπάκουα, φοβιτσιάρικα, χέστες. Καλά σκυλιά είναι τα ράτσας. Τα εκπαιδεύεις άνετα και δεν κωλώνουνε σε τίποτα. Η επιμειξία είναι παρακμή".
Στο μεταξύ ο Γκόρντον και η Ζήνα -έτσι έλεγαν την γαλαζοαίματη- μυρίζονταν κι έκαναν νάζια. Κι εγώ που παρατήρησα τα τεκτονικά τατουάζ στο σβέρκο και τα μπράτσα του λεγάμενου προτίμησα να μη δώσω συνέχεια κι έφυγα. Τον έβλεπα έκτοτε συχνά και προσπαθούσα, όχι με επιτυχία πάντα, να τον αποφύγω, μέχρι που αναγκάστηκα να αλλάξω διαδρομή στη βόλτα μας.
Μια μέρα βγήκα στην αυλή να δω γιατί γαυγίζει ο Γκόρντον κι είδα τη μούρη της Ζήνας να προβάλλει από τα κάγκελα. Της άνοιξα και μπήκε όλο χαρά.
Ο Γκόρντον, πρέπει να πω, ήτανε παρθένος ως τα τότε. Παλιότερα είχε για γκόμενα μια τεράστια λαστιχένια μπάλα με χερούλι που καβαλούσαν τα παιδιά όταν ήταν μικρά και χοροπήδαγαν. Κάποτε του την πήραμε κι αυτήν κι έμεινε έγκαυλος κι απορημένος έκτοτε. Ξέσπασε λοιπόν στη Ζήνα που το χάρηκε εξ ίσου. Κι αφού τελειώσανε της άνοιξα την πόρτα κι αυτή πήγε ίσια στην πόρτα τη δική της και περίμενε ευτυχισμένη.
Τότε είδα και το αφεντικό της να έρχεται τρέχοντας κρατώντας την αλυσίδα στο χέρι.
"Την έχασα" μου λέει λαχανιασμένος, "την είχα λύσει για να παίξει κι αυτή κυνήγησε κάτι γατιά και το έσκασε".
Του την έδειξα τότε, να κάθεται ήσυχη και να τον περιμένει με ύφος οσίας, κι αναστέναξε ανακουφισμένος.
"Είναι στις μέρες της", μου εξήγησε, "κι έχω βρει ένα καθαρόαιμο να ζευγαρώσουν αύριο".
Πέρασαν μέρες. Η Ζήνα φούσκωσε κι ο Παντελής καμάρωνε.
Ύστερα χάθηκε για λίγο, και κάποιο βράδι τους ξανάδα. Το χέρι του ήταν σε γύψο κι είχε δυο τρία λευκοπλάστ στον πρόσωπο. Τον ρώτησα τι έγινε.
"Άσε", μου λέει. "Με κορόιδεψαν. Ο γαμπρός ήταν κοπρίτης. Έκανε τέσσερα σκυλάκια, καθένα διαφορετικό. Πήγα και ζήτησα εξηγήσεις κι ο τύπος τσαντίστηκε, μάζεψε την παρέα του και με πλάκωσαν".
"Και τα κουτάβια;"
"Τα κράτησα, τι να κάνω; Αφού τ' αγαπάει η μαλακισμένη. Κι ας μην είναι της ράτσας της".
Ύστερα κάτι πέρασε από το μυαλό του, φαίνεται. Κοίταζε μια τον Γκόρντον, μια εμένα.
"Μοιάζουν στον σκύλο σου λιγάκι".
Έκανα τον αδιάφορο.
"Τότε θα γίνουν ωραία σκυλάκια", του είπα μόνο κι έφυγα.

Έκτοτε ησύχασα από αυτόν. Δεν μου μιλάει πια, κρατάει μούτρα. Τον βλέπω μόνο από μακριά να βγάζει βόλτα τη Ζήνα και τα τέσσερα σκυλάκια μουρμουρίζοντας. Ο Γκόρντον παρακολουθεί κι αυτός με καμάρι τα παιδιά του και πότε πότε αναστενάζει.

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Sea above, Sky below (Dirty Three ft. Nick Cave)

Παιδιά, ψυχραιμία! Κι αν μας πέσει ο ουρανός στο κεφάλι, κι αν έρθουνε τα πάνω κάτω, μας μένει η μουσική.