Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

ΣΚΥΛΙΣΙΑ ΖΩΗ (2)

Ο Gordon αναπολεί τη Ζήνα

Ένα βράδι, όπως κάθε βράδι ανελιπώς εδώ και δώδεκα σχεδόν χρόνια, πήρα τον σκύλο μου τον Gordon για τη βόλτα του. Στο διπλανό παρκάκι, εκεί όπου με τραβάει με το ζόρι για να κάνει γνωριμίες, συνάντησα ένα τύπο με το σκύλο του, έναν νεοφερμένο γείτονα, τον Παντελή (όπως λέμε Άγιος Παντελεήμονας, βοήθειά μας). Ήταν γομάρι αυτός και μπρατσωμένος κι έσερνε ένα πίτμπουλ με κολάρο με καρφιά.
"Τι ράτσα είναι;" ρώτησε αμέσως.
"Μπασταρδάκος είναι", του απάντησα, "με λίγο από Γκόλντεν Ριτρίβερ".
Έκανε μια περιφρονητική γκριμάτσα.
"Φίλε, τα μπάσταρδα είναι άχρηστα. Ανυπάκουα, φοβιτσιάρικα, χέστες. Καλά σκυλιά είναι τα ράτσας. Τα εκπαιδεύεις άνετα και δεν κωλώνουνε σε τίποτα. Η επιμειξία είναι παρακμή".
Στο μεταξύ ο Γκόρντον και η Ζήνα -έτσι έλεγαν την γαλαζοαίματη- μυρίζονταν κι έκαναν νάζια. Κι εγώ που παρατήρησα τα τεκτονικά τατουάζ στο σβέρκο και τα μπράτσα του λεγάμενου προτίμησα να μη δώσω συνέχεια κι έφυγα. Τον έβλεπα έκτοτε συχνά και προσπαθούσα, όχι με επιτυχία πάντα, να τον αποφύγω, μέχρι που αναγκάστηκα να αλλάξω διαδρομή στη βόλτα μας.
Μια μέρα βγήκα στην αυλή να δω γιατί γαυγίζει ο Γκόρντον κι είδα τη μούρη της Ζήνας να προβάλλει από τα κάγκελα. Της άνοιξα και μπήκε όλο χαρά.
Ο Γκόρντον, πρέπει να πω, ήτανε παρθένος ως τα τότε. Παλιότερα είχε για γκόμενα μια τεράστια λαστιχένια μπάλα με χερούλι που καβαλούσαν τα παιδιά όταν ήταν μικρά και χοροπήδαγαν. Κάποτε του την πήραμε κι αυτήν κι έμεινε έγκαυλος κι απορημένος έκτοτε. Ξέσπασε λοιπόν στη Ζήνα που το χάρηκε εξ ίσου. Κι αφού τελειώσανε της άνοιξα την πόρτα κι αυτή πήγε ίσια στην πόρτα τη δική της και περίμενε ευτυχισμένη.
Τότε είδα και το αφεντικό της να έρχεται τρέχοντας κρατώντας την αλυσίδα στο χέρι.
"Την έχασα" μου λέει λαχανιασμένος, "την είχα λύσει για να παίξει κι αυτή κυνήγησε κάτι γατιά και το έσκασε".
Του την έδειξα τότε, να κάθεται ήσυχη και να τον περιμένει με ύφος οσίας, κι αναστέναξε ανακουφισμένος.
"Είναι στις μέρες της", μου εξήγησε, "κι έχω βρει ένα καθαρόαιμο να ζευγαρώσουν αύριο".
Πέρασαν μέρες. Η Ζήνα φούσκωσε κι ο Παντελής καμάρωνε.
Ύστερα χάθηκε για λίγο, και κάποιο βράδι τους ξανάδα. Το χέρι του ήταν σε γύψο κι είχε δυο τρία λευκοπλάστ στον πρόσωπο. Τον ρώτησα τι έγινε.
"Άσε", μου λέει. "Με κορόιδεψαν. Ο γαμπρός ήταν κοπρίτης. Έκανε τέσσερα σκυλάκια, καθένα διαφορετικό. Πήγα και ζήτησα εξηγήσεις κι ο τύπος τσαντίστηκε, μάζεψε την παρέα του και με πλάκωσαν".
"Και τα κουτάβια;"
"Τα κράτησα, τι να κάνω; Αφού τ' αγαπάει η μαλακισμένη. Κι ας μην είναι της ράτσας της".
Ύστερα κάτι πέρασε από το μυαλό του, φαίνεται. Κοίταζε μια τον Γκόρντον, μια εμένα.
"Μοιάζουν στον σκύλο σου λιγάκι".
Έκανα τον αδιάφορο.
"Τότε θα γίνουν ωραία σκυλάκια", του είπα μόνο κι έφυγα.

Έκτοτε ησύχασα από αυτόν. Δεν μου μιλάει πια, κρατάει μούτρα. Τον βλέπω μόνο από μακριά να βγάζει βόλτα τη Ζήνα και τα τέσσερα σκυλάκια μουρμουρίζοντας. Ο Γκόρντον παρακολουθεί κι αυτός με καμάρι τα παιδιά του και πότε πότε αναστενάζει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου